Ξεριζωμός και προσφυγιά

Ξεριζωμός και προσφυγιά

 

Η Μαύρη Θάλασσα κυμάτιζε αλαφρά, σκούρα λουλακιά, και

μύριζε σαν καρπούζι ζερβά μας τ’ ακρόγιαλο και τα βουνά του

Πόντου, μια φορά κ’ έναν καιρό δικά μας, δεξά αστραφτερό,

απέραντο το πέλαγο. Ο Καύκασος είχε σβύσει μέσα στο φως,

μα οι γέροι, με τη ράχη γυρισμένη, κάθουνταν στην πρύμνα

και δε μπορούσαν να ξεκολλήσουν τα μάτια τους από το

αγαπημένο ουρανοθάλασσο ‘ ο Καύκασος είχε χαθεί, φάντασμα

ήταν και σκόρπισε, μα απόμεινε ασάλευτος, αβασίλευτος

βαθιά στις λαμπυρήθρες των ματιών τους. Δύσκολο, δύσκολο

πολύ η ψυχή να ξεκολλήσει από την πατρίδα βουνά,

θάλασσες, αγαπημένοι άνθρωποι, φτωχό αγαπημένο σπιτάκι,

ένα χταπόδι είναι η ψυχή και όλα τούτα οι πλόκαμοί της.

 

Από το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη «Αναφορά στον Γκρέκο»

 

 

(Στη φωτ., το ατμόπλοιο ΙΩΝΟΠΟΛΙΣ που μετέφερε πάνω από 6.000 Πόντιους πρόσφυγες στην Ελλάδα. Σεπτέμβριος 1923, [3.1.22]).

 

 

Ξεριζωμός και προσφυγιά

 

Το πρώτο κύμα Ποντίων προσφύγων στην Ελλάδα ήρθε το 1919-1920 από τα παράλια του Καυκάσου, το Βατούμ και το Σοχούμ και περιλάμβανε τους Ποντίους που ακολούθησαν το ρωσικό στρατό στην αποχώρησή του από τον Πόντο και το Καρς και Ποντίους της νότιας Ρωσίας, ταλαιπωρημένους από τον εμφύλιο που είχε ξεσπάσει μετά τη σοβιετική επανάσταση.

 

Ακολούθησε το δεύτερο μεγάλο κύμα το 1922, μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, όταν μεγάλο μέρος του ποντιακού πληθυσμού κατέφυγε στις παράλιες πόλεις με σκοπό να αποβιβαστεί σε πλοία για την Ελλάδα. Ο ξεριζωμός συνεχίστηκε αμείωτος μέχρι το 1924, οπότε έφυγαν και οι τελευταίοι Έλληνες Πόντιοι, με τη συμφωνία για ανταλλαγή των πληθυσμών που προέβλεπε η συνθήκη της Λωζάνης (1923).

 

Οι Πόντιοι πρόσφυγες μεταφερόταν με τουρκικά βαπόρια και με επίβλεψη των συμμαχικών δυνάμεων στην Πόλη, περιθάλπονταν από τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό στους στρατώνες Σελιμιέ της Κωνσταντινούπολης και από εκεί αποβιβαζόταν σε ελληνικά πλοία για αποστολή στην Ελλάδα. Οι συνθήκες μεταφοράς ήταν άθλιες και συχνά εκβιαστικές και η κατάσταση στους στρατώνες Σελιμιέ, όπου έφταναν οι ταλαιπωρημένοι πρόσφυγες ήταν τραγική, καθώς στοιβάζονταν κατά χιλιάδες, σε άθλιες συνθήκες υγιεινής, χωρίς νερό και με τον τύφο που θέριζε.

 

Οι πρόσφυγες φτάνοντας στην Ελλάδα περνούσαν από υποχρεωτική καραντίνα, σε επίσης άθλιες συνθήκες, στους καταυλισμούς της Μακρονήσου και του Αη-Γιώργη, με τα πλοία που έφταναν στον Πειραιά, στο Καράμπουρνου (Καλαμαριά) της Θεσσαλονίκης, στην Καβάλα, το Βόλο, την Κόρινθο, την Πρέβεζα και αλλού. Ο συνολικός αριθμός των Ποντίων προσφύγων που ήρθαν στην Ελλάδα υπολογίζεται σε 325.000 - 400.000 άτομα.

 

 

(Στη φωτ., Πόντιες πρόσφυγες στον καταυλισμό Αγίου Στεφάνου Κωνσταντινούπολης, 1922,   [3.1.38])

 

 

Φωτογραφία προσφυγικής οικογένειας

 

«Συλλογισμένα πορπατώ, τα χέρα μ΄ σταυρωμένα,

κανείς κακόν να μη παθάν’ , αρνί μ΄, άμον εμένα»

 

(Στη φωτ., η οικογένεια Ευστάθιου Αλβανίδη από την Τραπεζούντα.  Λαύριο 1921,   [5.1])

 

 

Φωτογραφία προσφυγικής οικογένειας

 

Οικογένεια Μιχαήλ Σαρασίτη. Αθήνα, 1926.  [1993.6.69 α-β]

Φωτογραφία κειμήλιο και ζωντανή μνήμη για τα παιδιά και τα εγγόνια

 

 

Φωτογραφία προσφυγικής οικογένειας

 

Ο Σάββας Χριστοδούλου με τη σύζυγό του Κωνσταντίνα και το γιο τους Γεώργιο.

Καθιστή, η μητέρα του Σάββα. Λαύριο 1-9-1925.   [21.3]