Γενικές Πληροφορίες

Μουσείο Ποντιακού Ελληνισμού

 

«...Το Μουσείο Ποντιακού Ελληνισμού καταγράφει νηφάλια και προσεκτικά μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Ελληνισμού, ένα κομμάτι της Ελληνικής Διασποράς συμβάλλοντας κατ’ επέκταση στον προσδιορισμό και την ερμηνεία της σύγχρονης μορφής του Ελληνισμού.

Ανατρέχοντας τριάντα χρόνια πίσω στην πρώτη ερευνητική αποστολή συλλογής λαογραφικού υλικού από τη Μακεδονία, που πραγματοποίησε ο τότε Γενικός Γραμματέας Σίμος Λιανίδης, φιλόλογος-λαογράφος, διαπιστώνουμε την επιστημονική μέθοδο που χαρακτηρίζει την πρώτη ενέργεια για το Μουσείο. Στοιχείο του πνευματικού και υλικού πολιτισμού από τους Πόντιους της Μακεδονίας, καταγόμενους κυρίως από αγροτικές περιοχές του Πόντου, αποτέλεσαν τον πυρήνα του μουσειολογικού υλικού που εμπλουτίστηκε στη συνέχεια με τα οικογενειακά κειμήλια Ποντίων από όλη την Ελλάδα.

Η ανταπόκριση των ιδιωτών στην έκκληση της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, μέσω των μελών της, έφερε μεγάλο αριθμό αντικειμένων. Τα αντικείμενα αυτά είτε ήταν από πολύτιμα είτε από ευτελή υλικά, εφόσον σημάδευαν με την κατασκευή και τη χρήση τους τη ζωή των Ελλήνων του Πόντου, γίνονταν αποδεκτά από εμάς με λογική και συναίσθημα, δηλαδή με επιστημονική και ευλαβική καταγραφή και διαφύλαξη.

Από τα πρώτα χρόνια οργάνωσης της μουσειακής συλλογής, η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών εκπροσωπείται στο Ελληνικό Τμήμα του ICOM (διεθνούς οργανισμού για τα Μουσεία) και συντηρεί γόνιμη επικοινωνία για τη δεοντολογική οργάνωση και λειτουργία του Μουσείου.

Το υλικό του Μουσείου τοπικά εκτείνεται σε όλη σχεδόν την περιοχή του Πόντου και των τόπων μετανάστευσης των Ποντίων γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα αλλά και στην περιοχή των μακρινών τέως σοβιετικών δημοκρατιών της Κεντρικής Ασίας. Χρονολογικά τα αντικείμενα ξεκινούν από το 17. αι. αλλά η πλειονότητά τους αντιπροσωπεύει το τέλος του 19. και τις αρχές του 20. αι., ενώ δε λείπουν και τεκμήρια ζωής των προσφύγων στην Ελλάδα μερικές δεκαετίες πριν.

Η λαμπρότερη και πλουσιότερη συλλογή είναι των παραδοσιακών γυναικείων ενδυμάτων και κοσμημάτων, αξιόλογη είναι η πλούσια συλλογή αστικής οικοσκευής, σπουδαιότατα τα παλαίτυπα και τα ιστορικά έγγραφα, εξαιρετικά τα δείγματα αργυροχοΐας, μοναδικό στο μεγαλύτερο μέρος του το πρωτότυπο φωτογραφικό υλικό και τέλος συγκλονιστικό το ηχητικό υλικό ομιλίας, τραγουδιού και μουσικής από την καταγραφή του Σίμου Λιανίδη.

Στην ολοκλήρωση της έκθεσης συντέλεσαν κατά μεγάλο μέρος οι δωρεές συλλογών ιδιωτών και η παραχώρηση μέρους της συλλογής ενός σωματείου. Συγκεκριμένα : Η συλλογή Γιώργου Μακρίδη και Πόλυ Χάιτα στήριξαν αρκετές ενότητες. Ξεχωριστά αναφέρω τους αδελφούς Απόστολο και Κορίνα Σουμελίδου, οι οποίοι πολλαπλά συνέδραμαν το Μουσείο ως δωρητές – από τους πρώτους – αλλά και ως χορηγοί. Η συναισθηματική τους σχέση με τα καλοδιατηρημένα κειμήλιά τους, είτε ήταν πολυτελή είτε σοφά χειροτεχνήματα της ίδιας της Κορίνας Σουμελίδου, μεταδόθηκε και σε εμάς κάνοντας τη δουλειά μας να πάλλετε από συγκίνηση. Από τους ποντιακούς συλλόγους οι «Αργοναύται-Κομνηνοί» στήριξαν σε μεγάλο μέρος την Έκθεση παραχωρώντας ένα μεγάλο μέρος της συλλογής τους.

Η οργάνωση της Έκθεσης περιέλαβε το μεγαλύτερο μέρος των κειμηλίων που ήταν κατάλληλα για το συγκεκριμένο σχεδιασμό και έφτασαν την κατάλληλη στιγμή στη «Στέγη Κειμηλίων». Πολύ ενδιαφέρον υλικό φυλάσσεται ευλαβικά σε άλλο χώρο του κτιρίου. Στην πρόθεση της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών όμως είναι να γίνεται εναλλαγή ομοειδών αντικειμένων μετά από ένα χρονικό διάστημα. Ακόμη τα κειμήλια που δεν εκτέθηκαν προβλέπεται να εκτεθούν μετά από ειδική μελέτη και οργάνωση σε άλλο όροφο ειδικό για περιοδικές εκθέσεις. Γι’ αυτό κάνουμε έκκληση και για άλλες δωρεές από ιδιώτες και συλλόγους. Το έργο του Μουσείου πιστεύουμε ότι θα σας πείσει για να τα εμπιστευτείτε στην Ε.Π.Μ.

Σας ευχαριστούμε  που μας εμπιστευτήκατε τα αντικείμενα των αγαπημένων σας προσώπων και ελπίζουμε πως πέτυχε η επιδίωξή μας να εκφράζεται στο Μουσείο το συναίσθημα, οι ιδέες και η πνοή αυτών των μορφών.»

 

(Από την ομιλία της Εφόρου Μουσείου κας Λένας Καλπίδου κατά τη διάρκεια των εγκαινίων του Μουσείου Ποντιακού Ελληνισμού)

 

 

 

 

Μουσείο Ποντιακού Ελληνισμού

 

«...Οι εργασίες για τη δημιουργία του Μουσείου ξεκίνησαν στις αρχές του 1991 όταν το Δ.Σ. της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών μας ανέθεσε την οργάνωση της συλλογής κειμηλίων που διέθετε, ώστε να αποτελέσει τον πυρήνα ενός σύγχρονου μικρού Μουσείου του Πόντου.  Η συλλογή κειμηλίων διέθετε τότε μόλις 300 αντικείμενα και περίπου 600 παλιές φωτογραφίες.

Οι πρώτες απαραίτητες εργασίες αφορούσαν τη μουσειολογική τεκμηρίωση του υλικού, στα πλαίσια της οποίας το κάθε αντικείμενο πήρε αριθμό ταυτότητας, φωτογραφήθηκε και συμπληρώθηκαν τα στοιχεία του σε ειδικά διαμορφωμένο δελτίο. Παράλληλα διαμορφώθηκε αρχείο των παλαιών φωτογραφιών και φωτογραφικό αρχείο των αντικειμένων.

Ιδιαίτερη φροντίδα δόθηκε στις συνθήκες αποθήκευσης του υλικού. Ειδικά για τα ευαίσθητα χάρτινα και τα υφασμάτινα είδη απαιτήθηκε η αγορά νέων αποθηκευτικών μονάδων και ειδικών υλικών προστασίας και περιτύλιξης.

Μετά την εξασφάλιση της επιστημονικής τεκμηρίωσης και υπεύθυνης διαφύλαξης και συντήρησης της συλλογής, η Ε.Π.Μ. προχώρησε στην εκπόνηση μελέτης για την έκθεση της συλλογής κειμηλίων.  Στο πλαίσιο της μελέτης περιλαμβάνονται οι γενικοί στόχοι του νέου Μουσείου, η αρχική κατάταξη του υλικού σε εκθεσιακές ενότητες, καθώς και η μελέτη διαμόρφωσης του χώρου σε εκθεσιακή αίθουσα, που έγινε από τον καλλιτεχνικό επιμελητή εκθέσεων κ. Στέλιο Δασκαλάκη.

Το στάδιο της μελέτης ολοκληρώθηκε με τη συγκρότηση ομάδας επιστημονικών συμβούλων, που με τις γνώσεις και το κύρος τους υποστήριξαν την εκπόνηση του έργου και συνέβαλαν στην αρτιότερη οργάνωση του Μουσείου. Την ομάδα αποτελούν : η κ. Ελένη Καρασταμάτη, διευθύντρια του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, η κ. Άννα Μπαλιάν, επιμελήτρια του Μουσείου Μπενάκη και η κ. Μιράντα Τερζοπούλου, συντάκτρια του Κέντρου Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.

Με έναν πλήρη και εμπεριστατωμένο φάκελο σχετικά με τη δημιουργία του νέου Μουσείου, τα μέλη του Δ.Σ. της Ε.Π.Μ. αφοσιώθηκαν στον αγώνα εξεύρεσης των κατάλληλων πόρων για την υλοποίηση του έργου, χωρίς όμως να σταματήσουν τις προπαρασκευαστικές εργασίες που ήταν εφικτές.

Το επόμενο βήμα περιλάμβανε την απαραίτητη συντήρηση όλων των υφασμάτινων και χάρτινων έργων, ώστε να αντέξουν στις συνθήκες του μικροκλίματος των προθηκών στις οποίες εκτίθονταν. Η κ. Βιργινία Ρωμάνου ανέλαβε εκ μέρους του Μουσείου Μπενάκη τη συντήρηση των υφασμάτων και λίγο αργότερα η κ. Julia Brown συντήρησε όλα τα χάρτινα έγγραφα και τις παλιές φωτογραφίες για τον ίδιο σκοπό.

Παράλληλα, συνεχίστηκε η σε βάθος έρευνα για το υλικό της έκθεσης, όχι μόνο σε βιβλιογραφικές πηγές, αλλά και σε άλλα αρχεία και επιστημονικά κέντρα. Επαφές με συλλέκτες, σωματεία και δωρητές οδήγησαν στη ραγδαία αύξηση των αντικειμένων της συλλογής, που σταδιακά υπερδιπλασιάστηκαν, εμπλουτίζοντας το Μουσείο με νέα αποκτήματα, που συμπλήρωσαν και τροποποίησαν τις εκθεσιακές ενότητες.

Τα χειρόγραφα της Ε.Π.Μ. μελετήθηκαν από τον παλαιογράφο κ. Αγαμέμνονα Τσελίκα και η οικιστική αρχιτεκτονική του Πόντου από την αρχιτέκτονα κ. Ελένη Γαβρά, ενώ το πλούσιο υλικό του φωτογραφικού αρχείου της κ. Άννας Θεοφυλάκτου συμπλήρωσε τον περιγραφικό ιστό της έκθεσης. Με την εξεύρεση των πρώτων πόρων η Ε.Π.Μ. ξεκίνησε τις εργασίες κατασκευών, πιστεύοντας ακράδαντα στη θέληση και την προθυμία των μελών της να ολοκληρώσουν το έργο που ξεκίνησε.

 

Η αίθουσα του 2ου ορόφου του κτιρίου της Ε.Π.Μ. εφοδιάστηκε με κλιματιστικά μηχανήματα και τοποθετήθηκε ψευδοροφή. Λίγο αργότερα και μετά την εξεύρεση νέων πόρων, ξεκίνησε η διαμόρφωση του χώρου, με την επιμέλεια του κ. Δασκαλάκη. Τις ξυλουργικές κατασκευές ανέλαβε ο κ. Τάσος Σταθόπουλος και το φωτισμό ο ηλεκτρολόγος κ. Κώστας Σαββινίδης, ενώ τοποθετήθηκε σύστημα συναγερμού και πυρασφάλειας και έγινε κάλυψη των παραθύρων και του δαπέδου.

Το 1996 όλα ήταν έτοιμα για την προετοιμασία της έκθεσης, και η ομάδα της έκθεσης, σε συνεργασία με την ομάδα των επιστημονικών συμβούλων, ξεκίνησε τις εργασίες παρουσίασης των ενοτήτων.

Την πλήρη ετοιμασία των αντικειμένων και του εποπτικού υλικού είχαν η κ. Λένα Καλπίδου και η υποφαινόμενη. Ο κ. Δασκαλάκης ανέλαβε την σχεδιαστική ανάλυση και την αισθητική παρουσίαση της έκθεσης, τη σήμανση και την κατασκευή των σχεδίων και των χαρτών που τη συμπλήρωναν. Τέλος ο φωτογράφος κ. Κώστας Λιούγκος ανέλαβε όλες τις φωτογραφίσεις που ήταν απαραίτητες για την έκθεση.

Το Μουσείο του Ελληνισμού του Πόντου απευθύνεται σε εκείνους που γνωρίζουν τον Πόντο, αλλά και σε εκείνους που θέλουν να μάθουν για του Ποντίους και τον τόπο τους. Φιλοδοξεί να καλύψει το χώρο, την ιστορία, τα ιδιαίτερα πολιτιστικά στοιχεία και τη σχέση του Ποντιακού Ελληνισμού με την ελληνική εθνική παράδοση.

Η έκθεση ξεδιπλώνεται σε 6 ευρύτερες ενότητες :

Η 1η πραγματεύεται την ιστορία της περιοχής του Πόντου από την αρχαιότητα και μέχρι τον 19. αι., με έμφαση στην στρατηγική εμπορική θέση της περιοχής, πάνω στους δρόμους των καραβανιών, και στην ακμαία παραγωγή των μεταλλείων του Πόντου.

Η 2η ενότητα παρουσιάζει το σημαντικότατο ρόλο της εκκλησίας στον Πόντο. Τους σημαντικούς κληρικούς και πατέρες της Εκκλησίας που κατάγονταν ή έδρασαν στον Πόντο και στις μεγάλες βυζαντινές μονές, που περιέθαλψαν και στήριξαν το ελληνικό στοιχείο και καλλιέργησαν τον ελληνικό πολιτισμό στις ψυχές των Ποντίων.

Η 3η ευρύτερη ενότητα αφορά στις ποντιακές παραδόσεις, εκφρασμένες στη μουσική, το χορό, τις τοπικές ενδυμασίες, τα έθιμα, την αρχιτεκτονική και την εσωτερική λειτουργία των σπιτιών, τις αγροτικές ασχολίες των κατοίκων και τη συνήθεια του λουτρού.

Ακολουθεί η 4η ενότητα, που παρουσιάζει τις δραστικές αλλαγές που συνέβησαν στις αστικές κυρίως περιοχές του Πόντου, μετά τα μέσα του 19. αι., με το άνοιγμα της Μαύρης Θάλασσας και τις μεταρρυθμίσεις στο πολίτευμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αλλαγές που οδήγησαν τις ελληνικές κοινότητες του Πόντου σε μια χωρίς προηγούμενο πνευματική αναγέννηση, πολιτιστική και κοινωνική ακμή.

Τέλος, παρουσιάζεται η ενότητα της δραματικής ιστορίας των αρχών του 20. αι., με το κίνημα των Νεότουρκων, σε συνδυασμό με τα επεισόδια του Α’ παγκόσμιου πολέμου, που οδήγησαν στον αποδεκατισμό του 1/3 του ποντιακού πληθυσμού και τον τραγικό οριστικό ξεριζωμό όσων απέμειναν από τα πάτρια εδάφη.

Το μουσείο ολοκληρώνεται με την αισιόδοξη ενότητα που αφορά στην εγκατάσταση των Ποντίων προσφύγων στην Ελλάδα και στην ένταξη και προκοπή τους στην καινούρια πατρίδα.

Ιδιαίτερη εμβόλιμη ενότητα έχει αφιερωθεί στους Ποντίους της Ρωσίας και στο χρονικό της εγκατάστασής τους στις περιοχές γύρω από τον Εύξεινο Πόντο και αργότερα στα βάθη της Σοβιετικής Ένωσης. Θέμα άκρως εκπαιδευτικό και επίκαιρο στις μέρες μας, που έχουμε την ατυχία να παρακολουθούμε μια διαφορετική αυτή τη φορά προσφυγιά, που δεν παύει να ξυπνά τις μνήμες που ζήσαμε στις ιστορίες των παππούδων μας.

Οι εποπτικές ενότητες της έκθεσης συμπληρώνονται από την προβολή διαφανειών με θέμα την προσφυγιά του 1922 και τον αγώνα των Ποντίων να ξαναριζώσουν στη νέα πατρίδα.....

Το Μουσείο του Πόντου φιλοδοξεί να εμπλουτίσει τις δραστηριότητές του με περιοδικές εκθέσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα και τη λειτουργία πωλητηρίου..»

 

(Από την ομιλία της μουσειολόγου κας Ιφιγένειας Διονυσιάδου κατά τη διάρκεια των εγκαινίων του Μουσείου Ποντιακού Ελληνισμού)

 

 

 


Λειτουργία Μουσείου

 

 

΄Ωρες επίσκεψης Μουσείου 10:00 – 16:00 (Δευτέρα – Παρασκευή)

 

Ομαδικές ξεναγήσεις ορίζονται κατόπιν συνεννόησης και εντός Σαββατοκύριακου

Τηλ. επικοινωνίας: 210-9325521 και 210-9354333