Προηγούμενες Εκδηλώσεις

18 Οκτωβρίου 2015

 

Τιμητική εκδήλωση για την Έλσα Γαλανίδου-Μπαλφούσια,

Φιλόλογο, Λαογράφο

 

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών πραγματοποίησε τιμητική εκδήλωση για την Έλσα Γαλανίδου-Μπαλφούσιαη, φιλόλογο, λαογράφο, υπεύθυνη της Βιβλιοθήκης της Ε.Π.Μ., την Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015 και ώρα 11:00. Κατά την εκδήλωση έγινε και η παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου της με τίτλο «Εις μνήμην. Ξεχωριστές προσωπικότητες του ποντιακού ελληνισμού που γνώρισα» - Παράρτημα 34ο του «Αρχείου Πόντου», Αθήνα 2015.

Σύμφωνα με το πρόγραμμα, ο Πρόεδρος κ. Χρήστος Γαλανίδης καλωσόρισε τους παρευρισκομένους κάνοντας τον ακόλουθο χαιρετισμό:

    «Εκλεκτοί  προσκεκλημένοι,

Σας  καλωσορίζω  στη  σημερινή  εκδήλωσή  μας  με  ιδιαίτερη  χαρά  και  συγκίνηση με  την  διπλή  ιδιότητά  μου, αφ’ ενός  του  αδελφού  της  τιμωμένης  και  αφ’ ετέρου  του  προέδρου  της  Ε.Π.Μ., ιδιότητες  που  με  φορτίζουν  συναισθηματικά  γιατί  και  οι  δύο  έχουν  την  ιδιαίτερη  σημασία  τους.  Πρώτα  θα  μιλήσω  με  λίγα  λόγια  σαν  αδελφός,  αφού  για  την  προσωπικότητα  της  Έλσας  θα  μιλήσει  διεξοδικά  και  πληρέστερα  από  εμένα  ο  καλός  κοινός  μας  φίλος  Γιάννης  Ερμόπουλος.

Για  την  Έλσα είμαι  ο  μικρός  της  αδελφός, ο  μόνος  που  έχει  απομείνει  μετά  την  απώλεια  των  αδελφών  μας  Στέφανου  και  Κωνσταντίνου, και  της  αρέσει  να  με  αποκαλεί  έτσι, εξ’ άλλου  αυτή  είναι  και  η  πραγματικότητα  κι εγώ  καμαρώνω  γι’ αυτήν  την  προσφώνηση  ότι  ακόμη  είμαι  μικρός,  ας  είναι,  κι  έτσι  είναι  ωραίο  να  αισθάνεσαι  ότι  είσαι  μικρός  κι  έχεις  ακόμη  μέλλον  να  ζήσεις  και  να  γνωρίσεις  κι  άλλα  ενδιαφέροντα  πράγματα.  Στο  σημείο  αυτό  θέλω  να  σας  εξομολογηθώ  ότι  είναι  η  δεύτερη  φορά  που  με  συστήνουν  για  το  μικρό  τους  αδελφό, οι  αδελφές  μου, την  πρώτη  φορά  πριν  από  πενήντα  περίπου  χρόνια  είχα  συνοδεύσει  την  μικρότερη  αδελφή  μου  στα  μελλοντικά  πεθερικά  της  που  ομολογουμένως  τους  διέκρινε  χιούμορ, γιατί  όταν  με  συνέστησε  τότε,  από  εδώ  ο  μικρός  μου  αδελφός  με  κοίταξαν  με  δέος, τους  φάνηκα  πολύ  υψηλός  για  τα  μέτρα  τους  και  είπαν, ωχ  φανταζόμαστε  πως  θα  είναι  ο  μεγάλος.

      Η  Έλσα,  το  πρώτο  από  τα  έξι  αδέλφια  γεννήθηκε  το  1932  στη  Κοκκινιά, τη  σημερινή  Νίκαια, όπως άλλωστε  και  τα  υπόλοιπα  αδέλφια, από  γονείς  Ποντίους  με  καταγωγή  από  την  Αργυρούπολη  του  Πόντου.  Ήταν  ένα  χαρισματικό  παιδί  με  έφεση  στα  γράμματα  και  ισχυρή  θέληση.  Παρά  τα  δύσκολα  χρόνια  της  δεκαετίας  του  1930  και  1940 (δικτατορία, πρώτος  παγκόσμιος  πόλεμος, γερμανική κατοχή, εμφύλιος πόλεμος) τα περιορισμένα  οικονομικά  της  οικογένειάς  μας, εμπνευσμένα  από  την  μητέρα  μας, Παρθένα, που  μας  δίδασκε  και  ενέπνεε  ότι  «με  την  υπομονή  και  επιμονή  τα  πάντα  κατορθούνται»  και  ότι  «αν  δεν  έχουμε  θα  κάνουμε», πραγματοποίησε  το  όνειρο  της  να  εισαχθεί   στη  Φιλοσοφική  Σχολή  του  Πανεπιστημίου  Αθηνών  και  χωρίς  καμία  καθυστέρηση  να  αποκτήσει  το  πτυχίο  της  φιλολόγου. Θα  σας  κουράσω  ίσως  λέγοντάς  σας, ότι  την  θυμάμαι  πρωτοετή  φοιτήτρια  να  πηγαίνει  στο  πανεπιστήμιο  με  ξύλινα  τσόκαρα, αντί  υποδημάτων, που  τα  έφτιαχνε  ο  πατέρας  μας  Ιωάννης, παιδάκι  εγώ  του  Δημοτικού  σχολείου  και  τη  γάτα  της,  την  Ζιζή,  να  την  περιμένουμε  στο  δρόμο.

Η  Έλσα  ήταν  καλή  φίλη, οι  φιλίες  της  με  τις  συμμαθήτριες  και  τις  συμφοιτήτριες  της  εξακολουθούν  μέχρι  και  σήμερα  να  τις  κρατούν  δεμένες, ήταν  υπέροχη  σαν  αδελφή, είχε  εμπιστοσύνη  στ’ αδέλφια  της  και  σε  δύσκολες  στιγμές  της  επαγγελματικής  ζωής  μας μάς  στήριξε·  δεν  θα  ξεχάσω  ποτέ  ότι  στις  αρχές  της  δεκαετίας  του  1960,  στη  δύσκολη  πορεία  μας  έβαλε, ως  εγγυήτρια, υποθήκη  το  σπίτι  της,  το  μοναδικό  περιουσιακό  στοιχείο  που  είχε  αποκτήσει  εργαζόμενη  τότε  στα  Φροντιστήρια  ως  καθηγήτρια.

Η  Έλσα  ήταν  ο  μέντοράς  μου  στα  γράμματα  και  στην  ενασχόληση  μου  με  τον  ποντιακό  πολιτισμό.  Πριν  από  τριάντα πέντε  περίπου  χρόνια  μ’ έσπρωξε  γλυκά-γλυκά  στην  αγκαλιά  της  Ένωσης  Ποντίων  Μελισσίων,   με  πρόεδρο  τότε  τον  Δημήτρη  Τομπουλίδη  και  την  ίδια περίπου  περίοδο  μ’ έφερε  σε  επαφή  με  τον  τότε  πρόεδρο  της  Ε.Π.Μ.  Οδυσσέα  Λαμψίδη  για  να  βοηθήσω  στην  ανέγερση  του  παρόντος  κτιρίου.  Από  τότε  δέθηκα  και  δραστηριοποιήθηκα    ακόμη  πιο  πολύ  με  τον  ποντιακό  πολιτισμό, έτσι  για  ό,τι  θετικό  έχω  προσφέρει  στο  ποντιακό  στοιχείο  οφείλεται  στην  Έλσα, για  ό,τι  όμως  αρνητικό  χρεώνεται  αποκλειστικά  σε μένα.

 

      Φίλες  και  φίλοι,

      Όταν  το  Δ.Σ.  της  Ε.Π.Μ.  αποφάσισε  να  τιμήσει  σε  ειδική  εκδήλωση  την  Έλσα, η  Έλσα  εξεπλάγη(ν)  λέγοντας  συνεχώς,  μα  εγώ  τι  έκανα, τι  προσέφερα  για  να  με  τιμήσετε;

Πιστέψτε  με, επειδή  γνωρίζω  το  χαρακτήρα  της, δεν  το  έκανε  από  ψεύτικη  ντροπή  και  προσποίηση, η  Έλσα  είναι  αληθινή, ουσιαστική, εργατική, βαθύς  γνώστης  της  λαογραφίας, της  ιστορίας  και  του  πολιτισμού  μας, μα  πάνω  απ’ όλα  σεμνή  όπως  πρέπει  να  είναι  κάθε  σπουδαίος  και  σημαντικός  άνθρωπος, να  μιλάει  το  έργο  του  και  οι  άλλοι  γι’ αυτόν.  Εσύ,  Έλσα  μου,  μπορεί  να  απορείς,  εμείς  όμως  που  αποφασίσαμε  να  σε  ανακηρύξουμε  «διακεκριμένη  προσωπικότητα  των  ποντιακών  γραμμάτων»  ξέραμε  και  ξέρουμε  την  αξία  του  έργου  σου, την  μεγάλη  προσφορά  σου  στα  γράμματα, την  ανιδιοτέλεια  στις  ενέργειές  σου, το  ήθος  και  τις  αρετές  του  χαρακτήρα  σου, όλα  αυτά  που  σε  αναδεικνύουν  σε  συνεχιστή  των  σημαντικών  πνευματικών  ανθρώπων  που  υπηρέτησαν  την  Ε.Π.Μ. και  πρέπει  να  προβάλλονται  ως  παραδείγματα  για  τις  νεότερες  γενιές.

  

      Αγαπημένη  μου  αδελφή  Έλσα,

     Σε  μένα  έτυχε  η  μεγάλη  τιμή  να  σου  απονείμω  την  περγαμηνή  της  τιμητικής  διάκρισης  και  επαίνου, όπως  και  το  επίχρυσο  ανάγλυφο  μετάλλιο  της  Επιτροπής  Ποντιακών  Μελετών  σ’ αυτήν  τη  σεμνή  τελετή  ανάμεσα  σε  συγγενείς, φίλους  και  συναδέλφους  και  να  μοιραστώ  μαζί  σου  τη  χαρά  της  δίκαιης  αναγνώρισης  του  μόχθου  και  των  προσπαθειών  σου  για  τα  όμορφα  και  τα  ιδανικά  που  αγωνίστηκες  σ’ όλη  σου  τη  ζωή.  Πριν  κατέβω  από  το  βήμα επιτρέψτε  μου  μία  προσωπική  εξομολόγηση  για  εκτόνωση.  Όταν  η  Έλσα  ήτανε  φοιτήτρια,  στα πλαίσια  κάποιου  μαθήματος,   έπρεπε   να  κάνει τεστ και μέτρηση ευφυΐας, τότε εγώ ήμουνα  μαθητής  Στ΄ Δημοτικού, με  βάζει  απέναντι   κι  άρχισε  να  μου  υποβάλλει  ερωτήσεις, εγώ να  απαντώ  και  η  Έλσα  να με  βαθμολογεί, στο  τέλος  το  αποτέλεσμα  ήτανε  να  βγω  μεγαλοφυΐα, ομολογώ  Έλσα  μου, πως  ή  η  μέθοδος  σου δεν ήταν ενδεδειγμένη ή ότι ο μαθητής σου σε απογοήτευσε, γιατί εγώ τελικά έγινα ένας  απλός και ταπεινός υπηρέτης της Ε.Π.Μ., απόλυτα όμως ευτυχής, γιατί η ευτυχία κρύβεται  μέσα  στα  απλά  και  ουσιαστικά πράγματα».

 

Μετά τη σύντομη προβολή υλικού σχετικού με τη ζωή και το έργο της βραβευόμενης ακολούθησε η ομιλία του κ. Ιωάννη Ερμόπουλου, ομότιμου καθηγητή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, μέλος του Δ.Σ. της Ε.Π.Μ. με θέμα:

 

Έλσα  Γαλανίδου – Μπαλφούσια

«Η δικιά μας Έλσα»

 

«Σήμερα θα μιλήσουμε γι’ αυτήν την χαμογελαστή και καλοσυνάτη Κυρία που βλέπετε στην οθόνη. Και θα την τιμήσουμε, όσο μπορούμε. Γιατί της αξίζει. Της αξίζει και παραπάνω και όλοι μας το ξέρουμε αυτό. Η φωτογραφία έχει και δύο παραστάτες, που ίσως δεν τους διακρίνετε καλά. Είναι τα στηρίγματα και το κουράγιο της, η συμπαράσταση και η ενθάρρυνση, που ο καθένας μας θα ήθελε, πόσο μάλλον η ευαίσθητη, τρυφερή και συναισθηματική Έλσα. Ας μεγαλώσουμε λίγο τις φωτογραφίες για να τους αναγνωρίσετε. Είναι ο Χρήστος Γαλανίδης, ο αδελφός και  ο Θανάσης Μπαλφούσιας, ο σύντροφος.

Να σας πω δυο λόγια για την απόφαση γι’ αυτήν την τιμητική εκδήλωση. Ήταν ο περασμένος χειμώνας και είχαμε Δ.Σ. στην Ε.Π.Μ. Συζητούσαμε το θέμα της επιλογής του προσώπου, στο οποίο θα απονεμηθεί τον ερχόμενο Δεκέμβρη το βραβείο «Ισαάκ Λαυρεντίδης», για την εν γένει προσφορά του στα ποντιακά πράγματα, όταν κάποιος από το Δ.Σ. έθεσε το ερώτημα: «Καλά ρε παιδιά, την Έλσα πότε περιμένουμε να την τιμήσουμε για την προσφορά της στον ποντιακό ελληνισμό»; Ο Πρόεδρος αντέδρασε θυμάμαι λίγο έντονα, «να μην ευλογούμε τα γένια μας κλπ», τελικά κάμφθηκε, και να’ μαστε εδώ τώρα. Χρήστο, μόνο ένα μπράβο κι ένα ευχαριστώ από την καρδιά μας θέλουμε να πούμε στην Έλσα, για όλα αυτά που απλόχερα μας χάρισε και εξακολουθεί να μας χαρίζει. Τίποτα άλλο!

Ας αναφέρουμε τώρα κάποια πράγματα σχετικά με το βιογραφικό της Έλσας. Φιλόλογος, λαογράφος, συγγραφέας. Έτσι θα την περιέγραφα με τρεις λέξεις. Γεννήθηκε στη Νίκαια Πειραιά από γονείς πρόσφυγες, που γεννήθηκαν στην Αργυρούπολη του Πόντου. Τελείωσε το Γυμνάσιο στη Νίκαια και πήρε πτυχίο Φιλολογίας από τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Εργάστηκε στα φροντιστήρια ανωτάτων σπουδών Παπατζανάκη στον Πειραιά και από το 1960, επί τριάντα συνεχή έτη στα εκπαιδευτήρια ΔΟΥΚΑ στον Παράδεισο Αμαρουσίου, απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε ως Λυκειάρχης.

Στην αρχή ασχολήθηκε με τη δημοτική ποίηση, τη λαογραφία και διάφορα ιστορικά θέματα της Ηπείρου. Κατόπιν, μετά τη γνωριμία της με τον μεγάλο Πόντιο δάσκαλο Οδυσσέα Λαμψίδη, πρόεδρο της Ε.Π.Μ. για πολλά χρόνια, επηρεασμένη βαθύτατα από αυτόν, ασχολήθηκε πλέον με θέματα του Ποντιακού Ελληνισμού. Οι εργασίες της έχουν δημοσιευθεί ευρύτατα σε όλον τον Ποντιακό τύπο. Έκανε και κάνει διαλέξεις (ποιος δεν την έχει ακούσει!) και παίρνει μέρος σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές με λαογραφικά θέματα. Μέχρι και στο BBC έφτασε η χάρη της, σε μια σειρά 18 ημιώρων εκπομπών, σχετικών με τη λαογραφία. Έχει συμμετάσχει σε μεγάλο αριθμό παρουσίασης βιβλίων κορυφαίων Ποντίων συγγραφέων (Χρ. Σαμουηλίδης κλπ). Έχει γράψει η ίδια μια σειρά βιβλίων, στα οποία θα αναφερθεί ο καλός μου συνάδελφος, καθηγητής κ. Μανόλης Σέργης, εγώ απλώς εδώ παραθέτω τους τίτλους:

1.       «Ποντιακή Λαογραφία. Οι 4 εποχές και οι μήνες τους», Παράρτημα 19, Αρχείο Πόντου, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, 1999.

2.      «Ο Άγιος Γεώργιος στον Ελληνισμό του Πόντου», εκδ. Αφοί Κυριακίδη, 2004.

3.      «Η Λαϊκή Μετεωρολογία στον Πόντο και τα φυσικά φαινόμενα», εκδ. Αφοί Κυριακίδη, 2007.

4.      «Λαογραφικά Πόντου: Απ’ όσα μου είπαν και …… άλλα», εκδ. Αφοί Κυριακίδη, 2010.

5.      «Σαχταρίτσα – Μαρίτσα: Από τα παραμύθια του ποντιακού ελληνισμού», σε συνεργασία με τον Χριστόφορο Χριστοφορίδη, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, 2013.

6.      «Εις μνήμην. Ξεχωριστές προσωπικότητες του Ποντιακού Ελληνισμού που γνώρισα», Παράρτημα 34, Αρχείο Πόντου, ΕΠΜ, 2015.

 

Επίσης, πολυάριθμα άρθρα της και μονογραφίες έχουν δημοσιευθεί και κυκλοφορήσει ευρέως. Δέχτηκε βιβλιοκριτικές–ύμνους για το συγγραφικό έργο της, από κορυφαίους Ποντίους επιστήμονες (Χ. Σαμουηλίδης, Ν. Λαπαρίδης, Α. Ταταρίδης κλπ). Όλοι τονίζουν, μεταξύ άλλων χαρακτηριστικών της, την καλή γνώση των πηγών, την επιστημονική τεκμηρίωση, τη βιωματική προσέγγιση των θεμάτων που πραγματεύεται, με εμφανές συναίσθημα πλημμυρισμένο από αγάπη. Πιο απλά: μια ευαίσθητη και τρυφερή δουλευταρού.

Για τη δράση της και τη μεγάλη προσφορά της στα ποντιακά σωματεία και στον ποντιακό ελληνισμό γενικότερα, της έχουν απονεμηθεί τιμητικά διπλώματα και μετάλλια (Ίδρυμα Παναγία Σουμελά, Εύξεινος Λέσχη Θες/νίκης, Μέριμνα Ποντίων Κυριών Θεσσαλονίκης, πολλά ποντιακά σωματεία της Αττικής, καθώς και από την UNESCO). Η Έλσα τα αποκαλεί: «η περιουσία μου». Το έργο της έχει χρησιμοποιηθεί ως πηγή και αναφορά σε πολλές εργασίες άλλων συγγραφέων (διδακτορικά, μεταπτυχιακές εργασίες κλπ).

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σας διαβάσω τον πρόλογο που μου εμπιστεύθηκε να γράψω η Έλσα, στο βιβλίο της «Λαϊκή Μετεωρολογία».

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

«Όταν η αγάπη γι’ αυτό που καταπιάνεσαι σμίγει με τη βαθιά γνώση και τη μεθοδικότητα, τότε το αποτέλεσμα είναι βέβαιο. Αυτό το ιδανικό συναπάντημα αγάπης, γνώσης και μεθοδικότητας ήταν τυχερό να πραγματοποιηθεί στην περίπτωση του παρόντος πονήματος. Έτσι, είναι εύκολο για τον προλογίζοντα, χωρίς να καταφύγει σε υπερβολές, να περιγράψει με λίγα λόγια το συγγραφέα και τη δουλειά του.

Η Έλσα, η αγαπημένη φίλη, με το μόνιμο παιδικό ενθουσιασμό της και  με εξαιρετική δεξιοτεχνία, κατάφερε να σμιλέψει το υλικό της, να το ταξινομήσει περίτεχνα και να το παρουσιάσει τελικά, με ένα τρόπο, όχι μόνον απολύτως εύληπτο και σαφή, όπως άλλωστε μας έχει συνηθίσει στα κείμενα ή στον προφορικό της λόγο, αλλά συγχρόνως γλαφυρό και ευχάριστο.

Παρόλο που η συγκέντρωση ενός τέτοιου υλικού και η αποδελτίωση γενικά είναι ιδιαίτερα δύσκολη και επίπονη εργασία, δεν πιστεύω ότι η συγγραφέας δυσκολεύτηκε. Γιατί έχει το «χάρισμα» να μπορεί με την πέννα της να ζωγραφίζει όμορφα τις λέξεις και τις προτάσεις, παρασύροντας τον αναγνώστη με αριστοτεχνικό τρόπο, στο μαγικό, νοερό ταξίδι στην πατρίδα των γονιών και των παππούδων της, στην αιώνια πατρίδα.

Έτσι, ψάχνοντας σε βάθος και σε πηγές έγκυρες, ερμηνεύοντας και σχολιάζοντας συγχρόνως, περιγράφει γλαφυρά και πάντοτε σε συνδυασμό με την ανθρώπινη ύπαρξη, τη σημασία του ουρανού με τον ήλιο, τη σελήνη και τα άλλα αστέρια, στη ζωή και τις λειτουργίες των παππούδων μας στον πόντο, τον καιρό και τα διάφορα φυσικά φαινόμενα που παρακολουθούν κι επηρεάζουν τη ζωή τους (αστραπή, βροντή, κεραυνός, βροχή, χιόνι κλπ). Κι ακόμη, περιγράφει αναλυτικά και με πλήθος παραπομπών, δουλεύοντας πάντα «άμον μελεσσιδόπον», τι σήμαινε η ημέρα, το βράδυ, η νύχτα, η εβδομάδα κι οι μήνες για τον Πόντο, αυτοτελώς αλλά και σε συνδυασμό με σχετικές παροιμίες, ανέκδοτα, αινίγματα, έθιμα, δοξασίες, τραγούδια κλπ.

Και μη νομίσετε, ότι γίνεται εδώ μία απλή παράθεση και καταγραφή. Η αγάπη της Έλσας γι' αυτό που την απασχόλησε, ενσωματώνεται  σε κάθε σειρά του βιβλίου. Με κορύφωση στον επίλογο, όπου πια κανείς αντιλαμβάνεται, ότι πέρα από την ερμηνευτική διερεύνηση όλων αυτών που προαναφέρθηκαν, μας αποκαλύπτει, σε λίγες μόνο γραμμές, το ορμέμφυτο και καταπιεστικό μεγαλείο της «επιστροφής στις ρίζες», που όλοι κουβαλάμε μέσα μας, βαρύ φορτίο και γλυκό, ανερμήνευτη νοσταλγία, πόνο και καταφυγή.

Έτσι, τελειώνοντας την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, ένας απλός «τεχνοκράτης», δεν έχει άλλο να κάνει από το να υποκλιθεί στην προσφορά της Έλσας, να την ευχαριστήσει από καρδιάς, και να ευχηθεί  «...κι άλλα χίλια».

 

Η Έλσα είναι μέλος στο Δ.Σ. της Ε.Π.Μ, στον Κύκλο του Ελληνικού παιδικού βιβλίου, στην Εταιρεία Ελλήνων Φιλολόγων και μέλος πολλών Ποντιακών Σωματείων του λεκανοπεδίου Αττικής.

 

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί μου συμπατριώτες, αυτά με λίγα λόγια είναι ένα κομμάτι από την τιμώμενη. Θέλησα να μη σας κουράσω με λεπτομέρειες από το βιογραφικό της Έλσας (π.χ. τους τίτλους των πολυάριθμων ομιλιών της, τις βιβλιοπαρουσιάσεις που συμμετείχε κλπ.). Εξ άλλου έχουν μιλήσει στο παρελθόν αρκετοί σε αντίστοιχες τιμητικές εκδηλώσεις με αναλυτικές περιγραφές για το εκτεταμένο συγγραφικό έργο της (Χ. Σαμουηλίδης, Χ. Ανδρεάδης, Πόπη Τσακμακίδου-Κωτίδου κλπ).

 

Έλσα μου, το ξέρω πως κι εσύ μ’ αγαπάς!

Θέλω από τα βάθη της καρδιάς μου να σε ευχαριστήσω που με τιμάς τόσα χρόνια με τη φιλία σου.

Δεν ξέρω αν κατάφερα να μεταφέρω με επάρκεια, αυτά που έχεις πράξει μέχρι σήμερα, υπακούοντας εσύ στο καθήκον απέναντι στους προγόνους μας, αλλά και στις επόμενες γενιές. Σίγουρα όμως θα μου το πει ο Θανάσης, αυτός ο έντιμος σύντροφός σου που το ίδιο αγαπώ και εκτιμώ. Και θα μου το πει χωρίς περιστροφές, για να μπορέσω την επόμενη φορά που θα σε τιμήσουμε, να επανορθώσω. Προς το παρόν, σε παρακαλώ να αρκεσθείς στο λίγο που μπόρεσα, μαζί με αυτό το μικρό μπουκέτο μανουσάκια, απ’ την καρδιά μου. Και θα να σου αποκαλύψω και ένα μυστικό: Τα μανουσάκια τα μάζεψε η Μαρία μου, που τόσο πολύ κι αυτή σ’ αγαπάει.

 

«Να είσαι γερή και δυνατή,  «κι ας’ ατά κι άλλα χίλια»!

 

Στη συνέχεια ο κ. Δημήτρης Τομπουλίδης, π. Δήμαρχος, Γεν. Έφορος της Ε.Π.Μ. μίλησε με θέμα «Η προσφορά της Έλσας Γαλανίδου-Μπαλφούσια στα Ηπειρώτικα Γράμματα»:    

      «Κυρίες και κύριοι καλώς ήρθατε,

      Πρώτα θέλω να συγχαρώ τον Πρόεδρο και το Δ.Σ. της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, για την πρωτοβουλία που είχαν να διοργανώσουν τη σημερινή τιμητική εκδήλωση για την ΄Ελσα Γαλανίδου–Μπαλφούσια, μιας ξεχωριστής προσωπικότητας των γραμμάτων, ενός δικού μας πνευματικού ανθρώπου. Παρόμοιες εκδηλώσεις, δεν τιμούν μόνο τα διάφορα πρόσωπα που ξεχωρίζουν στην κοινωνία μας με τη στάση ζωής τους και το έργο τους, τιμούν συγχρόνως το σωματείο που διοικούν, τους ιδρυτές και τα μέλη τους, καθώς και τους ίδιους. Μπράβο!!

     Αγαπητές και αγαπητοί,

     Σήμερα για την Ε.Π.Μ είναι μια μεγάλη μέρα. Μέσα από την ειδική αυτή εκδήλωση θέλουμε να ευχαριστήσουμε από καρδιάς, μια ξεχωριστή προσωπικότητα του ποντιακού ελληνισμού αλλά και της ελληνικής λαογραφίας. Η Έλσα μας, δεν είναι απλά μια Πόντια συγγραφέας, είναι ειδική επιστήμων λαογράφος με όλες τις παραδοχές των ειδικών.

     Ο Νικόλαος Πολίτης χώρισε τα λαογραφικά θέματα σε δύο μεγάλες κατηγορίες:

α) σε μνημεία λόγου (φιλολογική λαογραφία) και

β) σε κατά παράδοσιν πράξεις και ενέργειες (εθιμική).

     Ο Δημήτρης Λουκάτος στο βιβλίο του «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΉ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ», έκδοση 1985 του μορφωτικού ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας γράφει ότι: Λαογραφία είναι γενικά η επιστήμη που παρακολουθεί και ερμηνεύει τις εκδηλώσεις της ζωής του λαού, πνευματικές, ψυχικές και καλλιτεχνικές, αυτές που αποτελούν τον πολιτισμό του ίδιου του λαού και του έθνους. Οι σκοποί της λαογραφίας περιληπτικά είναι τέσσερεις: επιστημονικοί, εθνικοί, ανθρωπιστικοί και διεθνιστικοί. Επίσης ο Λουκάτος μετατρέπει τις δύο κατηγορίες του Νίκου Πολίτη σε φιλολογική λαογραφία και σε εθιμική.  Η Λαογραφία για μένα εκφράζει την κοινωνία από την οποία γεννιέται αλλά και την επηρεάζει βαθύτατα με το δικό της τρόπο. Η Έλσα,  λοιπόν, ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα είδη λαογραφίας, σύμφωνα με όσα γράφουν ο Νικόλαος Πολίτης και ο Δημήτριος Λουκάτος. Προσέφερε και προσφέρει όσο λίγοι συμπατριώτες μας στον Πόντο και στην Ελλάδα με πολλούς τρόπους και σε πολλούς τομείς. Αθόρυβα, ουσιαστικά με πρακτικές μορφές, χωρίς τυμπανοκρουσίες και με μεγάλη επιστημονική αρτιότητα.

     Μετά την αποφοίτησή της από την Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, εργάστηκε ως φιλόλογος σε φροντιστήρια ανωτέρων σπουδών στον Πειραιά. Το 1960 προσελήφθη στα  ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΔΟΥΚΑ, όπου εργάστηκε για 30 συνεχή χρόνια, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε ως Λυκειάρχης.   Για τη δράση της στις σχολές Δούκα τιμήθηκε 2 φορές με ειδικό μετάλλιο. Σε μια από αυτές τις τιμητικές εκδηλώσεις είπαν: «Η ΄Ελσα Γαλανίδου είναι άριστος εκπαιδευτικός με πάθος για το λειτούργημά της, ολοκληρωτική αφοσίωση στην αποστολή της και με ιδιαίτερη ευαισθησία στην παιδική ψυχή.»

     Παρά την ποντιακή της καταγωγή και την μεγάλη αγάπη που ένιωθε για τον Πόντο, αγάπη που της μετέδωσαν οι αγαπημένοι της γονείς πρόσφυγες Παρθενόπη και Γιάννης, ο ιδρυτής και ιδιοκτήτης των σχολών Δούκα, αείμνηστος Φίλιππος Ν. Δούκας από τα Ζαγοροχώρια της Ηπείρου, με το έμπειρο μάτι του μεγάλου εκπαιδευτικού, κατάλαβε τις ικανότητές της και την έπεισε να ασχοληθεί με τη λαογραφία της Ηπείρου. Η Έλσα, φύσει φιλομαθής άνθρωπος, με μεγάλη αφομοιωτική ικανότητα, πολλά ενδιαφέροντα, με αξιοζήλευτη επιστημονική και κοινωνική συγκρότηση και με τη σκέψη ότι «Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα» σκέψη που περνούσε με κάθε τρόπο και στους μαθητές της, ασχολήθηκε σοβαρά με το αντικείμενο, όπως και με ό,τι άλλο μέχρι σήμερα έχει ασχοληθεί.

     Εκτιμώντας την αγάπη, το σεβασμό και την εμπιστοσύνη που της είχε δείξει ο Φίλιππος Δούκας, θέλησε να τον τιμήσει με μια διάλεξη – ξεκίνημα, που έδωσε στη μεγάλη αίθουσα του  ξενοδοχείου ΑΜΠΑΣΑΝΤΕΡ Αθηνών, με θέμα «ο ποιητής Κώστας Κρυστάλλης». Η εκδήλωση είχε μεγάλη απήχηση στον πνευματικό κόσμο που την παρακολούθησε, ιδιαίτερα στο ζεύγος Ιωάννη και Ρένα Δούκα και που έγινε αφορμή να της παρέχουν όλα τα μέσα, προκειμένου να ασχοληθεί και με άλλες πνευματικές εργασίες γύρω από την Ήπειρο.  Έτσι άρχισε το μεγάλο της ταξίδι στα ιστορικά θέματα, στη λαογραφία και στη δημοτική ποίηση της Ηπείρου. Έκανε μελέτες για ιστορικά θέματα όπως:

-Η προσφορά της Ηπείρου στους απελευθερωτικούς αγώνες.

-Η Ηπειρώτισσα γυναίκα 

-Το Νεκρομαντείο της Πάργας και

 -Οι Εθνικοί Ευεργέτες της Ηπείρου

     Σ’ αυτή της την εργασία γράφει: «Οι μεγάλοι Ηπειρώτες ευεργέτες, αφοί Ζάππα, Μιχαήλ Τοσίτσας–Αβέρωφ, Γεώργιος Χαντζηκώστας, Αρσάκης, Ριζάρης, Ζώης Καπλάνης και Νικόλαος Ζωσιμάς, άφησαν έργα που προκαλούν τον θαυμασμό σε όλες τις νεότερες γενιές. Δικά τους έργα είναι, το Ζάππειο Μέγαρο, το Μετσόβιο Πολυτεχνείο, η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, η αναμαρμάρωση του Καλλιμάρμαρου Παναθηναϊκού Σταδίου, η Ριζάρειος Σχολή, το Αρσάκειο Παρθεναγωγείο, το Ορφανοτροφείο Χαντζηκώστα, η Ζωσιμαία Ακαδημία Ιωαννίνων και το Θωρηκτό Αβέρωφ, που μεγαλούργησε στη διάρκεια των αγώνων για την ελευθερία του έθνους μας.

     Πλούσιο έργο παρουσίασε και στην λαογραφία της Ηπείρου. Ερεύνησε και κατέγραψε τα ήθη και τα έθιμα της Ηπείρου, τραγούδια, χοροί, ενδυμασίες, καθώς και την ιστορική διαδρομή της αργυροχρυσοχοΐας στην Ήπειρο.          

     Για την ΄Ελσα η δημοτική ποίηση κάθε λαού κατέχει ξεχωριστή θέση στο λογοτεχνικό του στερέωμα. Πιστεύει ότι αυτή η ποίηση είναι ο καθρέφτης της ψυχής του λαού, είναι η πιο αγνή και η πιο ειλικρινής εξωτερίκευση των σκέψεων, των αισθημάτων και των αντιλήψεων μιας φυλής.

     Όπως γράφει:

     Η Ήπειρος έχει περισσότερα δημοτικά τραγούδια απ’ όσα όλη η υπόλοιπη Ελλάδα. Απόδειξη αποτελεί ότι από τα 126 δημοτικά τραγούδια της συλλογής του ΦΩΡΙΕΛ, τα 70 είναι ηπειρώτικα και από τα 646 του ΠΑΣΣΟΒ τα 250 είναι ηπειρώτικα.

     Και συνεχίζει,

     Η αξία των ηπειρώτικων τραγουδιών δεν χρειάζεται καμιά άλλη δικαίωση εκτός από τις κρίσεις του Γκαίτε που υπήρξε ένθερμος θαυμαστής, γενικά των δημοτικών τραγουδιών και μετάφρασε μάλιστα μερικά από αυτά με την ονομασία «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΑΣΜΑΤΑ». Ο δε Σπυρίδων Ζαμπέλιος, σπουδαίος ιστορικός και λογοτέχνης του 19ου αι., τα ονόμασε «θαυμαστά ελεγειογραφίας αριστουργήματα».

 

     Εδώ νομίζω ότι αξίζει να σας διαβάσω τι γράφει για την αξία και την επίδραση στις ψυχές των Ελλήνων, των τραγουδιών αλλά και του παραδοσιακού μουσικού οργάνου το κλαρίνο.     Στον πόλεμο του 1940 στην Αλβανία ο Συνταγματάρχης Δαβάκης κρατούσε πάντα τον Χαλκιά με το κλαρίνο του στα μετόπισθεν, χωρίς να του εξηγεί το λόγο. Κάποτε ο Χαλκιάς παραπονέθηκε γιατί δεν πολεμάει κι αυτός στην πρώτη γραμμή μαζί με τους άλλους. Τότε ο Δαβάκης του είπε « Τι λες, αν χάσω εσένα και το κλαρίνο σου, τότε σίγουρα θα χάσω όλους τους άντρες μου. Ποιος θα παίζει «τα παιδιά της Σαμαρίνας » μετά από κάθε μάχη και να εμψυχώνει τους στρατιώτες; Μείνε εκεί που είσαι και παίξε τώρα «τα παιδιά της Σαμαρίνας».

     Ίσως γι’ αυτό να ασχολήθηκε με όλες τις μορφές της δημοτικής  ποίησης της Ηπείρου, από την γέννηση έως και τον θάνατο. Όπως:

     -Τραγούδια για τη νέα ζωή, που έρχεται στο φως

     -Τραγούδια της αγάπης

     -Τραγούδια νυφιάτικα και του γάμου

     -Τραγούδια της εργατιάς

     -Τραγούδια της ξενιτιάς

     -Σκωπτικά τραγούδια

     -Τραγούδια του Κάτω Κόσμου και του Χάρου, καθώς και

     -Μοιρολόγια της Ηπείρου       

     Το πλούσιο έργο της Έλσας Γαλανίδου–Μπαλφούσια άνοιξε τις καλύτερες αίθουσες των Αθηνών, όπως Αρχαιολογική Εταιρεία, Παρνασσός, Ελληνοαμερικανική Ένωση και άλλες. Οι φιλολογικές, λαογραφικές και ιστορικές διαλέξεις της σημειώνουν μεγάλη επιτυχία. Όσο μελετούσε και έγραφε για την Ήπειρο, τόσο η αγάπη της για τον τόπο αυτό πλάταινε και βάθαινε.

     Να τι γράφει η ίδια σε κάποιο απ’ τα έργα της.

     «Η Ήπειρος ήταν και είναι ένα κομμάτι της Ελλάδας, το πιο πολύτιμο και το πιο ακριβό. Είναι ένα από τα διαμάντια που στολίζουν το δαχτυλίδι που λέγεται Ελλάδα. Είναι η δασκαλομάνα αλλά και η μάνα των μεγάλων ευεργετών μας. Είναι ο τόπος όπου διαδραματίστηκαν τα μεγαλύτερα γεγονότα της ιστορίας μας. Από δω ξεπήδησαν ο Πύρρος, αλλά και οι Σουλιώτες, εδώ έζησε το Βυζάντιο με τη μορφή του Δεσποτάτου της Ηπείρου, από δω τα μέλη της Φιλικής Εταιρίας Τσακάλωφ και Σκουφάς, αλλά και εδώ αντιλάλησε το ΟΧΙ το 1940-41. Γενικά από τα πανάρχαια χρόνια η Ήπειρος υπήρξε και εξακολουθεί να είναι το προπύργιο και ο κυματοθραύστης, πάνω στο οποίο σπάζουν τα μανιασμένα κύματα των εχθρών της πατρίδας.

     Και συνεχίζει,

     Όμως, η Ήπειρος δεν συνέβαλε μόνο στους εθνικούς μας αγώνες, έχει παράλληλα να παρουσιάσει και μεγάλη πνευματική προσφορά. Γνωστή άλλωστε η ρήση σε όλους. «Γιάννενα πρώτα στ’ άρματα στα γρόσια και τα γράμματα».

     Η συμβολή της Ηπείρου στα γράμματα θα φανεί και κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Τότε που η Ελλάδα αγωνιζότανε τον υπέρ πάντων αγώνα και ζητούσε λευτεριά και ζητούσε πίσω σπιθαμή προς σπιθαμή τα εδάφη της, τότε η Ήπειρος γίνεται πνευματική πηγή, έτοιμη να ξεδιψάσει όλη την Ελλάδα.

     Στη μεγάλη διαδρομή που ασχολείται με την έρευνα και συγγραφή, γνωρίζει ανθρώπους που ασκούν επίδραση στην πνευματική της εξέλιξη, όπως τον Λυκειάρχη και συγγραφέα  Κ. Δεμερτζή, τον αείμνηστο Γυμνασιάρχη από τη Ζάκυνθο Σπύρο Αβούρη, το Δικαίο Βαγιακάκο, δ/ντη του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών καθώς και τον Πρόεδρο της Ηπειρωτικής Εταιρείας συγγραφέα και πνευματικό άνθρωπο της Ηπείρου Αλέξανδρο Μαμμόπουλο.

     Το πλούσιο συγγραφικό έργο της Έλσας Γαλανίδου–Μπαλφούσια έχει κατά καιρούς δημοσιευθεί και δημοσιεύεται σε εφημερίδες και πολλά ελληνικά περιοδικά, καθώς και σε περιοδικά και εφημερίδες της ομογένειας του εξωτερικού. Συνεργάζεται με την Εταιρεία Ελλήνων Φιλολόγων, όπου είναι και μέλος. Με την εφημερίδα Ηπειρωτικός Αγών, με το περιοδικό Ηπειρωτική Εταιρεία και το Δελτίο Πνευματικής Ενημέρωσης. Συμμετέχει καθοριστικά στην έκδοση του ημερολογίου των εκπαιδευτηρίων ΔΟΥΚΑ το 1984 αφιερωμένο στην ελληνική λαϊκή φορεσιά της Ηπείρου, με φωτογραφίες που πήρε από το βιβλίο του Αλεξ. Αχ. Μαμόπουλου, «ΗΠΕΙΡΟΣ», λαογραφικά, ηθογραφικά, εθνογραφικά, το οποίο προλογίζει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΗΛ. ΠΟΥΛΙΤΣΑΣ, ακαδημαϊκός, τέως πρόεδρος του ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ.

     Σ’ αυτό το λεύκωμα γράφει:

     Οι φορεσιές των γυναικών είναι από τις πιο ωραίες και τις πιο πλούσιες σε κεντήματα, είτε από χρυσό, είτε από μετάξι, που τις έφτιαχναν μάστοροι με πολύ μεράκι. Ακόμα τις κοσμούσαν πλουσιότατα κοσμήματα και βαρύτατα αριστουργήματα της ηπειρώτικης αργυροχρυσοχοΐας, ξακουστής σ’ όλο τον κόσμο, μέχρι και σήμερα ακόμη. Επίσης συμμετέχει με κείμενα, σε λεύκωμα στη μνήμη Σπύρου Ν. Αβούρη που εξέδωσε η Δημόσια Βιβλιοθήκη Ζακύνθου.

     Κατά τη διάρκεια της ενασχόλησής της με τα Ηπειρωτικά Γράμματα, είπαν διάφοροι για την Έλσα:

·        ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΑΜΟΠΟΥΛΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ:

Η Έλσα Γαλανίδου-Μπαλφούσια είναι γνωστή στην ηπειρωτική πνευματική κίνηση της πρωτεύουσας. Οι φιλολογικές και λαογραφικές έρευνές της έχουν σημειωθεί – με επιτυχία – και στον ηπειρωτικό χώρο. Από το βήμα της αρχαιολογικής εταιρείας μάς έχει αναπτύξει θέματα σχετικά με το ηπειρώτικο δημοτικό τραγούδι, που ιδιαίτερα την απασχολεί. Επίσης, συνεχίζει, ασχολήθηκε με λαογραφικά και ιστορικά θέματα της Ηπείρου, πολλά των οποίων έδωσε στη δημοσιότητα.

·        Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ ο γνωστός συγγραφέας σε όλους μας, στο τέλος μιας εκδήλωσης την πλησίασε και της είπε: Είμαι ενθουσιασμένος, μη σταματάς, συνέχισε με τον ίδιο ζήλο.

 

·        Σε ομιλία της για το Νεκρομαντείο της Πάργας, το οποίο παρακολούθησαν πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, επιθεωρητές, καθηγητές και ανώτατοι αξιωματικοί, στο τέλος μαζί με τα συγχαρητήρια, τόνιζαν: μας αναπτύξατε ένα τόσο θλιβερό θέμα και εμείς φεύγουμε γεμάτοι με ευφρόσυνη διάθεση.

    Η ίδια λέει ότι ήταν μια από τις ωραιότερες μέρες της.

     Η αποκλειστική ενασχόλησή της με την Ήπειρο, σταματά το 1979, όταν γνωρίζει τον παγκοσμίου φήμης βυζαντινολόγο, διδάκτορα της φιλοσοφίας και πρόεδρο της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, Δάσκαλο όλων μας, Οδυσσέα Λαμψίδη. Τότε χωρίς να απαρνηθεί την πρώτη της αγάπη, αφοσιώνεται πλέον περισσότερο στα ποντιακά.

     Κυρίες και κύριοι,

Η ΄Ελσα Γαλανίδου–Μπαλφούσια, είναι μια χαρισματική προσωπικότητα και αυτό αναδύεται μέσα από τις δεκάδες χιλιάδες σελίδων των βιβλίων της και των εργασιών της που δημοσιεύτηκαν μέχρι σήμερα. Έχει ένα ιδιαίτερο τρόπο να παρουσιάζει την πνευματική της εργασία. Έχει το χάρισμα να γοητεύει. Η δομή της ομιλίας της αλλά και η γλωσσική της αρτιότητα είναι τέτοια, που κρατά πάντα αμείωτο το ενδιαφέρον των ακροατών. Στους παραλληλισμούς όντων και πραγμάτων είναι ασυναγώνιστη. Η περιγραφή της φύσης θαυμαστή.     Κατέχει την τέχνη να δένει αρμονικά τα ιστορικά με τα λαογραφικά κομμάτια, ώστε να μας γεμίζει πάντα με αγαλλίαση το νου και την καρδιά.

     Κυρίες και κύριοι,

     Πολλές φορές δε βρίσκουμε τα λόγια όσο κι αν προσπαθούμε για να πούμε στον άλλο πόσο πολύ συγκινημένοι νιώθουμε για τη διαρκή του προσφορά και για τη ζεστασιά της παρουσίας του. Κοντεύουμε να ξεχάσουμε πως υπάρχουν και τέτοιοι άνθρωποι, που ξέρουν μόνο να δίνουν χωρίς να ζητάνε τίποτα. Οι άνθρωποι αυτοί για μένα είναι φωτισμένα άτομα, ευλογημένα από το Θεό.

     Αγαπητή μας Έλσα, εμείς τα μέλη του Δ.Σ της Ε.Π.Μ σε συγχαίρουμε και σε ευχαριστούμε, σου ευχόμαστε από καρδιάς να κρατήσεις το δυναμισμό σου, το χαμόγελό σου, τη ζωντάνια σου και να συνεχίσεις την αξιοθαύμαστη προσφορά σου. Το έργο σου είναι μια παρακαταθήκη που μας τιμά όλους.

     Αγαπητές και αγαπητοί,

     Γνώριζα από την αρχή, ότι για να μιλήσω και περισσότερο να γράψω για την Έλσα, ήταν τόλμημα. Πήρα όμως θάρρος σ’ αυτό το εγχείρημα, πρώτα από την αγάπη και το θαυμασμό που τρέφω γι’ αυτή και δεύτερον από την βαθειά πίστη μου, ότι οι άνθρωποι που τάζουν σκοπό στη ζωή τους, να υπηρετήσουν μια ιδέα και μάλιστα όταν αυτή η ιδέα είναι εθνική, πρέπει να τιμώνται, να γίνονται γνωστοί με κάθε τρόπο, αυτοί και το έργο τους, γιατί αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση.

 

Ελπίζω να τα κατάφερα.

Ευχαριστώ

 

Ακολούθησε η ομιλία του κ. Μανόλη Σέργη, Αναπληρωτή Καθηγητή Λαογραφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, με θέμα: Η Έλσα Γαλανίδου-Μπαλφούσια  ως λαογράφος. Παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου της, Παράρτημα 34 του «Αρχείου Πόντου» με τίτλο «Εις μνήμην. Ξεχωριστές προσωπικότητες του ποντιακού ελληνισμού που γνώρισα».

Μετά τη βράβευση της κ. Έλσας Γαλανίδου-Μπαλφούσια από τον πρόεδρο της Ε.Π.Μ. κ. Χρήστο Γαλανίδη, ακολούθησε η αντιφώνηση της τιμωμένης και η ομιλία της:

«Αγαπημένοι  συγγενείς  και  φίλοι  σας  ευχαριστώ  που  σήμερα  με  τιμάτε  με  την  παρουσία  σας. Οι Πόντιοι  λέμε «Η  τιμή  ’σον τιμημένον»  εννοώντας, ότι  η  τιμή  επιστρέφει  σ’ εκείνον  που  την  προσφέρει.  Γι’ αυτό  ευχαριστώ  ολόψυχα  τον  πρόεδρο  και  όλο  το  Δ.Σ.  της  Επιτροπής  Ποντιακών  Μελετών  που  επέλεξε  ομόφωνα  σήμερα  να  με  τιμήσει. Κι  όπως  ετόνισε  ο  αρχαίος  εκείνος  πρόγονός  μας, ο  ιστορικός  φιλόσοφος  Ξενοφών  ο  Αθηναίος, «Έπαινος  κάλλιστον  κτήμα  ανθρώποις» και  κάπου  αλλού, «Έπαινος  τροφή  ψυχής»  δηλώνοντας, ότι  ο  έπαινος  είναι  πηγή  ευγενούς  δημιουργίας, αυτή  η  τιμή  σήμερα  γίνεται  κίνητρο  για  μένα  να  μη  σταματήσω  να  εργάζομαι  για  την  ανάδειξη  και  προαγωγή  κάθε  στοιχείου  που  αφορά  στην  αλησμόνητη  πατρίδα  των  γονιών  και  των  παππούδων  μας, εφ’ όσον  ζω  και  είμαι  καλά.

      Και  τώρα  κατά  τα  ειωθότα  θα  προβώ  στην  ανακοίνωση  της  έρευνάς  μου  για  το  Βιβλίο  και  τις  Βιβλιοθήκες  από  αρχαιοτάτων  χρόνων  μέχρι  σήμερα».

 

ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ   

   Ο  άνθρωπος,  όταν  εμφανίστηκε  πάνω  στη  γη, ήταν ανυπεράσπιστος  απέναντι  στα  στοιχεία  της  φύσης, αγωνίστηκε  σκληρά  για  να  επικρατήσει  και  αφού  εξασφάλισε  τις  υλικές  του  ανάγκες  με  τη  φωτιά, τη  γεωργία, τον  τροχό, τη  μεταλλουργία  κ.ά. στράφηκε  και  προς  τον  θεωρητικό  λογισμό, άρχισε  να  σκέπτεται  και  προσπάθησε  να  βρει  τρόπους  ώστε  να  σημειώσει  γραπτά  αυτά  που  σκεπτότανε.  Και  τα  κατάφερε.

Θεμελιώδεις  κατακτήσεις  του ανθρώπου, στο  διάβα  των  αιώνων, υπήρξαν  η  γραφή και  η  αρίθμηση. Αυτοί οι δύο πνευματικοί  σταθμοί  απετέλεσαν  και  αποτελούν  βασική  προϋπόθεση  για την περαιτέρω ανάπτυξη του πολιτισμού, χωρίς  αυτές  τις  παλιές  (και  θεμελιώδεις,  όπως  προείπα) κατακτήσεις  δεν  θα  υπήρχε  πολιτισμός. Έκαναν, λοιπόν, οι μακρινοί εκείνοι  πρόγονοι μας την προσπάθεια να γράψουν πάνω σε φλούδες δέντρων, σε  όστρακα, σε  πινάκια  από άργιλο ή από ξύλο, από ύφασμα, έγραψαν ακόμη πάνω σε πέτρα, προσπάθησαν  και  χάραξαν πάνω στα βράχια σε σπηλιές (βραχογραφήματα),  παρέχοντας  μας  σήμερα  σπουδαίες  πληροφορίες  για  την  τότε  ζωή  τους. Το  υλικό  κάθε  φορά  που  χρησιμοποιούσαν  για τη  γραφή  τους  ήταν  ανάλογο  με  τις  ιστορικές  περιόδους  και  την  περιοχή  όπου  ζούσαν.

      Στην  αρχή  από  την  3η χιλιετηρίδα  π.Χ.  χρησιμοποίησαν  τον  πάπυρο, που  πατρίδα  του ήταν  η  Αίγυπτος,  όπου  φύτρωνε  και  το  ομώνυμο  φυτό. Η λέξη Βύβλος (με  υ)  ή  βιβλίο  προέρχεται  από  τη  Φοινικική  πόλη  Βύβλος, απ’ όπου  γινότανε  η  εισαγωγή  κατεργασμένου παπύρου.  Τα  φύλλα  από  πάπυρο  τα  συγκολλούσαν  για  να  αποτελέσουν  ένα  παπυρικό  κύλινδρο.  Το  γραμμένο  φύλλο  του  παπύρου  το  έλεγαν  βυβλίο  ή  βιβλίο, ενώ  το  άγραφο  το  έλεγαν  Χάρτη. Ο  πάπυρος  με  την  πάροδο  του  χρόνου διαδόθηκε  σε  ολόκληρη  τη  λεκάνη  της  Μεσογείου.

Στην  Ελλάδα  ο  πάπυρος  έγινε  γνωστός  τον  7ο αιώνα π.Χ.  και  εξακολούθησε  να  χρησιμοποιείται ως τον 5ο αιώνα π.Χ., μολονότι αυξήθηκε υπερβολικά η τιμή του,  λόγω  φόρων  και δαπανών μεταφοράς. Ο πάπυρος παρουσίαζε πολλά μειονεκτήματα, ήταν αρκετά  εύθραυστος, ευαίσθητος  στην  υγρασία  και  τη  φωτιά, επέτρεπε τη  γραφή  μόνο  από  τη  μία  πλευρά  και  γι’ αυτό  χρειαζότανε  πολλοί  κύλινδροι  για  ένα  μονάχα  κείμενο. Έτσι  σιγά-σιγά  άρχισαν  να  τον  παραμερίζουν  και  να  χρησιμοποιούν  την  περγαμηνή, που  ήταν  δέρμα  κατεργασμένο, λείο, που  πρώτος  εισήγαγε  για  χρήση  ο  Ευμένης, ο  βασιλιάς  της  Περγάμου, απ’ όπου  προήλθε  και  ο  ονομασία  του,   και  εδώ (στην  Πέργαμο)  είχε  τελειοποιηθεί  και  ο  τρόπος  κατεργασίας  του. Τα  πρώτα  βιβλία  βέβαια  ήταν  χειρόγραφα.  Με  την  παρόρμηση  των  μεγάλων  ιδρυτών  θρησκευτικών  ταγμάτων, οι  μοναχοί  επιδόθηκαν  στην  αντιγραφή  βιβλίων.  Έτσι  δημιουργήθηκαν  εργαστήρια  όπου  οι  ιερωμένοι  αντιγραφείς  ασχολήθηκαν  με  την  αντιγραφή, την  εικονογράφηση  με  μινιατούρες, τη  βιβλιοδέτηση  των  καλύτερων  έργων κλασσικών  συγγραφέων  ή  των  πατέρων  της  εκκλησίας, (θυμάμαι  τον  καθηγητή  μου  Νικολ. Τωμαδάκη  στο  Παν/μιο  Αθηνών, που  μας  τόνιζε  ότι,  αν  δεν  υπήρχαν  αυτοί  οι  αντιγραφείς  των  μοναστηριών  στο  Βυζάντιο, ίσως  δεν  θα  γνωρίζαμε  τους  αρχαίους  Έλληνες  κλασσικούς).Ως  τον  12ο  αιώνα  το  βιβλίο  ήταν  προϊόν  αποκλειστικά  των  αβαείων  και  των  μοναστηριών. Υπήρχαν  και  περιπλανώμενοι  αντιγραφείς.

Μεγάλη  ώθηση  στη  γραφή  έδωσε  η  χρήση  του  χαρτιού.  Σήμερα, βιβλίο  ονομάζομε  κυρίως  σύνολο  από  ομοιόσχημα  φύλλα  χαρτιού, που  αποτελούν  ένα  σύνολο.  Κατόπιν  η  σημασία  της  λέξης  επεκτείνεται  και  σημαίνει  το  σύγγραμμα  που  έχει  γραφτεί  σε  τέτοια  φύλλα. Από  το  τέλος  του  8ου μ.Χ. και  τις  αρχές  του  9ου μ.Χ. αιώνα  συντελείται  μια  μεγάλη  αλλαγή.  Μετατρέπεται  τότε  η  μεγαλογράμματη  γραφή  σε  μικρογράμματη, και  λίγο  αργότερα  εισάγεται  σαν  γραφική  ύλη  το  χαρτί, που  αντικαθιστά  τον  πάπυρο  ή την  περγαμηνή. Εισάγεται  η  στίξη, ο  τονισμός, ο  χωρισμός  των  λέξεων  και  ταυτόχρονα  αρχίζει  η  μεταγραφή  των  κειμένων  στη  μικρογράμματη  γραφή, που  συντέλεσε  στη  μείωση  του  αριθμού  των  σελίδων, γιατί  τα  κεφαλαία  γράμματα  έπιαναν  πιο  πολύ  χώρο.  Το  βιβλίο  βέβαια  φτάνει  σε  ύψιστη  τελειότητα  με  την  πρόοδο  της  χαρτοποιίας  και  τυπογραφίας  και  διαδίδεται  ευρύτατα  και  γίνεται  και  φθηνό, ώστε  να  μπορούν  να  το  αποκτήσουν  πολλοί.

Η  γραφή  των  βιβλίων σε  χαρτί εμφανίζεται στους Έλληνες από τον 12ο  αιώνα.  Ο  πιο  παλιός  ελληνικός  κώδικας  θεωρείται  ότι  ανέρχεται  στο  έτος  1095. Η  ιστορία  βέβαια  του  Βιβλίου  καλύπτει  μια  περίοδο  περίπου  5.000 χρόνων  και  κατά  μεγάλο  μέρος  είναι  η  ιστορία  του  χειρογράφου. Πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ανατολή, αλλά  πού  ακριβώς  δεν  είναι  δυνατόν να προσδιοριστεί. Πιθανόν να εμφανίστηκε σε πολλά μέρη συγχρόνως, όπου  συγκροτημένες κοινωνίες έχουν φτάσει με  τον  πολιτισμό  τους  στην  ανάγκη  να  καταστήσουν  γραπτές τις νομικές διατάξεις τους, τις θρησκευτικές αντιλήψεις τους  ή  κείμενα  του  δημοσίου  με  οποιοδήποτε  ενδιαφέρον.

      Από  τη  στιγμή  που  ο  άνθρωπος  άρχισε  να  γράφει  γι’ αυτά  που  τον  απασχολούσαν, κατά  κύριο λόγο θέματα  θρησκευτικά, ιστορικά, επιστημονικά, εμπορικά, δημιουργήθηκε  και  η  ανάγκη  ίδρυσης  των  βιβλιοθηκών, για  να  αποθησαυρίσει  και  να  διατηρήσει  την  πολιτιστική  και  πνευματική  κληρονομιά  του. Με  τον  όρο  βιβλιοθήκη  εννοούμε α) τη  συλλογή  βιβλίων   που  είναι  καταταγμένα  με  ορισμένο  σύστημα, θέμα  ή  κλάδο, β) δωμάτιο  ή  αριθμός  δωματίων  ή  κτίριο  για  τη  φύλαξη  της  συλλογής  βιβλίων. Η  ανάπτυξη  της  συλλογής (βιβλίων) γινότανε  με  δωρεές  των  ιδίων  των  συγγραφέων, με  αντιγραφές  στα  εργαστήρια  αλλά  και  με  λεηλασίες  και  λαφυραγώγηση  κατά  τη  διάρκεια  των  πολέμων. Οι  συγγραφείς  δεν  πληρώνονταν, ενώ  θεωρούσαν  τιμή  τους  να  βρίσκεται  ένα  βιβλίο  τους  στη  βιβλιοθήκη.

      Στο διάβα των αιώνων βιβλιοθήκες και πολιτισμός αποδείχθηκε ότι είναι έννοιες  αλληλοεξαρτώμενες. Οι βιβλιοθήκες ακολουθούσαν  και  ακολουθούν  την  πολιτιστική  εξέλιξη  των  λαών  τους  οποίους  υπηρετούν. Βέβαια  οι  βιβλιοθήκες  προϋποθέτουν  να  υπάρχουν καλλιεργημένοι  άνθρωποι  που  να  γνωρίζουν  γραφή  και  ανάγνωση. Οι  πρώτες  αναφορές  για  βιβλιοθήκες  εμφανίστηκαν  στη  Μεσοποταμία  γύρω  στο  3.000 π.χ.

Για  την  ύπαρξη  Βιβλιοθηκών  στον  ευρύτερο  ελληνικό  χώρο  συμπεραίνουμε  από  τις  πήλινες  πινακίδες  της  Μινωικής  και  Μυκηναϊκής  εποχής. Στις  ανασκαφές  που  έγιναν  από  το  1950  στην  Κνωσό, βρέθηκαν  πήλινες  πινακίδες  και  λίθινες  επιγραφές  γραμμένες  στη  γραμμική  γραφή Β΄ και  θεωρείται  η  παλαιότερη  ελληνική  γραφή.  Εικάζεται  ότι  αυτή  ήταν  η  γλώσσα  του  εμπορίου, ενώ  η  γραμμική  γραφή  Α  ήταν  η  γλώσσα  που  χρησιμοποιούσε  ο  λαός. Μετά  το  1200 – 1100 π.Χ.  με  την  καταστροφή  του  Μινωικού  και  Μυκηναϊκού  πολιτισμού  έχουμε  μια  περίοδο  σκοτεινών  χρόνων.

Το πιο  παλιό  ελληνικό  βιβλίο  βρέθηκε  στην  Αίγυπτο, στον  τάφο του  Αμπουκίρ, περιείχε  τους  Πέρσες  του  Τιμοθέου  και  χρονολογείται  το  2ο μισό  του  4ου  αιώνα  π.Χ. Ο  αρχαιότερος  ελληνικός  πάπυρος  είναι  του  Δερβενίου (4ος αι.π.Χ.) έξω  από  τη  Θεσσαλονίκη  και  βρέθηκε  το  1960.

      Θα  μπορούσαμε να  διαχωρίσουμε τις  βιβλιοθήκες  σε:

      α) Δημόσια  βιβλιοθήκη = ίδρυμα  που  ανήκει  στο  κράτος  ή  στην  κοινότητα  όπου  η  προσέλευση  είναι  ελεύθερη.  Δανειστική  βιβλιοθήκη.

      β) Ιδιωτική  βιβλιοθήκη = αυτή  που  ανήκει  σε  ιδιώτη  ή  λέσχη.

      γ) Λαϊκή  βιβλιοθήκη = αυτή  που  περιέχει  βιβλία  γενικότερης  χρήσης  και  προορίζεται  κυρίως  για  τις  λαϊκές  τάξεις.

      δ) Κινητή  βιβλιοθήκη ή  λαϊκή  δανειστική  που  περιφέρεται  από  τόπο  σε  τόπο.

 

Βιβλιοθήκες ιδρύοντο και κατά τους  αρχαίους  χρόνους, π.Χ. στην  Αίγυπτο  υπήρχε  πλούσια  βιβλιοθήκη  στα  ανάκτορα  των  Θηβών.  Στην  Αθήνα  ο  Πεισίστρατος  ίδρυσε  την  πρώτη  βιβλιοθήκη  που  περιείχε  τα  ποιήματα  του  Ομήρου.  Ο  Αριστοτέλης  είναι  ο  πρώτος  ιδιώτης  που  συγκέντρωσε  μεθοδικά  βιβλία  και  κατάρτισε  πλούσια  βιβλιοθήκη  και  πολύ  αξιόλογη.  Ο  Πτολεμαίος  ο  Σωτήρ, ένας  από  τους  στρατηγούς  του  Μ. Αλεξάνδρου, όταν  έγινε  βασιλιάς  της  Αιγύπτου, ή  κατ’ άλλους  ο  γιος  του  Πτολεμαίος  ο  Φιλάδελφος (283-247 π.χ.)  ίδρυσε  την  βιβλιοθήκη  της  Αλεξανδρείας, την  πιο  περίφημη  και  ξακουστή, που  την  ονόμασαν  και  Μεγάλη  βιβλιοθήκη.  Λέγεται  ότι  είχε  700 χιλ. τόμους.  Καταστράφηκε  από  πυρκαγιά  κατά  την  άλωση  της  Αλεξανδρείας  από  τον  Ιούλιο  Καίσαρα  το 47 π.Χ. Άλλη  περίφημη  βιβλιοθήκη  κατά  την  αρχαιότητα  ήταν  της  Περγάμου, που  ιδρύθηκε  τον  2ο αιώνα π.Χ. από  τον  Άτταλο  τον  Α΄ ή  τον  γιο του  Ευμένη  το  Β΄.  Ο  Πλούταρχος  μάς  παραδίδει  ότι  είχε  200.000 τόμους  απλούς.

Στην  Αθήνα  ο  αυτοκράτορας  Αδριανός, (μέγας  ευεργέτης  Αθηνών) ίδρυσε  μεγάλη  και  πολυτελή  βιβλιοθήκη  στο  ανατολικό  μέρος  του  μεγάλου  οικοδομήματος, το  οποίο  ανασκάφθηκε  κατά  το  1885  κοντά  στη  λεγόμενη  παλιά  Αγορά.  Ο  Παυσανίας  γράφοντας  γι’ αυτή  τονίζει  την  πολυτέλειά  της.

      Στη  Ρώμη  κατά  τους  αρχαίους  χρόνους  υπήρχαν  μερικές  μικρές  συλλογές  βιβλίων, αλλά  σιγά-σιγά  η  επίδραση  του  ελληνικού  πνεύματος  έφερε  στους  κατακτητές  και  την  αγάπη  προς  το  βιβλίο. Βέβαια  οι  Ρωμαίοι  με  τις  κατακτήσεις  τους  λεηλατούσαν  τις  βιβλιοθήκες Μακεδονίας, Μ.Ασίας, όσες  εύρισκαν  στο  δρόμο  τους  και  μετέφεραν  τα  βιβλία  στη  Ρώμη.  Ο  Σύλλας  άρπαξε από την Αθήνα τη  βιβλιοθήκη  του  Απελλικώντος, που  περιελάμβανε  και  τα  συγγράμματα  του  Αριστοτέλη.  Μετά  το  39 π.Χ. ίδρυσαν  εκεί  και  δημόσια  βιβλιοθήκη.

Μεταγενέστερα  στην  Κωνσταντινούπολη  υπήρξαν  αξιόλογες  βιβλιοθήκες.  Εδώ  πρώτος  ο Μέγας Κωνσταντίνος ίδρυσε βιβλιοθήκη, που καταστράφηκε όμως από πυρκαγιά.  Βιβλιοθήκες  ίδρυσαν  και  οι  αυτοκράτορες  Ιουλιανός  και  Κωνσταντίνος  πορφυρογέννητος. Το  1204  με  την  επέλαση  των  Σταυροφόρων  Χριστιανών  καταστράφηκαν  οι  περισσότερες  βιβλιοθήκες  από  πυρκαγιές  και  λεηλασίες.  Μετά  το  1204  συγκροτήθηκαν  τρία  κράτη,  το  ένα  από  αυτά  ήταν  της  Νίκαιας, που  εθεωρείτο  ως  νόμιμος  κληρονόμος  της  Βυζαντινής  Αυτοκρατορίας. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης (1222-1254) ίδρυσε  βιβλιοθήκη  στη  Νίκαια. Ο  διάδοχος  του  Θεόδωρος  Β΄ Λάσκαρης (1254-1258)  ίδρυσε  σχολή  που  είχε  δημόσια  δανειστική  βιβλιοθήκη  και  επί  Μιχαήλ  Παλαιολόγου  το  1261  επανασυστήθηκε  η  αυτοκρατορική  βιβλιοθήκη. 

Υπήρχαν ακόμη και αξιόλογες ιδιωτικές  βιβλιοθήκες, που  διατηρήθηκαν  μέχρι  την  Άλωση  από  τους  Τούρκους  και  μετά.  Αξιόλογες  ήταν  και  οι  μοναστηριακές  του  Αγίου  Όρους,  του όρους  Σινά, της  Πάτμου  και  των  Πατριαρχείων  Ιεροσολύμων  και  Αλεξανδρείας. Και  στον  Πόντο  αξιόλογες  βιβλιοθήκες  είχαν  και  τα  τρία  μεγάλα  μοναστήρια:  Αγ.Ιωάννου  Βαζελώνος ή Ζαβουλών Παναγίας  Σουμελά και Αγ.Γεωργίου  Περιστερεώτα.

Μετά  την  άλωση  της  Κωνσταντινούπολης  η  κυκλοφορία  του  βιβλίου  ακολούθησε  τη  γενική  πτώση  της  πολιτιστικής  στάθμης  στον  ελληνικό  χώρο.  Την  πνευματική  παράδοση  του  Βυζαντίου  όμως  μετέφεραν  στη  Δύση  οι  πολυάριθμοι  Έλληνες  λόγιοι, που  χωρίς  να  χάσουν  τη  συνείδηση  της  καταγωγής  τους  εντάχθηκαν  στο  κίνημα  της  Αναγέννησης  που  μεσουρανούσε  τα  χρόνια  εκείνα  στην  Ιταλία.  Έτσι, λίγο  μετά  την  εφεύρεση  της  τυπογραφίας, εμφανίστηκε  και  το  πρώτο  ελληνικό  έντυπο  βιβλίο, που  ήταν η  Γραμματική  του  Κων. Λάσκαρη  που  εκδόθηκε  το  1476  στο  Μιλάνο  από  τον  Κρητικό  Δημήτριο  Δαμιλά.

Κατά  το  Μεσαίωνα  οι  ελληνικές  και  οι  βιβλιοθήκες  της  Δύσης  ήσαν  λίγες  και  ασήμαντες. Από  τις  διασημότερες  βιβλιοθήκες  ήταν:   στην  Ιταλία   της  Κρυπτοφέρης, στη  Γαλλία  στο  Παρίσι  του  Κλυνύ, στην  Αγγλία  του  Καίμπριτζ  και  του  Καντέρβερυ.

      Η  αναγέννηση  των  γραμμάτων  έδωσε  μεγάλη  ώθηση  στην  ανάπτυξη των  βιβλιοθηκών. Σήμερα στην Ευρώπη, στην Αμερική και στη Γαλλία έχουν φτάσει στη  μεγαλύτερη  πρόοδο  οργάνωσης και πλουτισμού. Πολλές περιέχουν εκατομμύρια τόμους και είναι άριστα  οργανωμένες.

Στην  Ελλάδα  σήμερα  οι  κυριότερες  βιβλιοθήκες  είναι  η  Εθνική, η  βιβλιοθήκη  της  Βουλής, η  βιβλιοθήκη  Εμμανουήλ  Μπενάκη, της  Αρχαιολογικής  Εταιρείας, της  Ιστορικής  και  Εθνολογικής  Εταιρείας, του  Ε.Μ.Πολυτεχνείου, του  Συλλόγου  προς  διάδοση  ωφελίμων  βιβλίων, του  Φιλολογικού  Συλλόγου  «Παρνασσός», της  Εταιρείας  Φίλων  του  Λαού.  Σπουδαία  είναι  και  η  Βιβλιοθήκη  της  εταιρείας  Μακεδονικών  Σπουδών  στη  Θεσσαλονίκη.

Μέσα  στο  χαλασμό  του  ξεριζωμού  με  την  Ανταλλαγή  των  Πληθυσμών 1923  οι  πρόγονοί  μας  μαζί  με  τις  εικόνες  και  τα  πολύτιμα  κειμήλια  τους  μετέφεραν  από  την  Αργυρούπολη (σήμερα Γκιουμόυσχανε) και  τα  βιβλία  από  τη  βιβλιοθήκη  τους.  Σήμερα, όσα  βέβαια  σώθηκαν  από  τη  Γερμανική  κατοχή, στεγάζονται  στη  βιβλιοθήκη  της  Νάουσας, που  με  περισσή  αγάπη  οργάνωσαν  και  διαφυλάττουν  οι  κάτοικοι  εκεί.  

Πολύ σπουδαία  ήταν  και  η  Βιβλιοθήκη  της  Ιεράς  Μονής  της Παναγίας  Εικοσιφοίνισσας  έξω  από  τη  Δράμα, την  οποία  το  1917  καταλήστεψαν  οι  Βούλγαροι.  Ο  κύριος  όγκος  των  χειρογραφων βρίσκεται σήμερα στο Ινστιτούτο Ιβάν Ντουϊτσεφ  στη  Σόφια.  Από  φωτισμένους  πνευματικούς  μας  ανθρώπους  γίνεται  προσπάθεια  επαναπατρισμού  τους. Επίσης  έχομε  δημόσιες  βιβλιοθήκες  και  σε  άλλα μέρη, όπως  Κέρκυρα, Ζάκυνθο, Κεφαλληνία, Ανδρίτσαινα κ.ά.

      Η  Εθνική  βιβλιοθήκη (Ε.Β.) ιδρύθηκε  από  τον  πρώτο  κυβερνήτη  της  Ελλάδος Ιωαν. Καποδίστρια στην  Αίγινα, που  ενώθηκε  με  το  μουσείο  στο  Ορφανοτροφείο. Αποτέλεσε  ξεχωριστό  ίδρυμα  όταν  αποχωρίστηκε  από  το  Μουσείο, μετά  το  θάνατο  του  Καποδίστρια  με  διάταγμα  στις  15  Μαΐου  1832  και  με πρώτο  επιστάτη (δηλ. διευθυντή)  τον  διδάσκαλο  του  Γένους  Γ. Γεννάδιον.  Μεταφέρθηκε  στην  Αθήνα  το  1834  και  το  1842  εγκαθίσταται  στο  κτίριο  του  πανεπιστημίου, παρέμεινε  εδώ  μέχρι  το  1866  όταν  απετέλεσε  την  εθνική  βιβλιοθήκη. Από το 1903 εγκαταστάθηκε  στο  αρχαιοπρεπές  μαρμάρινο  κτίριο, παραπλεύρως  του  πανεπιστημίου, το  οποίο  κτίσθηκε  με  δωρεά  των  αδελφών  Βαλλιάνων  από  την  Κεφαλληνία, πάνω  σε  σχέδια  του  Δανού  αρχιτέκτονα  Χάνσεν  του  νεώτερου. Από  το  1920  η  Ε.Β.  με  νόμο  κατέστη  νομικό  πρόσωπο, αυξήθηκε  το  προσωπικό, προΐσταται  διευθυντής  και  τελεί  υπό  την  ανωτέρα  επίβλεψη  του  υπουργείου  παιδείας και  θρησκευμάτων. Τα  έξοδα  της  βιβλιοθήκης  για  αγορά  βιβλίων, βιβλιοδεσίας  κλπ  καταβάλλονται  από  τον  ετήσιο  προϋπολογισμό  της  και  επίσης  από  το  κράτος, που  προέρχεται  από  την  επιχορήγηση  σ’ αυτήν  και  από  τις  πιστώσεις  στον  προϋπολογισμό  του  πανεπιστημίου  για  το  σκοπό  αυτό.  Αλλά,  ο  πλουτισμός  της  Ε.Β.  προέρχεται  από  δωρεές  και  από  προσφορές  που  σύμφωνα  με  το  νόμο  πρέπει  να  κάνουν  οι  συγγραφείς, εκδότες, τυπογράφοι  και  μάλιστα  να  καταθέτουν  εις  διπλούν  κάθε  έντυπο έργο, χάρτη  ή μουσικά  κείμενα. Η  Ε.Β. έχει  και  ιδιαίτερο τμήμα χειρογράφων, μεταξύ των οποίων και αρκετά  πολύ  πολύτιμα.  Ακόμη  περιέχει  χρυσόβουλλα, σιγίλλια, αιγυπτιακούς  πάπυρους, χαλκογραφίες, λιθογραφίες, ξυλογραφίες. Στην Ε.Β. λειτουργούν  τρία  αναγνωστήρια: α) το  κεντρικό  για  τους  καθηγητές  πανεπιστημίου, συγγραφείς, λόγιους κτλ., β) το  άλλο  είναι  για  τα  περιοδικά  και  το  γ) είναι  το  φοιτητικό.

Αυτή  την  περίοδο  αναγείρετε, με  γενναία  χορηγία  του  Ιδρύματος  Σταύρου  Νιάρχου,  στο χώρο  του  παλιού  ιπποδρόμου  στην  Καλλιθέα  σύμπλεγμα  κτιρίων  και  άλλων  χώρων  που  θα  στεγάσουν  την  Εθνική  Βιβλιοθήκη, την  Εθνική  Λυρική  Σκηνή  και  άλλες  πολιτιστικές  δραστηριότητες. Ελπίζω  ότι τα έργα  θα  ολοκληρωθούν  εντός  του  2016  και  θα  παραδοθούν  για  χρήση  στο  κοινό.

      Στην  Αθήνα  έχουμε  και  τη  δική  μας  Βιβλιοθήκη,  τη  Βιβλιοθήκη της  Επιτροπής Ποντιακών Μελετών  για  την  οποία  θα  μιλήσουμε  σε  προσεχή  εκδήλωσή  μας, όταν  θα  έχουμε  ετοιμάσει  την  ειδική  έκθεση  που  θα  έχει  διάρκεια  10  ημερών  και  στην  οποία  θα  εκθέσουμε τα 150 περίπου σπάνια βιβλία, εκδόσεων από το  1550 έως  το  1899, από  τις  χιλιάδες  που  διαθέτουμε. Ενδεικτικά  θα  σας  αναφέρω ότι  το  παλαιότερο  βιβλίο  της  βιβλιοθήκης  μας  επιγράφεται: Γρηγορίου του  Ναζιανζηνού  του  Θεολόγου Άπαντα, τα  μέχρι νυν μεν ευρισκόμενα, ων σχέσιν σελίς η δευτέρα περιέχει. Του  αυτού  βίος / συγγραφείς υπό  Σουίδα, Σωφρονίου  και  Γρηγορίου  του  πρεσβυτέρου.  Έκδοση έτους  1550.

 

  Πηγές:

1.      Εγκυκλοπαιδικό  Λεξικό  ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ

2.      Εγκυκλοπαίδεια  ΔΟΜΗ

3.      ΜΟΥΣΤΑΦΑ  ΕΛ ΑΜΠΑΝΤΙ  «Η  αρχαία  Βιβλιοθήκη  της  Αλεξανδρείας. Η  ζωή  και  η  μοίρα  της» Εκδόσεις «ΣΜΙΛΗ».

4.      Πληροφορητής  Γ. Κ. Χατζόπουλος τ.λυκειάρχης,  πρόεδρος εταιρείας Δραμινών  Μελετών.

5.      Φίλιππος  Τσιμπόγλου «Τι  αλλάζει  στην  Εθνική  Βιβλιοθήκη. Το  ΒΗΜΑ – βιβλία  Κυρ.20-7-2014.

 

 

 

Σας  ευχαριστώ  όλους  για  την  παρουσία  σας.

     Χαιρετισμό στην εκδήλωση απεύθυνε ο κ. Χριστόφορος Χριστοφορίδης, μέλος της Ε.Π.Μ.

 

«Στα χρόνια της 10ετίας του 1970 η γνωριμία μου με τον αείμνηστο Ηλία Τσιρκινίδη μ’ έφερε κοντά στον Καλλιτεχνικό Οργανισμό Ποντίων Αθηνών, του οποίου ήταν Πρόεδρος, και εγώ στη συνέχεια, ως Γενικός Γραμματέας, ήρθα σε επαφή και γνώρισα δια των εκδηλώσεων των ποντιακών συλλόγων της Αθήνας και Πειραιά και περιχώρων τον ποντιακό κόσμο της Αττικής.

Σε μια εκδήλωση του Συλλόγου της Νίκαιας-Κορυδαλλού γνώρισα και την Έλσα Γαλανίδου-Μπαλφούσια, η οποία σ’ εκείνη την εκδήλωση ήταν ομιλήτρια και παρουσίασε ένα οδοιπορικό στις κυριότερες πόλεις του Πόντου. Από τότε συχνά παρακολουθούσα ομιλίες της σε διάφορες εκδηλώσεις.

Το 1992, συνταξιούχος πλέον, εξακολουθούσα να διαμένω στην Αθήνα, προσφέροντας τις υπηρεσίες μου στον Κ.Ο.Π.Α. αλλά και διαθέτοντας αρκετό χρόνο στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, το χωριό μου, την Ξηρολίμνη και την Κοζάνη, γενέτειρα της συζύγου μου.

Στην Κοζάνη, η Εύξεινος Λέσχη από το 1985 εξέδιδε το τριμηνιαίο περιοδικό, το ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΒΗΜΑ, με την επιμέλεια του αείμνηστου επίσης φιλολόγου Νίκου Λαπαρίδη. Μετά το τελευταίο τεύχος του 1991, ο Νίκος Λαπαρίδης, για τους δικούς του λόγους, διέκοψε τη συνεργασία του με την Εύξεινο Λέσχη.

Κατά παράκληση του Προέδρου της Ευξείνου Λέσχης Κώστα Σανίδη, ή μάλλον σε τελεσίγραφό του ή αναλαμβάνεις την επιμέλεια και συνεχίζεται η έκδοση του περιοδικού ή την διακόπτουμε, ανέλαβα χωρίς καμία προηγούμενη εμπειρία, μόνο και μόνο για να μη διακοπεί η έκδοση του περιοδικού.

Στον δεύτερο χρόνο, με την επιμέλειά μου, της έκδοσης του περιοδικού το 1993, η Έλσα γίνεται συνεργάτης του περιοδικού. Έκτοτε, από το 33ο τεύχος μέχρι και το διπλό 102-103 του 2010, δεν έπαψαν να δημοσιεύονται εργασίες της Έλσας με λαογραφικό, γλωσσικό και λογοτεχνικό περιεχόμενο, αλλά και εργασίες με επίκαιρα ποντιακά θέματα.

Από το 1985 μέχρι το 2010, έτος διακοπής της έκδοσης του περιοδικού, πάνω από 200 συνεργάτες με αξιόλογες εργασίες τους λάμπρυναν τις σελίδες του περιοδικού. Έχετε αμφιβολία για το ότι στους πάνω από 200 συνεργάτες, η Έλσα θα ήταν πρώτη σε αριθμό θεμάτων και σε χρόνια συνεργασίας; Και βεβαίως όχι. Για 18 χρόνια ανελλιπώς 82 τον αριθμό εργασίες της Έλσας κόσμησαν τις σελίδες του Ποντιακού Βήματος.

Δεν θ’ αναφερθώ στη σπουδαιότητα των εργασιών της που εκτιμήθηκαν και αγαπήθηκαν από τους αναγνώστες, θα σταθώ μόνον στις εργασίες της με περιεχόμενο τη Λαϊκή Μετεωρολογία και τα φυσικά φαινόμενα στον Πόντο, εργασίες που προέκυψαν ύστερα από κοπιαστική, επίμονη και μεθοδική έρευνά της, που θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν και αντικείμενο διδακτορικής διατριβής και που η δημοσίευσή τους στο Ποντιακό Βήμα ανέβασε το κύρος του περιοδικού στο επίπεδο του επιστημονικού.

Η δημοσίευση των εργασιών αυτών, σε πολυσέλιδες συνέχειες στο Ποντιακό Βήμα, αποτέλεσε την αφορμή, λόγω της σπουδαιότητός τους, ένα χρόνο μετά την ολοκλήρωση της δημοσιεύσεώς τους, να εκδοθούν σε βιβλίο, επιμελημένη έκδοση, με τον ίδιο τίτλο «Λαϊκή μετεωρολογία στον Πόντο και τα φυσικά φαινόμενα», το 2007, από τον Εκδοτικό Οίκο Αδελφών Κυριακίδη στη Θεσαλονίκη.

Θα μπορούσα να πω πολλά για τα λαογραφικά θέματα της Έλσας που δημοσιεύθηκαν στο Ποντιακό Βήμα. Σταματώ για να μην κάνω κατάχρηση του χρόνου και κλείνω μ’ ένα απόσπασμα από επιστολή του αείμνηστου Δημητρίου Λουκάτου, καθηγητού Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Προέδρου της Λαογραφικής Εταιρείας.

Στη από 28-4-2002 (ήταν τότε 93 ετών) επιστολή του προς την Εύξεινο Λέσχη Κοζάνης, αφού εκφράζει τις ευχαριστίες του για την αποστολή του περιοδικού, σημειώνει: «Εκτός από τα ενδιαφέροντα ιστορικά της ύλης του, εξετίμησα τα λαογραφικά του (υπογραμμισμένο) για το ΝΕΡΟ (με κεφαλαία και υπογραμμισμένο), σχετικά επικαίρως, από την Καν Ε. Γαλανίδου-Μπαλφούσια». Και συνεχίζει: «Επαινετό είναι ότι δεν παραλείπετε να γράφετε και με πολυτονικό, αφού τα ιστορικά και τα λαογραφικά έχουν θέματα παραδόσεων».

Ευχαριστώ για την υπομονή σας να με ακούσετε και θερμά συγχαρητήρια στην αγαπητή Έλσα για το μέχρι τώρα έργο της και ο Πανάγαθος να της χαρίζει υγεία, δύναμη και διαύγεια μυαλού να συνεχίσει να εργάζεται για τον Πόντο μας».

Ευχαριστώ

Η εκδήλωση έκλεισε με δεξίωση, κατά την οποία φίλοι, συγγενείς και μέλη της Ε.Π.Μ. είχαν την ευκαιρία να συγχαρούν την τιμωμένη κ. Έλσα Γαλανίδου-Μπαλφούσια και να συνομιλήσουν μαζί της.

 

 

 

12 Δεκεμβρίου 2015

 

Απονομή βραβείου Ισαάκ Λαυρεντίδη,

στον κο Νίκο Ακριτίδη, εκπαιδευτικό, π. Υπουργό

 

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών πραγματοποίησε εκδήλωση το Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015 και ώρα 18:00, στην αίθουσα εκδηλώσεων του κτηρίου της «Στέγη Κειμηλίων του Ελληνισμού του Πόντου», κατά την οποία απονεμήθηκε το βραβείο Ισαάκ Λαυρεντίδη στον π. Υπουργό Νίκο Ακριτίδη για την επιστημονική, κοινωνική, πολιτική, πνευματική προσφορά του και για την αμέριστη συμπαράστασή του στην ολοκλήρωση του έργου της Ε.Π.Μ.

 

Σύμφωνα με το πρόγραμμα, ο πρόεδρος της Ε.Π.Μ. κος Χρήστος Γαλανίδης καλωσόρισε τους εκλεκτούς προσκεκλημένους και αναφέρθηκε εν συντομία στο περιεχόμενο της εκδήλωσης. Στη συνέχεια κάλεσε στο βήμα την κα Έλσα Γαλανίδου-Μπαλφούσια, φιλόλογο, λαογράφο, υπεύθυνη της Βιβλιοθήκης της Ε.Π.Μ. και μέλος του Δ.Σ., η οποία αναφέρθηκε στο θεσμό απονομής βραβείων καθώς και στην προσωπικότητα του Ισαάκ Λαυρεντίδη.

 

«Ελλάδα 1927. Έχουν περάσει πέντε χρόνια από την αποφράδα ημέρα του 1922 που υπογράφτηκε ο θάνατος της Μικράς Ασίας και του Πόντου και στη συνέχεια το 1923, η ανταλλαγή των πληθυσμών.  Στα διάφορα μέρη της Ελλάδας οι πρόσφυγες με πείσμα, υπομονή και επιμονή προσπαθούν να στήσουν το σπιτικό τους από την αρχή και να ορθοποδήσουν.

Τότε, παράλληλα με τον απλό λαό, μια ομάδα εμπνευσμένων πνευματικών μας ανθρώπων, ανησυχεί για τον άυλο πολιτιστικό πλούτο που έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες, ανησυχεί μην πάρουν τον δρόμο της λησμονιάς η γλώσσα, η θρησκεία, τα ήθη και έθιμα και εν γένει ο πολιτισμός των προσφύγων. Αγωνιούν, αγωνίζονται, προσπαθούν, συντρέχουν, συμπαρίστανται στην προσπάθεια αυτή. Έτσι ρίχνεται η ιδέα, να ιδρυθεί μια Επιτροπή που θα επιληφθεί όλων αυτών των θεμάτων.

Εμπνευστής, ο φωτισμένος και ρηξικέλευθος γιατρός Θεοφύλακτος Θεοφύλακτος από τη Θεσσαλονίκη. Την ιδέα την ενστερνίζεται ο από Τραπεζούντος Χρύσανθος, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, μαζί με μια ομάδα καταξιωμένων και άριστων πνευματικών μας συμπατριωτών, κι έτσι ιδρύεται η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών με έδρα την Αθήνα. Εκδίδει δε το περιοδικό σύγγραμμα «Αρχείον Πόντου», όπου συγκεντρώνει όλο τον πνευματικό πλούτο της χαμένης πατρίδας. Από τότε μέχρι σήμερα, ανελλιπώς, ακόμη και κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940 και των εμφυλίων ταραχών, εκδίδεται. Σήμερα αριθμεί 55 τόμους και 36 παραρτήματα με αυτοτελείς επιστημονικές εργασίες κ.ά.

Την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών την υπηρέτησαν και την υπηρετούν μέχρι σήμερα αφιλοκερδώς, ανιδιοτελείς εργάτες της ποντιακής ιδέας. Στην αρχή στεγαζότανε σ’ ένα μικρό ανήλιαγο γραφείο στην οδό Κολοκοτρώνη 25. Εκεί πρωτοπήγα κι εγώ στη δεκαετία του 1970. Εκεί γνώρισα σπουδαίους ανθρώπους, της πρώτης γενιάς, που με αυταπάρνηση, ήθος, αγάπη, μεγαλοσύνη, πρόσφεραν από τα αποθέματα της ψυχής τους για να μη σβήσει η ιδέα του Ελληνισμού του Πόντου. Εκεί τότε γνώρισα και τον Ισαάκ Λαυρεντίδη και σε λίγο έγινα κι εγώ μέρος αυτού του συνόλου. Με ετίμησαν με την εκτίμηση, τη φιλία και την αγάπη τους. Όταν συγκεντρώνονταν εκεί όλοι αυτοί, τότε έπαιρνε φως κι έλαμπε η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών. Και όλοι έκαναν όνειρα και μετέδιδαν αυτή την ιδέα και σε άλλους, ότι η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών έπρεπε να αποκτήσει κτίριο ανάλογο των αναγκών της, του ύψους και του μεγαλείου της.

Ένας από τους πρωτεργάτες αυτής της ιδέας και ο Ισαάκ Λαυρεντίδης. Δεν άργησα να τον γνωρίσω καλά, πολύ καλά και να συνδεθώ με στενή φιλία. Τον γνώρισα ως Βουλευτή και Αντιπρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, έμαθα τότε ότι πέρασε πολλά, υπέμεινε, κουράστηκε, αγωνίστηκε για να βρεθεί σ’ αυτή τη θέση. Στον Πόντο οι παππούδες του, πιεζόμενοι από τους Τούρκους έφυγαν από την Αργυρούπολη (Γκιουμούσχανε) και εγκαταστάθηκαν στο Ορτάκιοϊ του Καρς. Όμως τα βάσανά τους δεν σταμάτησαν εκεί. Το 1918 με τη συνθήκη Μπρεστ-Λιτόφσκ παραχωρήθηκε το Καρς από τους Ρώσσους στην Τουρκία, στην οποία ανήκει και σήμερα και τότε αρχίζουν νέες περιπέτειες για τους Έλληνες του Πόντου, που είχαν εγκατασταθεί εκεί. Τότε και οι γονείς του Ισαάκ πήραν τα δύο μικρά αγόρια τους (μικρότερος ο Ισαάκ) και κατέφυγαν στο Νοβορωσίσκ της Ρωσσίας. Εκεί πέθανε ο πατέρας τού Ισαάκ. Η μητέρα του τότε πήρε τα δύο ανήλικα αγόρια της και ήρθαν στη Θεσσαλονίκη. Εδώ στο Καράπουρνου αρρώστησε και πέθανε η μάνα, αφήνοντας πεντάρφανα τα δύο αγόρια της. Τότε ανέλαβε τα παιδιά ο αδελφός του πατέρα τους, ο Γιάννης, που εγκαταστάθηκε στο Λευκώνα Σερρών και έγινε ο δεύτερος πατέρας τους.

Ο μικρός Ισαάκ αγαπά τα γράμματα, διακρίνεται, προοδεύει, ο θείος δεν του στερεί τη μόρφωση, παρ’ όλες τις αντίξοες συνθήκες που αντιμετώπιζαν. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στις Σέρρες, φοιτά στη Νομική Σχολή Αθηνών. Τα φοιτητικά του χρόνια είναι δύσκολα, ζει στην παραγκούπολη του συνοικισμού του Πολυγώνου. Κι όλα τα παιδιά των προσφύγων γνωρίζουμε τι σήμαινε παραγκούπολη. Σπίτια, εκκλησίες, σχολεία ήσαν τότε παράγκες και για στέγη έβαζαν πάνω (και οι γονείς μου) πισσόχαρτο και πάνω απ’ αυτό πέτρες για να μην το πάρει ο αέρας. Κι όταν έβρεχε; Τότε τα ταψιά και οι λεκάνες έκαναν χρέη συγκέντρωσης του βρόχινου νερού. Κρύο; Άστο καλύτερα. Κι όμως τ' αψηφά όλα αυτά ο Ισαάκ, τελειώνει τη Νομική Σχολή και εγκαθίσταται και δικηγορεί στις Σέρρες.

Στην πολιτική του σταδιοδρομία σημαντικό ρόλο έπαιξε η γνωριμία του, από τα μαθητικά του χρόνια, με τον Αθανάσιο Αργυρό, τότε Υπουργό Παιδείας, Βουλευτή του Λαϊκού Κόμματος. Εκλέγεται βουλευτής για πρώτη φορά το 1946. Ο Ισαάκ Λαυρεντίδης από τότε διακρίνεται σε διάφορα αξιώματα στη Βουλή των Ελλήνων, όπου έδειξε ήθος, εργατικότητα, υπευθυνότητα στην αντιμετώπιση των προβλημάτων του ελληνικού λαού και ξεχωριστά των προσφύγων. Το 1989 εξελέγη βουλευτής Επικρατείας με την Ν.Δ. Την προσφορά του στο Κοινοβούλιο την αναγνώριζαν αντίπαλοι και φίλοι.

Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο (1940) υπηρέτησε στη ζώνη των πρόσω, ως έφεδρος αξιωματικός, αγωνίστηκε, διακρίθηκε, τραυματίστηκε και για την προσφορά του τιμήθηκε με το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας. Επίσης τιμήθηκε με το παράσημο της Εθνικής Αντίστασης 1941-1944 ως μέλος της Οργάνωσης Αντιστάσεως του Γένους (Ο.Α.Γ.).

Κι όμως, ποτέ δεν ζήτησε ανταλλάγματα γι’ αυτές τις προσφορές του, ταπεινόφρων αλλά πάντα αγωνιστής για τα δίκαια των προσφύγων, έσκυβε πάνω στα προβλήματά τους με μεγάλη αγάπη και αμέριστο ενδιαφέρον και ζητούσε λύση, ανεξάρτητα σε ποια παράταξη ανήκαν οι προσφεύγοντας στη βοήθειά του. Και στην εποχή του, να σημειώσουμε ότι τα πολιτικά πάθη ήταν οξυμένα σε μεγάλο βαθμό. Θυμάμαι, κάποτε κάποιοι προσπαθούσαν να τον αποτρέψουν να στηρίξει έναν απόφοιτο του Πανεπιστημίου που θα έκανε το διδακτορικό του στο εξωτερικό, τονίζοντάς του, ότι είναι αριστερός. Και ο Λαυρεντίδης με ύφος που δεν επιδεχόταν αντίρρηση, απάντησε «Μα είναι Ποντιόπουλο και έχει και ικανότητες».

Ο Ισαάκ Λαυρεντίδης υπήρξε επίτιμος πρόεδρος του Σωματείου «Παναγία Σουμελά» που πάντα τιμούσε με την παρουσία του τις διάφορες εκδηλώσεις, όπου κι αν ελάμβαναν χώρα, μη φειδόμενους κόπου και χρόνου. Ήταν μέλος σε πολλά ποντιακά σωματεία, που τον τίμησαν αλλά η τιμή γυρνούσε σ’ αυτά, γιατί όπως έλεγαν οι πρόγονοί μας « η τιμή’ς σόν τιμημένον» δηλαδή η τιμή επιστρέφει σ’ αυτόν που την προσφέρει.

Αλλά η μεγάλη αγάπη του και η έγνοια του ήταν η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών. Πρώτος ερχόταν στις συνεδριάσεις και τελευταίος έφευγε. Το ανήλιαγο και κρύο γραφείο στην οδό Κολοκοτρώνη έπαιρνε φως, λάμψη, με την παρουσία των μελών του Δ.Σ. Όλοι, μα όλοι πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους με αγάπη, με ανιδιοτέλεια και ανάμεσά τους ο Ισαάκ Λαυρεντίδης. Άκουγε όλων τις εισηγήσεις σε κάποιο θέμα και μετά, έστω κι αν διαφωνούσε, με πραότητα και ειλικρίνεια κατέθετε τις δικές του απόψεις.

Στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών όσοι μετείχαμε είχαμε όνειρο και μεγαλεπήβολο σχέδιο να αποκτήσουμε Στέγη εφάμιλλη του έργου της. Την οραματιζότανε ο πρόεδρός μας Οδυσσέας Λαμψίδης κι όλο το Δ.Σ. της Επιτροπής. Και όλοι πιστέψαμε σ’ αυτό το όραμα, που συγχρόνως θα στέγαζε και τα κειμήλια του ποντιακού ελληνισμού. Αρχίσαμε να μαζεύουμε χρήματα, ήδη οι πιο παλιοί από μας είχαν αρχίσει να μαζεύουν κειμήλια, έγγραφα, μαρτυρίες κ.ά. Τελικά χάρη στη δραστηριότητα, την αγάπη, την προσφορά υλική, πνευματική, ηθική ανθρώπων που πίστεψαν το όραμά μας, άρχισε να στήνεται μεγαλόπρεπο το κτίριο της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, σ’ αυτό το οικόπεδο που ο Ισαάκ Λαυρεντίδης με τις ενέργειές του, με την μέριμνά του και τεράστιους αγώνες κατόρθωσε να παραχωρηθεί στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών. Και μέχρι να τελειώσει ο Ισαάκ Λαυρεντίδης κτύπησε πόρτες Υπουργείων, Οργανισμών, Εταιρειών, Ιδιωτών κ.ά., εκθέτοντας το σκοπό για τον οποίο ζητούσε την οικονομική ενίσχυση, κι όλοι γνωρίζοντας την εντιμότητα και το ήθος του, έγιναν πρόθυμοι αρωγοί. Ακούραστη μέλισσα συγκέντρωνε το οικονομικό νέκταρ για την πραγμάτωση του ονείρου μας. Μέχρι την τελευταία του πνοή κι όταν πια η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών απέκτησε τη δική της ιδιόκτητη «Στέγη Κειμηλίων του Πόντου» φρόντιζε και τότε να έχει τους αναγκαίους πόρους συντήρησης, για να λειτουργεί άψογα και να εκδίδεται απρόσκοπτα το επιστημονικό περιοδικό σύγγραμμα «ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΝΤΟΥ» με τα παραρτήματά του.

Σημαντικότατη υπήρξε η προσφορά και άλλων και ξεχωριστή αυτή του σήμερα τιμωμένου Νίκου Ακριτίδη, για τον οποίο θα μας μιλήσουν στη συνέχεια οι δύο διακεκριμένοι φίλοι, καθηγητές κ.κ. Κρεμέτης Στέργιος και Στεφανής Βασίλειος. Πέραν όμως από την προσφορά του στα ποντιακά σωματεία ο Ισαάκ Λαυρεντίδης άφησε πίσω του και πλούσιο συγγραφικό έργο, που θα χρειαζότανε ξεχωριστός χρόνος για να το αναπτύξουμε. Και βέβαια αυτό το έργο αφορά τους πρόσφυγες και τα προβλήματά τους. Αφορά την ανταλλαγή και την ανταλλάξιμη περιουσία, την μετοικεσία των Ελλήνων Ποντίων του Καυκάσου (1895-1907) στην Ελλάδα, τους εκ της Σοβιετικής Ενώσεως, Έλληνες ποντιακής καταγωγής και τα δικαιώματά τους, τη διάλεκτό τους, και πολλά άλλα άρθρα, μελέτες σε εφημερίδες, περιοδικά ή σε αυτοτελή βιβλία. Για όλες αυτές τις προσφορές του και για την εν γένει δράση του η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών σε ειδική εκδήλωση το 1995 τον ανακήρυξε επίτιμο πρόεδρό της.

Θα μπορούσα πολλά να γράψω για τον υπέροχο αυτόν πολιτικό άνδρα, ο σημερινός χρόνος όμως μας πιέζει.  Καλοκαίρι, Κυριακή του 1997 είχαμε συγκεντρωθεί στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στη Νέα Σμύρνη για το ετήσιο μνημόσυνο της αξιοσέβαστης συζύγου του Ελένης. Ενώ περιμέναμε να έλθει, ήρθε το άγγελμα του αιφνίδιου θανάτου του, δεν άντεξε η καρδιά του την απουσία της συντρόφου του, πιστής σε όλους τους αγώνες του. Τον έθαψαν με τιμές στα υψώματα του Βερμίου στον περίβολο της «Παναγίας Σουμελά» της άλλης μεγάλης έγνοιας και αγάπης του. Αυτός λοιπόν ήταν ο Ισαάκ Λαυρεντίδης του Νικολάου. Όταν κάποιος άξιζε, όπου κι αν ανήκε, δεν τον αδικούσε ποτέ. Ήταν δίκαιος, αμερόληπτος, δοτικός. Ήταν Άνθρωπος με Α κεφαλαίο, η ανθρωπιά του δεν είχε μέτρο, τη χάριζε σε όλους, φίλους και εχθρούς. Δίκαια λοιπόν τον αναγνώρισαν όλοι ως «Νέστορα» και «Πατριάρχη των Ποντίων». Θα τον θυμάμαι πάντα με ευγνωμοσύνη και αγάπη.

Αλλά και η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών πάντα αναγνώριζε και αναγνωρίζει την προσφορά των παιδιών της προς αυτήν, είτε αυτή είναι ηθική και πνευματική, είτε υλική. Για να τιμήσει αυτούς τους ανθρώπους θέσπισε τον θεσμό πέντε ξεχωριστών βραβείων, που απονέμονται κατ’ έτος ή περιοδικώς με ή χωρίς χρηματικό έπαθλο σε όσους βοήθησαν και βοηθούν στ έργο της και στους σκοπούς της. Τα πέντε (5) αυτά βραβεία φέρουν τα ονόματα επιφανών αυτής ανδρών.

Α) Βραβείο του από Τραπεζούντος Χρύσανθου μετέπειτα αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, πρώτου προέδρου της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών (1927-1949) για εργασίες γύρω από τη Θεολογική και εκκλησιαστική Ιστορία του Πόντου.

Β) Βραβείο Αρχιμανδρίτη Άνθιμου Παπαδόπουλου, δεύτερου προέδρου της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών (1949-1962) για γλωσσικές εργασίες σχετικές με την ποντιακή διάλεκτο.

Γ) Βραβείο Οδυσσέα Λαμψίδη, Ιστορικού, Βυζαντινολόγου, τρίτου προέδρου της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών (1962-1990) για επιστημονικές εργασίες σχετικές με ιστορία, λαογραφία και γενικά τον πολιτισμό του Πόντου και των Ποντίων Ελλήνων.

Δ) Βραβείο Απόστολου Σουμελίδη, γεωφυσικού επιστήμονα, διακεκριμένου μέλους και μεγάλου ευεργέτου της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών. Αυτό απονέμεται σε όσους προβάλλουν τα επιτεύγματα και τις επιδόσεις των Ελλήνων Ποντίων.

Και Ε) Το βραβείο Ισαάκ Λαυρεντίδη, νομικού, διακεκριμένου μέλους και ευεργέτου της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών. Αυτό απονέμεται σε πρόσωπα ποντιακής καταγωγής, τα οποία διαπρέπουν στην Ελλάδα και το εξωτερικό στην επιστήμη, στα γράμματα και στις τέχνες ή διακρίνονται για την προσφορά τους υπέρ του κοινωνικού συνόλου.

Το βραβείο Ισαάκ Λαυρεντίδη, ύστερα από πρόταση της ειδικής επιτροπής – η οποία αποτελείται από την κα Έλσα Γαλανίδου Μπαλφούσια, φιλόλογο-λαογράφο, τον κο Δημήτριο Τομπουλίδη, γενικό έφορο της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, πρώην Δήμαρχο και τον κο Ιωάννη Ερμόπουλο, ομότιμο καθηγητή Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου - η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών αποφάσισε ομόφωνα να απονεμηθεί σήμερα στον Νίκο Ακριτίδη, τον άνθρωπο, τον επιστήμονα, τον πολιτικό, στην ξεχωριστή αυτή προσωπικότητα του ποντιακού ελληνισμού, σαν ελάχιστο δείγμα αναγνώρισης της μεγάλης προσφοράς του στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών.

Ο Νίκος Ακριτίδης στάθηκε αρωγός, φίλος, συμπαραστάτης, άοκνος συνεργάτης. Αγωνιούσε ο ίδιος, όπως και όλοι εμείς να ολοκληρωθεί η «Στέγη Κειμηλίων του Ελληνισμού του Πόντου» και πρόσφερε τα μέγιστα από όποια θέση κι αν ευρίσκετο και ιδιαίτερα την περίοδο της μακράς υπουργικής θητείας του. Στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών αισθανόμαστε υπερήφανοι που ανάμεσα στα μέλη μας συγκαταλέγεται ο Νίκος Ακριτίδης ο ευαίσθητος αυτός άνθρωπος στον οποίο εύχομαι υγεία και μακροημέρευση και πάντα να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο και τη μεγάλη ποντιακή οικογένεια, το έχει ανάγκη η κοινωνία, το έχουμε ανάγκη όλοι μας».

 

Ακολούθησε η ομιλία του κ. Στέργιου Κρεμέτη, φιλόλογου, πρ. Γυμνασιάρχη Γερμανικής Σχολής Θεσσαλονίκης με τίτλο «Νίκος Ακριτίδης, ο άνθρωπος, ο ασυμβίβαστος ιδεολόγος πολιτικός, ο φίλος»

 

«Όταν πριν κάποιες μέρες ο φίλτατος Νίκος μού ανακοίνωσε την απόφαση της Ε.Π.Μ. να οργανώσει προς τιμή του μια εκδήλωση για την προσφορά του στο έργο της και μου ζήτησε να συμμετάσχω και του λόγου μου με μια σύντομη ομιλία, αρχικά σκέφτηκα να πρωτοτυπήσω πηγαίνοντας κόντρα στα ειωθότα και στο πρωτόκολλο μιας τέτοιας εκδήλωσης: αντί δηλ. ομιλίας να αναγνώσω και ταυτόχρονα να αναλύω στο σεβαστό κοινό δύο πολύ γνωστά στους περισσότερους ποιήματα του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή: Τις Θερμοπύλες και το Σοφοί δε προσιόντων. Κι αυτό, γιατί στα δύο αυτά υπέροχα φιλοσοφικά ποιήματα μπορεί κανείς, για όσους γνωρίζουν τον άνδρα, να ανιχνεύσει και να ανακαλύψει τη συνολική προσωπικότητα του Νίκου. Τελικά όμως δεν το αποτόλμησα. Και μετά το πέρας της σύντομης αυτής ομιλίας μου θα καταλάβετε γιατί.

Χρόνια τώρα, πάνω από 60 που γνώρισα, λάτρεψα και συνεχίζω μέχρι σήμερα με την ίδια ζέση να αγαπώ την ποίηση του Κ. Καβάφη, διερωτώμαι μήπως ο ποιητής στα χρόνια του γνώρισε κάποιον Ακριτίδη. Κι αυτό, γιατί ο Νίκος από τον καιρό που τον γνώρισα φυλάγει Θερμοπύλες και δεν απομακρύνεται ποτέ από το χρέος. Είναι δίκαιος και ίσιος σε όλες του τις ενέργειες (πράξεις τις λέει ο ποιητής) και ταυτόχρονα λυπάται και ευσπλαχνίζεται τους αναξιοπαθούντες.

Ο Νίκος είναι ένας απ’ αυτούς που λέει πάντα την αλήθεια (πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες) και ούτε μισεί όσους για κάποιους λόγους ψεύδονται (βλ. πολιτικούς του αντιπάλους).

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει, όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν;) πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος και οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε.

Κι ο Νίκος, αξιότιμες κυρίες και κύριοι, κατά τις διάφορες συζητήσεις που κάναμε όλα αυτά τα χρόνια και ιδιαίτερα λίγο πριν από την τελική απομάκρυνσή του από την ενεργό πολιτική προέβλεψε όλα αυτά που περνά σήμερα η χώρα μας.

Το δεύτερο επομένως ποίημα του Καβάφη το «Σοφοί δε προσιόντων», τον δικαιώνει απόλυτα, αφού κι αυτό περιέχει ορισμένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Επιτρέψτε μου όμως να φρεσκάρω στη μνήμη σας ένα τετράστιχο από το παραπάνω ποίημα:

Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα

Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι Θεοί,

πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων

Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα αντιλαμβάνονται.

Κι ο Νίκος, αγαπητοί φίλοι, είναι ένας από τους σοφούς, γιατί από πολύ νωρίς και στην προσωπική του ζωή, αλλά και στην πολιτική του διαδρομή αργότερα διέθετε τέτοια οξυδέρκεια, ώστε διέβλεψε με ακρίβεια τα προσερχόμενα (γεγονότα), τη διάβαση των Μήδων. Γιατί ποιος έχει πλέον αυταπάτες; Οι Μήδοι διάβηκαν και κινούνται ανάμεσά μας και ιδιαίτερα στους καιρούς αυτούς που ζούμε. Ποιοι είναι οι Μήδοι, κατά τον Καβάφη; Είναι μήπως οι κατά καιρούς τρόικες, είναι οι διάφοροι δανειστές μας, είναι γενικότερα οι κακοί Ευρωπαίοι; Μήπως όμως ανάμεσα σ’ αυτούς πρέπει να εντάξουμε και τους κακούς εαυτούς μας; Θέλω να πιστεύω πως ο μεγάλος ποιητής δεν μας εξαιρεί.

Αλλά, ας επιστρέψουμε και πάλι στο Νίκο.

Δεν είχα αποφοιτήσει ακόμη από το εξατάξιο τότε Γυμνάσιο της Κατερίνης, όταν, και το θυμούμαι καλά, μέσω του αείμνηστου και διαπρεπούς φιλολόγου Χρήστου Τσολάκη γνώρισα το Νίκο. Το έτος 1956 εισήλθα στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης, ενώ ο Νίκος και ο Χρήστος, κατά δύο χρόνια μεγαλύτεροί μου, ήταν ήδη τριτοετείς φοιτητές, ο πρώτος στη Φυσικομαθηματική Σχολή, ενώ ο δεύτερος στη Φιλοσοφική του Α.Π.Θ. Αν τώρα απορεί κάποιος, γιατί και πώς ένα μαθητής ακόμη έκαμνε συντροφιά με μεγαλύτερούς του ηλικιακά, η απάντηση είναι ότι ανέκαθεν και στην κατοπινή ζωή μου όλες μου τις γνωριμίες και κατά συνέπεια τους φίλους τους επέλεγα μεταξύ μεγαλύτερών μου, γιατί από αυτούς είχα πάντοτε κάτι περισσότερο να κερδίσω. Λόγω αυτής μου της ιδιοτέλειας – επιτρέψτε μου τον όρο – με το Νίκο και το Χρήστο ως φοιτητές πλέον γίναμε κολλητοί (για να χρησιμοποιήσω το επίθετο αυτό που είναι της μόδας μεταξύ των νέων σήμερα). Μαζί σχεδόν κάθε μέρα, εκτός από τις ώρες παρακολούθησης μαθημάτων και κάποιας εργασίας στα φροντιστήρια τότε, απ’ όπου βγάζαμε το χαρτζιλίκι μας, αλλά και κάτι παραπάνω, μαζί και στα διάφορα μικροταβερνάκια με τη βαρελίσια ρετσίνα, μαζί και στις διάφορες κοριτσοδουλειές.

Το προσωπικό και το κοινωνικό προφίλ του Νίκου

Ο Νίκος γεννήθηκε σε ένα αγροτικό χωριό της Κατερίνης, τον Καταχά, από οικογένεια προσφύγων του Πόντου. Ο πατέρας του, ο μπάρμπα Βασίλης, άνθρωπος του μόχθου, προερχόμενος κι ο ίδιος από αγροτοεργατική οικογένεια με τεράστιες προσπάθειες και στερήσεις, απέκτησε ένα ταξί και μ’ αυτό κατόρθωσε να μεγαλώσει και να σπουδάσει τα τρία του παιδιά, τον πρεσβύτερο Νίκο, το δευτερότοκο Κώστα, καθηγητή στα κατοπινά χρόνια της Γεωπονικής Σχολής του Α.Π.Θ, και τη γλυκύτατη και πάντα γελαστή Άννα, που ασχολήθηκε και σπούδασε Καλές Τέχνες. Ο μπάρμπα Βασίλης, αλλά και η αξιολάτρευτη σύζυγός του η Ευγενία από πολύ νωρίς αντιλήφθηκαν ότι την πρώτη τους επένδυση θα έπρεπε να την κάνουν στη μόρφωση των παιδιών τους. Γι’ αυτό αμέσως μετά τον πόλεμο μετεγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στη Θεσσαλονίκη, σε ένα ημιυπόγειο της οδού Αγίας Σοφίας, για όσους ξέρουν κάπως την πόλη αυτή. Έτσι ο Νίκος φοίτησε και αποφοίτησε από το Ε΄ Γυμνάσιο Αρρένων Θεσσαλονίκης, όπου την εποχή εκείνη έστελναν τα παιδιά του οι αστοί της πόλης (δικηγόροι, γιατροί, μηχανικοί, εκπαιδευτικοί και επιχειρηματίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στο σχολείο αυτό δεν φοιτούσαν και παιδιά της εργατικής τάξης). Η πορεία συνεπώς ωρίμανσης του Νίκου έλαβε χώρα σε αστικό κατά κύριο λόγο περιβάλλον, όπου επικοινωνιακός, όπως ήταν από τη φύση του, έκαμε πολλές γνωριμίες αλλά και φίλους. Κατά την περίοδο φοίτησής του στο σχολείο αυτό αλλά και μετέπειτα στο Πανεπιστήμιο ο Νίκος κρατούσε πάντα ισχυρές τις παραδοσιακές του ρίζες και ουδέποτε παρέκκλινε από τις αρχές και τα διδάγματα των γονιών του. Το μορφωτικό ιδεώδες, οι εμπειρίες από τα βιώματα του εμφυλίου πολέμου στον τόπο, όπου γεννήθηκε, και η βαθιά γνώση ζωής νωρίς τον οδήγησαν να ενταχθεί στο ρεύμα της δημοκρατίας και του πολιτιστικού ιδεώδους. Ποτέ δεν αναμίχθηκε σε διάφορες παραεκκλησιαστικές και παραπολιτικές οργανώσεις – κάτι που συνήθιζαν πολλοί νέοι την εποχή εκείνη – και στους αντίστοιχους φανατισμούς.

 

Περίοδος της κοινωνικής και πολιτικής ωρίμανσής του.

Η εκπαιδευτική ιδιότητα του Νίκου αλλά και η αντίστοιχη λειτουργία της διαμόρφωσαν το ήθος και το ύφος στις διαπροσωπικές του σχέσεις, με αποτέλεσμα να γίνεται άμεσα και αμέσως συμπαθής στους γύρω του. Ισορροπημένος συναισθηματικά, γρήγορα γνωρίζει την άδολη φιλία και την αλληλεγγύη της συντροφιάς. Ευφυής και καλός πάντα μαθητής εισάγεται, ύστερα από εξετάσεις στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Α.Π.Θ. Στην περίοδο της χούντας των συνταγματαρχών, ο Νίκος με τις προοδευτικές ιδέες της αριστερής οικογένειάς του προβληματίζεται και διαβάζει πολλά πολιτικά ιδιαιτέρως κείμενα.

Είναι χαρακτήρας με αυστηρό αυτοέλεγχο που έμαθε από μικρός να ξυπνάει νωρίς, για να ανταποκριθεί σε όλες του τις υποχρεώσεις. Αμέσως μετά το πτυχίο του Φυσικομαθηματικού επιδιώκει, και το επιτυγχάνει, την απόκτηση ενός δεύτερου πτυχίου, αυτό του τοπογράφου πολιτικού μηχανικού. Ήταν πεπεισμένος, ωστόσο, ότι το δεύτερο πτυχίο δεν θα το αξιοποιούσε ποτέ. Αυτό που τον συγκινούσε, τον γοήτευε αλλά και τον κατηύθυνε ήταν οι πολιτικές και ο κοινωνικές ευαισθησίες του. Δεν έχω ακούσει κατά καιρούς από λίγους φίλους και γνωστούς πως ο πατέρας, αλλά και η μανούλα του, η κυρία Ευγενία, είχαν καρφιτσώσει θαρρείς, ένα αέναο χαμόγελο στο πρόσωπο του Νίκου, έτσι ώστε να αποσπά τη συμπάθεια των γύρω του. Θα ήταν όμως άδικο και παράλειψή μου να μην πω πως το ίδιο χαμόγελο είχαν και τα άλλα του αδέλφια.

Από φοιτητής ακόμη ωρίμασε πολιτικά στους δημοκρατικούς αγώνες του 114, του 15% για την παιδεία, στα Ιουλιανά του 1965, στην περίοδο της δικτατορίας (εδώ να γίνει αναφορά στη δίκη της Δημοκρατικής Άμυνας με δικαστή-στρατοδίκη τον περίφημο Καραπάνο). Κατά τη μεταπολίτευση (1974) η παρουσία του στους διάφορους δημοκρατικούς αγώνες και εκδηλώσεις υπήρξε ενεργή. Και παρ’ όλα αυτά, στα κατοπινά χρόνια ουδέποτε τον άκουσα να αναφέρεται και να κομπάζει για κάποιες επικίνδυνες – το ξέρω καλύτερα από τον καθένα – ενέργειές του. Από την εποχή της παρανομίας ακόμη υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος και μέλος διαφόρων οργάνων του κόμματος (του ΠΑΣΟΚ), ουδέποτε όμως εντάχθηκε σε ομάδες και διάφορες φράξιες. Προτιμούσε πάντα τη διαφάνεια και τις αντίστοιχες λειτουργίες, πράγμα που μερικές φορές το πλήρωσε ακριβά. Στάθηκε ενάντιος πάντα και χωρίς εξαιρέσεις σε μικροπολιτικές επιδιώξεις και προσωπικές ιδιοτέλειες.

Κανένα μέλος της οικογένειάς του αλλά και του στενού περιβάλλοντός του δεν διανοήθηκε ποτέ να το ευνοήσει στο ελάχιστο (αναφορά στη Μαρία και στο Βίλη, που τώρα διαπρέπει ως δικηγόρος σε μεγάλο δικηγορικό γραφείο). Και τώρα ακόμη που με ακούει δεν είμαι σε θέση να ξέρω τι θα έκαμνε και πως θα αντιδρούσε, αν, για παράδειγμα, του ζητούσα έναν διορισμό ενός από τα δύο ανεπάγγελτα τότε παιδιά μου. Δεν το αποτόλμησα όμως, γιατί ήξερα πολύ καλά τις ιδιαίτερες ευαισθησίες του και συγκεκριμένα σε πόσο δύσκολη θέση θα τον έφερνα. Πώς, άλλωστε, θα μπορούσα να προβώ σε μια τέτοια ενέργεια σε έναν υπουργό φίλο, που ούτε την αξιολάτρευτη κόρη του, την υπέροχη βαφτισιμιά μου τη Μαρία, με πολύ υψηλές σπουδές Ψυχολογίας στην Αμερική, αλλά ούτε και τον κανακάρη του το Βασίλη, διακεκριμένο δικηγόρο στα κατοπινά χρόνια, είχε τακτοποιήσει σε μια θέση του Δημοσίου; (αναφορά στο περιστατικό διορισμού της στο Αμερ. Κολλέγιο Θεσ/νίκης). Και το ξέρω αυτό άμεσα από τον τότε αντιπρόεδρο του παραπάνω σχολείου, που, όταν η Μαρία υπέβαλε αίτηση πρόσληψής της στο παραπάνω σχολείο, μου τηλεφώνησε και σχεδόν με παρακάλεσε, προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσληψη της Μαρίας να προηγηθεί ένα τηλεφώνημα από τον υπουργό στον τότε διευθυντή Μάγκρου. Δεν το έκαμα όμως, γιατί πριν απ’ όλα είχα απόλυτη εμπιστοσύνη στα ιδιαίτερα επιστημονικά προσόντα της βαφτισιμιάς μου κι έπειτα, γιατί ο υπουργός Ν. Ακριτίδης δεν θα έκαμνε ποτέ κάτι τέτοιο και θα τον έφερνα σε πολύ δύσκολη θέση σαν πατέρα.

Κατά την πολιτική του καριέρα

Το είπα και στον υπότιτλο της αποψινής μου ομιλίας. Ο Yπουργός Ακριτίδης ήταν ασυμβίβαστος και μερικές φορές οι φωνές του ακούγονταν και έξω από το υπουργικό γραφείο του. Κι αυτό γινόταν, όταν έλεγε και το εννοούσε ΟΧΙ σε διάφορες παράλογες πιέσεις για εξυπηρέτηση συντεχνιακών συμφερόντων. Σε κάτι τέτοιες στιγμές όσοι τον ήξεραν καλά δεν τον αναγνώριζαν. Ο Νίκος, φίλες και φίλοι, προέτασσε το καλό και το συμφέρον της πατρίδας έναντι των κομματικών και προσωπικών ιδιοτελειών.

Την εποχή της υπουργίας του στο Υπουργείο Συγκοινωνιών είχε δημοσιευτεί στον τύπο και όχι μόνο μια τρανταχτή άρνηση σε επώνυμους συνδικαλιστές της Ολυμπιακής (εδώ αναφορά στον Γκαλπραίηθ).

Δύναμη της πολιτικής και εκλογικής του στήριξης ανέκαθεν στάθηκαν οι κατά καιρούς μαθητές και μαθήτριές του στα φροντιστήρια Ευκλείδης και Σπουδή, καθώς και στην Τεχνική Σχολή Προμηθεύς στην περιοχή Βαρδαρίου, την οποία και ίδρυσε. «Έχει μια ικανότητα μεταδοτικότητας κατά τη διδασκαλία του, αλλά και μια γλυκύτητα στο πρόσωπό του την ώρα της διδασκαλίας, ώστε όλοι κρεμόμασταν κυριολεκτικά από τα χείλη του», μου είπε κάποτε αυτολεξεί ένας από τους χιλιάδες απόφοιτους της Γ.Σ.Θ., και καθηγητής στο Α.Π.Θ. αργότερα. Και μια άλλη υποψήφια για το Πανεπιστήμιο: «Από τη στιγμή που άκουσα αυτόν το δάσκαλο στο φροντιστήριο, τον ψηφίζω ανελλιπώς. Και να σκεφτείτε, μου είπε, ότι προέρχομαι από μια οικογένεια άκρως συντηρητική».

Αν ήθελε κανείς να αναφέρει μερικά ακόμη χαρακτηριστικά του ύφους και του ήθους του Νίκου με την ευρύτερη σημασία του όρου, θα αποτελούσε παράλειψη να μην αναφερθεί στη σεμνότητα, στην υψηλή αίσθηση ευθύνης, στην άδολη αγάπη για όλους και ιδιαίτερα για τους αναξιοπαθούντες και, τέλος, στην αγάπη του για τις ιδέες. Αξίζει να αναφερθεί εδώ η ιδιαίτερη φροντίδα του για τους Ρομά της Θεσσαλονίκης, τους καταυλισμούς των οποίων επισκεπτόταν συχνά ως βουλευτής.

Πέραν όμως όλων των άλλων, ο τιμώμενος σήμερα ανέπτυξε ιδιαίτερη δραστηριότητα και ως γνήσιο τέκνο του Πόντου. Βοήθησε με όλες του τις δυνάμεις οικονομικά και όχι μόνο τις διάφορες ποντιακές οργανώσεις, κάτι που το;y αναγνωρίζεται, άλλωστε, και απόψε με την εκδήλωση αυτή βράβευσής του από την Ε.Π.Μ.

Επειδή όμως κατά το συνήθως λεγόμενο, πίσω από κάθε μεγάλο άντρα κρύβεται μια εξίσου σπουδαία γυναίκα, και τανάπαλιν θα προσθέσω εγώ, επιτρέψτε μου, κυρίες και κύριοι, να σας συστήσω μέσα σε μερικές αράδες – όσες ο χρόνος μου επιτρέπει την επί 60 και πλέον χρόνια σύντροφο της ζωής του Ν. Ακριτίδη. Η Βασιλική – κατά κόσμον Κική – Ακριτίδου είναι φιλόλογος, απόφοιτος του Α.Π.Θ. Εργάστηκε αρκετά χρόνια στην ιδιωτική εκπαίδευση και εγκατέλειψε το σχολείο, όταν ήταν υποχρεωμένη, λόγω της εμπλοκής του Νίκου με την πολιτική, να τον συμπαραστέκεται σε κάθε βήμα του.

Η Κική Τζοβαρίδου, γιατί αυτό είναι το δικό της επώνυμο, μετά την εγκατάλειψη της διδασκαλίας και παράλληλα με τις ανάγκες του συντρόφου της δεν έγινε ποτέ μια απλή νοικοκυρά. Ως απόγονος και άμεσος συγγενής του διαπρεπούς και πανελληνίως γνωστού λαογράφου Κίτσου Μακρή καθώς και του εξίσου γνωστού ζωγράφου Αργυρού, ασχολήθηκε επιμόνως με το έργο του μεγάλου μας εθνικού ποιητή Άγγελου Σικελιανού, με τη δεύτερη σύζυγο του οποίου, την Άννα, ανέπτυξε ιδιαίτερες φιλικές σχέσεις και αναδείχθηκε σε μια σπουδαία Σικελιανολόγος – επιτρέψτε μου το νεολογισμό – στην εποχή μας. Θα ήταν παράλειψή μου επομένως να μην προσθέσω ότι οι διαλέξεις της για τον Άγγελο Σικελιανό τόσο στην Αθήνα, όσο όμως και σε άλλες πόλεις, σχολιάστηκαν θετικά και απέσπασαν επαίνους από ειδικούς και όχι μόνον».

Στη συνέχεια ο κ. Βασίλης Στεφανής, καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής Ξάνθης μίλησε με θέμα «Αναστορώ: Η πολιτική και κυβερνητική διαδρομή του Νίκου Ακριτίδη».

 

Αναστορώ τα παλαιά
Κι η καρδ(ι)ά μ’ φαρμακούται
Κρούνε σο νου μ’ τα μέρ(ε)α μουν
Και η γούλα μ’ γομούται.

«Τύχη Αγαθή» η ευκαιρία που μου δόθηκε σήμερα απο την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών να κάνω το πολιτικό «Laudate” του Νίκου Ακριτίδη. Δεν θα προσπαθήσω να σας εντυπωσιάσω με υπερβολές, δεν ταιριάζουν άλλωστε ούτε στον τιμώμενο αλλά ούτε και σε μένα που παραμένω αθεράπευτα πιστός στη λογική του Θουκυδίδη - η ιστορία, που έχει βιώσει κάποιος, γράφεται σε στιγμές ψυχραιμίας και απολογιστικής μαρτυρίας, μακρυά από τα γεγονότα και την επίκαιρη συναισθηματική τους φόρτιση.Ως «ελάσσων» Δάντης λοιπόν θα σας καλέσω να παρακολουθήσετε το ταξείδι στη Κόλαση, το Καθαρτήριο και τον Παράδεισο, επιδαψιλεύοντας στο Νίκο το ρόλο του Βιργίλιου, του καθοδηγητή και πρωταγωνιστή της Θείας Κωμωδίας.  Να είστε επιεικείς με τα νεανικά μου μάτια και τον αυθορμητισμό της τότε ηλικίας , αλλά αυστηροί και άτεγκτοι στο σημερινό ώριμο, πιστεύω, σχολιασμό μου. Η διαδρομή ενός ανθρώπου, όπως άλλωστε και η ιστορία, έχουν διδακτικό χαρακτήρα, δεν αποτελούν στοιχεία νοσταλγίας και διάθεσης για επανάληψη. Ας μην αυτοπαγιδευτούμε λοιπόν σε συγκρίσεις με το σήμερα και διαρκώς αναζητούμε το παρελθόν που δυστυχώς επαναλαμβάνεται πάντα σα φάρσα ή κακόγουστη γελοιογραφία. Το καθετί κρίνεται στην εποχή του, με τους όρους και τους κανόνες που εκείνη ορίζει, μια και η τέταρτη διάσταση, ο χρόνος, μάς αφαιρεί το δικαίωμα της ομόλογης αναπαραγωγής καταστάσεων.

Ο Νίκος Ακριτίδης, εμφορούμενος από τον απόηχο της προσφυγιάς των Ποντίων και του εμφυλίου πολέμου, αποκτά το απαραίτητο υπόβαθρο μαχητικότητας και αμφισβήτησης, που θα χαρακτηρίσει τόσο τα πανεπιστημιακά του χρόνια όσο και την μετέπειτα πολιτική διαδρομή του.  Η συνειδητοποίηση των γεγονότων της πρώτης πενταετίας του ’50, όπου η εναλλαγή στην εξουσία Πλαστήρα – Παπάγου, γίνεται πάντα με την παρέμβαση του παλατιού και της αμερικάνικης πρεσβείας δεν αφήνουν αδιάφορο τον νεαρό φοιτητή της Φυσικο-μαθηματικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θασσαλονίκης, που ως «αυτοκρατορικός» τραπεζούντιος κατανοεί καλλίτερα από οιονδήποτε την έννοια της ανεξαρτησίας. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του στη Φυσική αλλά και στη Σχολή Τοπογράφων της Πολυτεχνικής, ενσωματώνει στη σκέψη του τρία στοιχεία που θα χαρακτηρίσουν τη μετέπειτα πορεία του. Τα δύο, από το μεθοδολογικό πρότυπο της Φυσικής, τη Συνέχεια και τη Γενίκευση, το τρίτο από τη Τοπογραφία, την Απεικόνιση.

Ο επταετής μεσαίωνας, που επιβλήθηκε από μια δικτατορία που αντλούσε τη δύναμη της από την τότε υπερδύναμη, αν και κακέκτυπο των τότε δικτατορικών καθεστώτων της Ευρώπης, δεν υπολειπόταν σε σκληρότητα και ιδεοληψίες. Ο Ακριτίδης επιλέγει τη δουλειά του εκπαιδευτικού τόσο σε φροντιστηριακό επίπεδο, σε συνεργασία με τον αείμνηστο δάσκαλο Μανωλκίδη, όσο και με τη δημιουργία της τεχνικής σχολής «Προμηθέας». Η εμπειρία αυτή, του δασκάλου – παιδαγωγού, ενισχύει πέντε ακόμη πολύτιμα στοιχεία του χαρακτήρα του, την  υπομονή, την επιμονή, την επιείκεια, τη γενναιοδωρία και το βαθύ αίσθημα προσφοράς.

Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70, χαρακτηρίζεται από μια πλειάδα γεγονότων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αλλά με κορυφαίο γεγονός την είσοδο στη κύρια πολιτική σκηνή ενός κινήματος που εδραιώθηκε με αγώνες και θυσίες στη περίοδο της δικτατορίας. Ο Ανδρέας Παπανδρέου εμπνέει τον Ακριτίδη, ο οποίος παρευρίσκεται και υπογράφει την ιδρυτική διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος, που ενσωμάτωνε τα «πιστεύω» του.

Ποιος είναι τελικά ο πολιτικός Ακριτίδης; Ποιά είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από τους κατά Βαρόπουλο «πελταστές» τόσο της εποχής του αλλά και του σήμερα; Μελετητής της αρχαιοελληνικής γραμματείας δεν ψαχνόταν για να προσδιορίσει το στόχο της πολιτικής πρακτικής. Αβίαστα απαντούσε «το γενικό καλό» μια και τα Ηθικά Νικομάχεια τού είχαν από νωρίς προσδιορίσει τον ορισμό του «αγαθού». Άνθρωπος που μισούσε τα «τσιτάτα», που με τόση ευκολία έβγαιναν και βγαίνουν από τα στόματα πολιτικών, αδιαφορώντας για την εποχή, τις συνθήκες, το περιβάλλον αλλά και το ολοκληρωμένο κείμενο που τα περιελάμβανε.

Ο Ακριτίδης δεν υπήρξε ποτέ δογματικός. Κάποια στιγμή, ομολογώ, πίστεψα ότι είχε γεννηθεί διαλεκτικός. Μπορούσες να τον πείσεις με τη δομή της σκέψης και του συμπεράσματος. Δύσκολα τον εντυπωσίαζες με γνώσεις θεωρητικές ή πολιτικής ιστορίας. Στα θέματα αυτά έμπαινε προετοιμασμένος, διαβασμένος, η επιχειρηματολογία του έδειχνε κατάρτιση, όπως άλλωστε γίνεται εμφανές και από τις εισηγήσεις του στη Βουλή, είτε ως βουλευτού είτε ως υπουργού. Διδακτικός πολλές φορές, ήταν ένα από τα παραδείγματα βουλευτών για τη συμπεριφορά του και τη εκφορά του πολιτικού λόγου. Κεφαλαιοποιούσε στην πειθώ και όχι στην αντίθεση σε όλη τη διάρκεια της εικοσιπενταετούς θητείας του στο ελληνικό Κοινοβούλιο.

Ο Ακριτίδης θεωρούσε την πολιτική ενασχόληση ως χρέος προς την πατρίδα. Άνθρωπος που είχε δημιουργηθεί με σκληρή δουλειά και επαγγελματισμό πίστευε ότι οφείλει στη κοινωνία. Ουμανιστής στη φιλοσοφία του μαχόταν για την αναβάθμιση του ατόμου και της συλλογικότητας. Καταξιωμένος και αναγνωρίσιμος στη Θεσσαλονίκη, που τον τίμησε σε οκτώ συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις, αρνήθηκε να δει τη πολιτική σαν εφαλτήριο κοινωνικής καταξίωσης και οικονομικής αποκατάστασης. Απεχώρησε, σαν τον πρίγκιπα Φαμπρίτσιο ντι  Σαλίνα του Γατόπαρδου, όταν η θεώρηση και οι αρχές του ανατράπηκαν από την είσοδο του άκρατου λαϊκισμού και των ατελεύτητων υποσχέσεων.

«Τι είναι το πολιτικό όραμα χωρίς προοπτική, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς τέλος (σκοπό)...μια ονειρική φαντασίωση ενός ρομαντικού ιδεαλιστή» απαντούσε ο ίδιος στη διαδρομή προς το ξενοδοχείο Παρκ που τον στέγαζε τα πρώτα χρόνια της παραμονής του στην Αθήνα. «Πέστου να μην τρέχει...» μούλεγε ο κυρ Λευτέρης που ακολουθούσε ασθμαίνοντας λίγο πιο πίσω. Πράγματι ο υπουργός Εμπορίου Ακριτίδης έτρεχε, σαν να τον κυνηγούσε η αδυσώπητη κλεψύδρα της πατρίδας.

Η πρώτη αναδόμηση του κυβερνητικού σχήματος πραγματοποιείται τον Ιούλιο του 1982. Ο Ακριτίδης αναλαμβάνει το υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών. Βασικό τεχνικό υπουργείο με τους δέκα μεγαλύτερους δημόσιους φορείς στη δικαιοδοσία του. Κατανόησε από την πρώτη στιγμή τη σημαντικότητα των μεταφορών ως εργαλείο οικονομικής, κοινωνικής, περιβαλλοντικής και αμυντικής πολιτικής. Αναζήτησε, ως γνώστης της απεικόνισης,  τη διεξοδική αποτύπωση του πολύπλοκου νομοθετικού πλαισίου αλλά και τις πολλαπλές, πολυσχιδείς συναρμοδιότητες που αποτελούσαν εμπόδιο για τη λήψη αποφάσεων. Παράλληλα, προσπάθησε να διαγνώσει, με σιωπηρή έρευνα, τις μετωπικές υπηρεσίες που είχαν σχέση με τους πολίτες και αποτελούσαν άντρα συναλλαγής. Πρόβαλλε νωρίς, τη αναγκαιότητα σύνταξης ενός νόμου πλαισίου για τις μεταφορές, κατά τα πρότυπα του νόμου πλαισίου της νέας σοσιαλιστικής κυβέρνησης της Γαλλίας, όπου για μια εικοσαετία θα θεμελιωνόντουσαν οι κανόνες λειτουργίας των μεταφορών παράλληλα με τον καθορισμό των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των πολιτών. Συνάντησε την θυελλώδη αντίδραση των «πελταστών» του Τεχνικού Κύκλου. «Αισθάνομαι ότι ισορροπώ στο περβάζι ενός παραθύρου. Το σύστημα με τραβάει με σχοινιά προς τα μέσα. Από πίσω η πτώση και πιθανά ο πολιτικός θάνατος. Δεν ξέρω πόσο θα αντέξω αυτή την ισορροπία. Σε οιαδήποτε περίπτωση πάντως θα επιλέξω με βεβαιότητα την πτώση» συνήθιζε να λέει στις μεταμεσονύκτιες  εξομολογήσεις του.

Ο Ακριτίδης αδυνατούσε να κατανοήσει πως η «αλλαγή» αντί να εξαφανίσει με διαδοχικές μικρές ρήξεις τις πελατειακές σχέσεις ατόμων και τζακιών του παρελθόντος προσέθετε νέες με τη μορφή ομάδων και συντεχνιών αλλά και νέα άτομα, νέα τζάκια με την ίδια παλιά νοοτροπία που εκφράζεται από τη ρήση του Μποδοσάκη που όταν ρωτήθηκε με ποιον είναι πολιτικά, απάντησε «με το γκουβέρνο». Οπαδός της λογικής και του ορθολογισμού δεν πίστεψε, και δίκαια, ότι τα αρματολίκια που δημιουργούσαν οι εξυπηρετήσεις μεγάλων ή μικρών συμφερόντων αποτελούσαν τους ιδεολογικούς κήρυκες του ευεργέτη.  Βαθύς μελετητής της παράδοσης γνώριζε ότι στα «Ηθικά Ευδήμεια» ο Σταγειρίτης αναφέρει  «Μάλλον φιλούσιν οι ποιήσαντες ευ τους παθόντας ή οι παθόντες ευ τους ποιήσαντας» δηλαδή περισσότερο αγαπούν οι ευεργέτες αυτούς που ευεργέτησαν, παρά οι ευεργετηθέντες  τους ευεργέτες.

Το ήθος του Ακριτίδη ήταν ασύμβατο με την εξαγορά της εργασιακής ειρήνης στους δημόσιους φορείς με προνόμια. Απλά, πίστευε ότι με τέτοιες μεθόδους δημιουργείς δευτερογενή μακρόβια και εκβιαστικά μικροκέντρα εξουσίας που λειτουργούν εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος, του γενικού καλού δηλαδή  των πολιτών. «Ο συνδικαλισμός ως μορφή εξουσίας...» ανέφερε σε μια συγκέντρωση ένας υπερτιμημένος αλλά παντοδύναμος γραμματέας μεγάλης συνδικαλιστικής οργάνωσης. Άστραψε ο Ακριτίδης διακόπτοντας «ο συνδικαλισμός ως ένας εκ των πυλώνων της Δημοκρατίας, σύντροφε» διόρθωσε, προσγειώνοντας τον ομιλητή στις πραγματικές διαστάσεις του συνδικαλισμού.

Το 1983 αποτέλεσε σταθμό για την τότε Κυβέρνηση. Η Ελλάδα, για πρώτη φορά αναλάμβανε την εξαμηνιαία Προεδρία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Ένωσης με τα δέκα τότε μέλη της. Ο Ακριτίδης αναλάμβανε την Προεδρία του Συμβουλίου των Υπουργών Μεταφορών, το σημαντικότερο ίσως Συμβούλιο της εποχής μια και η σύγκλιση των οικονομιών περνούσε αναγκαστικά μέσα από τη δημιουργία υποδομών και ενιαίων κανόνων, που ακουμπούσαν θέματα ύψιστης σημασίας που χρόνιζαν στα ράφια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μια και έθιγαν βασικά βιομηχανικά συμφέροντα, κύρια των χωρών παραγωγής μέσων μεταφοράς. Σε αυτό το Συμβούλιο συμμετείχαν ως Υπουργοί Μεταφορών σημαντικότατες προσωπικότητες τόσο αυτοτελώς όσο και των κομμάτων που κυβερνούσαν τις χώρες τους, αναδεικνύοντας έτσι την σημασία που προσέδιδαν στο αντικείμενο. Ο Ακριτίδης κλήθηκε να συντονίσει και να προεδρεύσει στον Charles Fiterman δεύτερο στην τάξη του συγκυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος της Γαλλίας, Werner Dollinger δεύτερο στην τάξη του συνεργαζόμενου CSU της Γερμανίας, Tom King στην αρχή και Nicholas Ridley στη συνέχεια του Ηνωμένου Βασιλείου, Herman De Croo του Βελγίου, Neelie Smit- Kroes της Ολλανδίας, Jim Mitchell της Ιρλανδίας, Josy Barthel του ολυμπιονίκη από το Λουξεμβούργο και του Claudio Signorile μέλους της πεντακομματικής κυβέρνησης του Μπετίνο Κράξι και μοιραίου υπουργού για το Συμβούλιο του ’83.

Ο Ακριτίδης αποδείχτηκε μάστορας, ευρωπαϊκής εμβέλειας, των συμπλεόντων συμφερόντων. «Δεν συμφωνούμε, δεν υποχωρούμε χωρίς ανταλλάγματα για τη χώρα. Με προετοιμασία, γνώση και ενημέρωση προσδιορίζουμε τις συμμαχίες μας». Μέχρι το Δεκέμβριο του ’83 ακάματος, έκανε ταξίδια στο Παρίσι, στη Ρώμη, στο Λονδίνο, στο Άμστερνταμ, εξομαλύνοντας τις αντιθέσεις και προετοιμάζοντας το πακέτο των αποφάσεων του Συμβουλίου. Το Συμβούλιο της 23ης Δεκεμβρίου, εξαιτίας της Ιταλίας και του Υπουργού της, δεν ευδοκίμησε. Η προσπάθεια, η συμπεριφορά και το ύφος του Ακριτίδη όμως αναγνωρίστηκε όχι μόνο με το απρόσμενο χειροκρότημα όλων των παρευρισκομένων στις δύο το πρωί της 24ης, αλλά και με τη χρηματοδότηση του οδικού έργου Κλειδί – Αξιός και της ηλεκτροδότησης  και της διπλής  γραμμής  Αθηνών – Ειδομένης.

Ο Σεπτέμβρης του ’84 το βρίσκει τον Ακριτίδη στο Υπουργείο Εμπορίου. Αθεράπευτα πιστός στη λογική της ανάπτυξης που δημιουργεί πλούτο, ο οποίος αποτελεί το θεμέλιο της αναδιανομής, αναλαμβάνει το μεγάλο έργο της απελευθέρωσης των τιμών. Εξειδικεύοντας το γενικό πλαίσιο προβάλλει νομοσχέδια για την απελευθέρωση των ενοικίων, των τιμών των προϊόντων, των περιθωρίων κέρδους με μελέτη, γνώση και περιορισμούς έτσι ώστε να αποφύγει τη νεοφιλελεύθερη άποψη ότι «οι αγορές αυτορυθμίζονται χωρίς παρεμβάσεις» που αποτελούσε το δόγμα της Σχολής του Σικάγου. Με την παρένθεση των κυβερνητικών ανακατατάξεων ’89 – ’93 επανέρχεται στο υπουργείο Εμπορίου το Σεπτέμβρη του ’95 με πρωθυπουργό τον Κ. Σημίτη. Εγκαταλείπει τους κυβερνητικούς θώκους το Γενάρη του ’96.

Ο Ακριτίδης απέδειξε και αποδεικνύει ότι η ηλικία δεν είναι μια ληξιαρχική πράξη γέννησης αλλά κατάσταση του μυαλού. «Είσαι νέος όσο είσαι επίκαιρος και ενημερωμένος» λέει και παραμένει σκεφτόμενος στους προμαχώνες. Αφήνω το βήμα, με την ελπίδα ότι αυτή η ελλειπτική παρουσίαση μιας ανθρώπινης περιπλάνησης θα αποτελέσει την αφετηρία για τον ιστορικό του μέλλοντος που θα σκύψει με συνέπεια στα γεγονότα αυτής της περιόδου και θα αποδώσει εύσχημα ή ευθύνες στα πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο. Άλλωστε η Ιστορία γράφεται από ανθρώπους, διερευνάται από ανθρώπους και απευθύνεται σε ανθρώπους. Από τη δικιά μου τη μεριά θέλω να ευχαριστήσω τον τιμώμενο γιατί μού έδωσε την ευκαιρία της ανάμειξης στα κοινά, με τίμησε και με τιμά με τις άπειρες συνομιλίες μας, με δίδαξε να μην ξεχνώ, να προγραμματίζω με γνώση το γενικό και να εξειδικεύω στο ειδικό, δίδαγμα επίκαιρο για τους νέους μοντέρνους πολιτικούς managers. Τελικά όμως θέλουμε να ακολουθήσουμε κάτι τέτοιο; Γιατί αν θέλουμε, σίγουρα μπορούμε, έστω αν στη διαδρομή αμφισβητήσουμε λίγο και τους εαυτούς μας. Αν δεν θέλουμε, τότε ας συνεχίσουμε το ταξίδι στον ωκεανό χωρίς άγκυρα και πυξίδα έχοντας τη ψευδαίσθηση ότι τελικά θα αποφύγουμε την αμείλικτη αρένα του Κολοσσαίου».

Κατά την τελετή βράβευσης του τιμωμένου κ. Νίκου Ακριτίδη, ο πρόεδρος της Ε.Π.Μ. κ. Χρήστος Γαλανίδης απηύθυνε τα εξής λόγια:

     «Εκλεκτοί  προσκεκλημένοι,

       Αγαπητέ  φίλε  Νίκο,

        Σε  μένα  επιφυλάχθηκε  η  μεγάλη  χαρά  και  τιμή  να  σε  υποδεχθώ  εκ μέρους  του  Δ.Σ.  της  Ε.Π.Μ.  ως  πρόεδρος  και  οικοδεσπότης  στο  κοινό  μας  σπίτι, στη  Στέγη  Κειμηλίων  του Ποντιακού  Ελληνισμού,  τη  σημαντική  αυτή  ημέρα  για  όλους  μας, στην  εκδήλωση  απονομής  του  «ΒΡΑΒΕΙΟΥ  ΙΣΑΑΚ  ΛΑΥΡΕΝΤΙΔΗ»  με  την  οποία  κλείνει  ο  πρώτος  κύκλος  απονομής  των  πέντε (5) βραβείων  που  θέσπισε  η  Επιτροπή  Ποντιακών  Μελετών  για  να  τιμήσει  σημαντικές  προσωπικότητες  που  την  υπηρέτησαν  με  αξιοσύνη, αφοσίωση  και  ανιδιοτέλεια, όλα  αυτά  τα  χρόνια  από  της  ίδρυσης  της  το  1927  έως  και  σήμερα.

      Όλοι  εμείς  που  υπηρετούμε  πιστά  και  με  σεμνότητα  την  Επιτροπή  Ποντιακών  Μελετών, την  κιβωτό  αυτή  του  πολιτισμού, ξέρουμε  καλά  τη  μεγάλη  σου  προσφορά, ηθική, πνευματική, υλική  και  οικονομική  όχι  μόνο  στην  ανέγερση  αυτού  του  κοινού  σπιτιού  μας  που  πρώτος  το  εγκαινίασες  εσύ  το  1989, αλλά  και  τους  αγώνες  σου  για  την  συντήρησή  του. Εμείς  θεωρούμε  ότι  με  τη  βράβευση  αυτή  κάνουμε  το  καθήκον  μας, νιώθουμε  να  εκπληρώνουμε  ένα  χρέος  σε  μία  πολυσχιδή .

      Φίλε  Νίκο, θα  μου  επιτρέψεις  να  σε  αποκαλώ  έτσι, αυτό  που  κάνουμε  σήμερα  είναι  ένα  ελάχιστο  δείγμα  εκτίμησης, σεβασμού  και  φιλίας  για  όσα  μας  προσέφερες  χωρίς  ποτέ  να  το  αναφέρεις  και  χωρίς  να  περιμένεις  κάτω  από  εμάς.  Η προσωπικότητά σου χαρακτηρίζεται από τη φράση του Μένανδρου «ως  χαρίεν άνθρωπος, εάν άνθρωπος  ή»   πόσο  σημαντικός  και  σπουδαίος  είναι  ο  άνθρωπος, εάν  είναι  άνθρωπος.

      Αγαπητές  φίλες  και  φίλοι

      Αγαπητέ  φίλε  Νίκο

      Με  βαθειά  συγκίνηση, που  πηγάζει  από  τα  ειλικρινή  αισθήματα  φιλίας  που  μας  συνδέουν  και  την  τιμητική  για  μας  παρουσία  σου, σου  απονέμω  την  παρούσα  περγαμηνή, μικρό  αντίδωρο  για  τη  μεγάλη  προσφορά  σου  στην   Επιτροπή  Ποντιακών  Μελετών   και  στο  κοινωνικό  σύνολο  και  το  βραβείο «ΙΣΑΑΚ  ΛΑΥΡΕΝΤΙΔΗ»  το  παρόν  επίχρυσο  ανάγλυφο  μετάλλιο  με  το  έμβλημα  της  Επιτροπής  μας  στη  μία  όψη  και  την  ειδική  αφιέρωση  στην  άλλη.   Αυτά  τα  δύο  μαζί  με  την  απέραντη  αγάπη  μας  αποτελούν  την  ύψιστη  διάκριση  και  ηθική  ανταμοιβή   για  όσα  γενναιόδωρα  μας  προσέφερες.

      Θα  κλείσω  τη  σεμνή  αυτή  απονομή  λέγοντας  τα  λόγια  του  Βία  του  Πριηνέα «Δεί  τον  αγαθόν  άνδρα, παυόμενο  της  αρχής, μη  πλουσιώτερον, αλλά  μάλλον  ενδοξότερον  γεγονέναι»  δηλ. πρέπει  οι  τίμιοι  άνδρες, όταν  πια  παύσουν  να  ασκούν  την  εξουσία  να  μη  γίνονται  πλουσιότεροι, αλλά  ενδοξότεροι  και  περισσότεροι  τιμημένοι.  Κάτι  που  επιβεβαιώνεται  με  τη  ζωή  και  το  παράδειγμά  σου  όλα  αυτά  τα  χρόνια».

 

Βαθιά συγκινημένος ο τιμώμενος κος Νίκος Ακριτίδης ευχαρίστησε τον πρόεδρο της Ε.Π.Μ. κ. Χρήστος Γαλανίδη για την τιμή που τού έγινε, καθώς και τους παρευρισκόμενους που τον τίμησαν με την παρουσία τους. Κατά την αντιφώνησή του μίλησε με τα παρακάτω λόγια:

Αγαπητέ  Πρόεδρε

      Για  τα  θερμά  και  φιλικά  σου  λόγια  με  τα  οποία  με  υποδέχεσαι  σήμερα  θερμά  σε  ευχαριστώ.  Θέλω  όμως  να  προσθέσω  ότι  αισθάνομαι  ιδιαίτερη  την  τιμή  που  μου  κάνετε  απόψε, επειδή  αυτή  εκπορεύεται  από  το  θεσμό  που  υπηρετείτε, την  Επιτροπή, η  οποία  εδώ  και  ένα  σχεδόν  αιώνα  μελετά  και  προβάλλει, με  τον  πιο  έγκυρο  τρόπο  την  ιστορική  ταυτότητα – εθνική, μορφωτική, πολιτιστική  και  κοινωνική -  του  Ποντιακού  Ελληνισμού. Και  επιπλέον, επειδή  μου  απονέμετε  έπαινο  στο  όνομα  του  αείμνηστου  Προέδρου  Ισαάκ  Λαυρεντίδη, σπουδαίου  τέκνου  του  Ποντιακού  Ελληνισμού  και  διακεκριμένου  νομικού  και  πολιτικού, με  τον  οποίο είχα  συνδεθεί, τον  γνώρισα  και  συνεργάστηκα  μαζί  του, τον  τιμούσα  απεριόριστα  και  έτσι  συνεχίζω  να  τον  θυμάμαι.

      Γι’ αυτό, ευχαριστώ  θερμά  και  τους  αγαπητούς  φίλους  που  από  μέρους  της  Επιτροπής  με προκρίνανε  γι’ αυτήν  την  τιμή. Ιδιαίτερα  όμως  ευχαριστώ  εσάς, αγαπητές  φίλες  και  αγαπητοί  φίλοι  που  με  την  παρουσία  σας  τιμάτε  εμένα, αλλά  ταυτόχρονα  τιμάτε  και  την  Επιτροπή  για  την  πρωτοβουλία  της.  Και  βεβαίως  γιατί  όλοι  μαζί  τιμούμε, επίσης, τον  αείμνηστο  πρόεδρο  Ισαάκ  Λαυρεντίδη, άνδρα  με  τεράστια  προσφορά  όχι  μονάχα  στην  ευρύτερη  ποντιακή  και  προσφυγική  οικογένεια, αλλά  και  στο  κοινωνικό  σύνολο  το  οποίο  υπηρέτησε  πολιτικά  για  περισσότερο  από  μισό  αιώνα.

      Για  τους  αγαπημένους  μου  φίλους  το  Στέργιο  Κρεμέτη  και  το  Βασίλη  Στεφανή,  που  μου  πρόσφεραν  απόψε  ξέχειλο  το  ποτήρι  της  αγάπης  τους, με  πολλές  όμως  υπερβολές, έχω  να  τους  πω  ένα  μεγάλο  ευχαριστώ  από  καρδιάς.

      Φίλες  και  φίλοι,

ο  κανόνας  γι’ απόψε  είναι ο  τιμώμενος  να  εξηγήσει  το  λόγο  για  τον  οποίο  τιμάται.      Και  επειδή  επιθυμώ  να  μην  αποτελέσω  την  εξαίρεση, θα πρέπει  να  εξηγήσω  ποια  ήταν  η  συμβολή  μου  στην  ανέγερση  αυτού  του  κτηρίου  της  Στέγης  και  πώς  εκδηλώθηκε  αυτή  μέσα  από  τη  σχέση  μου  με  τον  Πρόεδρο  Λαυρεντίδη  αρχικά, και  τον  Οδυσσέα  Λαμψίδη  στη  συνέχεια. Αυτά  θα  αφηγηθώ.  Και  τη  σχέση  που  ανέπτυξα  μαζί  τους  και  θέλω  ακόμα  να  μου  επιτρέψετε  να  προσθέσω  και  λίγες  σκέψεις  μου  σχετικές  με  τη  λαϊκή  μας  παράδοση, για  λόγο  που  θα  εξηγήσω. 

      Αναφερόμενος  σ’ αυτά  τα  γεγονότα, αναγκαία  γυρνούμε  δεκαετίες πίσω, στη  δεκαετία  του  ογδόντα  που  σημάδεψε  με  ένταση  τη  μνήμη  μου.   Γυρνώ  στη  δεκαετία  του  ογδόντα, που  αποτελούσε  την  περίοδο  της  προσωπικής  μου  ωριμότητας  αλλά  και  την  περίοδο  της  πολιτικής  μου  ωριμότητας.  Γιατί  στα  σαράντα  μου, η  αρχή  της  δεκαετίας  του  ογδόντα  με  έβρισκε  Βουλευτή  για  δεύτερη  θητεία  και  Υπουργό.  Ήταν  η  κορύφωση  της  πολιτικής  μου  διαδρομής  που  ξεκίνησε  με  τη  μεταπολίτευση  του  1974  από  το Δήμο  Θεσσαλονίκης, επιβεβαιώθηκε με  την  εκλογή μου  ως  Βουλευτή  το  Νοέμβριο  του  1977  και  ολοκληρώθηκε  τον  Οκτώβριο  του  1981  με  την  εμπιστοσύνη  του  Ανδρέα  Παπανδρέου  να  με  περιλάβει  ως  Υπουργό  στην  πρώτη  του  Κυβέρνηση.  Εμπιστοσύνη  με  την  οποία  με  τίμησε  σ’ ολόκληρη, σχεδόν, τη  δεκαετία  του ογδόντα.  Θητεία  στην  οποία  γνώρισα  και  συνεργάστηκα  με  ανθρώπους  εξαιρετικά  σημαντικούς  και  βίωσα  στιγμές  ιδιαίτερης  πολιτικής  και  προσωπικής  μου  σημασίας. Γνώρισα  ανθρώπους  σπουδαίους   πλάι  στον  Ανδρέα  Παπανδρέου  με  τους  οποίους  συνεργάστηκα  και  συνδέθηκα  προσωπικά, όπως  ο  Γιάννης  Αλευράς, η  Μελίνα, ο  Τρίτσης, ο  Κάρολος  Παπούλιας  και  άλλοι  πολλοί.  Και  γνώρισα  άλλους  ανθρώπους, ιστορικά  καταξιωμένους  και  αισθάνθηκα  σεβασμό  σε   ακόμα  περισσότερους.  Και  με  τα πρότυπα  αυτών  πορεύτηκα  στον  κόσμο  της  πολιτικής  ευθύνης.      Ήταν η ώρα  της  προσωπικής  μου  προσγείωσης  στο  έδαφος  της  πολιτικής  πραγματικότητας  και  της  συγκεκριμένης  ευθύνης.  Ήταν  η  κρίσιμη  μετάβαση  από  τη  θεωρητική  θέση  στην  πράξη.

      Οι  ευθύνες  που  είχα  επωμισθεί  σ’ εκείνη  την  πρώτη  μας  κυβέρνηση  του  1981  ήσαν  τεράστιες, επειδή  το  Υπουργείο  Εμπορίου  εκείνη  την  εποχή  επόπτευε  όλες  τις  αγορές, ακόμα  και  την  τραπεζική, και  το  φάρμακο, και  το  εξωτερικό  εμπόριο  της  χώρας, που  τότε  στους πιο σημαντικούς  τομείς, όπως  ήταν  η  αγορά  του πετρελαίου, γίνονταν  με  διακρατικές  συμφωνίες.  Και  ήσαν  τεράστια  τα  προβλήματα  που  ερχόντουσαν  από  το  παρελθόν, αλλά  από  το  πιο  παλιό, όπως  το  ενοικιοστάσιο  από  την  Κατοχή, αλλά  από  το  πιο  κοντινό, όπως  ο  θηριώδης  πληθωρισμός.  Και  άλλα  που  γεννιόντουσαν  τότε  με  την  ένταξή  μας  στην  Ε.Ο.Κ. Και  βέβαια  δεν  έχω  την  πρόθεση  να  μιλήσω  για  τα προβλήματα  της  περιόδου  εκείνης.  Σκοπός  της  αναφοράς  μου  ήταν  να  δείξω  πόσο  φορτισμένος  ήμουν  τότε  υπό  το  βάρος  των  τεράστιων  προβλημάτων  που  αντιμετώπιζα.

      Υπό  αυτόν  το ψυχικό  μου  φορτίο  και  υπό  την  πρόσθετη  πίεση  που  μου  ασκούσε  το  γεγονός  ότι  ήμουν  πολύ  φρέσκος  Υπουργός, δέχθηκα  τότε  ένα  κέντρισμα, θα  το  ονόμαζα.      Ήταν  άνοιξη  του  1982 -Μάιος  θαρρώ-  όταν  δέχθηκα, ένα  τηλεφώνημα  από  τον  Πρόεδρο  Ισαάκ  Λαυρεντίδη  με  το  οποίο  μου  ζητούσε  να  με  επισκεφθεί  στο  γραφείο  μου, στο  Υπουργείο  Εμπορίου. Στις  επόμενες  μέρες  ήρθε  συντροφιά  με  τον  Οδυσσέα  Λαμψίδη, πρόεδρο  τότε  της  Επιτροπής, τον  οποίο  για πρώτη  φορά  αντίκριζα. Η  εικόνα  τους  ήταν  εντυπωσιακή  και  επιβλητική. Ελαφρά  χαμογελαστός  ο  πρόεδρος  Λαυρεντίδης, σοβαρός  και  ευγενικός,  όπως πάντα, και  ευθυτενής  στη  στάση  του, σαν  να  πρόδιδε  τη  γνωστή  δυσκαμψία  του  χαρακτήρα  του. Δίπλα  του  μια  φυσιογνωμία  ευγενική  ο  Οδυσσέας, με  μια  λάμψη  στη  ματιά  του  και  μια  σχισμή  στα  χείλη  του, δείγμα, θαρρούσες, ανθρώπου  που  ήταν  σε  ετοιμότητα  να  αρθρώσει  λόγο  χειμαρρώδη.

Δεν  δέχθηκαν  ούτε  καφέ, ούτε  να  καθίσουμε  και  έτσι  όρθιοι καθώς  ήμασταν  έφεραν  την  κουβέντα  στο  λόγο  της  επίσκεψης.  Ήταν  το  μεγάλο  πρόβλημα  αποπεράτωσης  του  κτιρίου  της  Στέγης  Κειμηλίων, όπως μου  την  ονόμασαν. Με  πληροφόρησαν  πως  με  τεράστια  προσπάθεια  ολόκληρης  της  οικογένειας  της  Επιτροπής  και  με  τη  συνδρομή  φίλων  καθώς  και  κάποιων  οργανισμών  της  Πολιτείας  ξεκίνησε  η  ανέγερση  του  κτιρίου, που  θεμελιώθηκε  μετά  το  1975, έφτασε  σε  ένα  σημείο  και  τώρα, πλέον, οι  οικονομικές  τους  δυνατότητες  σχεδόν  είχαν    εξαντληθεί.  Μου  τόνισαν, επίσης, την  ανάγκη  της  επείγουσας  ολοκλήρωσης  του έργου  για  να  αντιμετωπιστεί  ο  κίνδυνος  της  καταστροφής  πολύτιμων  κειμηλίων, αρχείων, βιβλίων, λαογραφικού  υλικού  και  άλλων  πραγμάτων  που  αποτελούσαν  ιστορική  κληρονομιά, καθώς  ήσαν  αποθηκευμένα  σε  κάποιο  χώρο  στο  κέντρο  της  Αθήνας  εκτεθειμένα  στην  υγρασία.       Μου  υπογράμμισαν  ακόμα  πόσο  μεγάλη  θα  ήταν  η  σημασία  απόκτησης  αυτής  της  κτηριακής  υποδομής, ειδικότερα  για  την  αρτιότερη  ανάπτυξη  της  έρευνας  και  της  προβολής  του  λαϊκού  πολιτισμού  και  της  ιστορίας  των  Ελλήνων  του  Μικρασιατικού  Πόντου.  Τομείς  στους  οποίους  είχε  ήδη  παραχθεί  ένα  μεγάλο  έργο  που  είχε  αρχίσει  αμέσως  μετά  την  εγκατάσταση  στην  πατρίδα  και  ήταν  καταχωρημένο  στο  Αρχείο  του  Πόντου. Εκείνο  που  μου  ζήτησαν  ήταν  η  οικονομική μου συνδρομή στο έργο αποπεράτωσης του  κτιρίου της  Στέγης, ανταποκρινόμενος  στην ευθύνη που μας  αναλογούσε  ως  του  μόνου, τότε, Πόντιου  Υπουργού  στη  νεοεκλεγείσα  κυβέρνησή  μας.  Και  μαζί, όπως  ήταν  φυσικό, μου  απηύθυναν  πρόσκληση  ενεργής  μου  συμμετοχής  στις  δραστηριότητές  τους.

      Φυσικά, αποδέχθηκα  την  πρόσκληση.

      Πρέπει  όμως  να  ομολογήσω  ότι  μέχρι  εκείνη  τη  συνάντηση  αγνοούσα  τελείως  την  υπόθεση  της  Στέγης  και  ότι  είχα  πολύ  περιορισμένη  γνώση  του  έργου  και  των  ανθρώπων  της  Επιτροπής, πέραν  των  ιστορικών  της  προσώπων.  Και  αυτό, παρ’ ότι  από  το  1978  κουβέντιαζα  αρκετά  συχνά  με  τον  Πρόεδρο  Λαυρεντίδη  στο  γραφείο  του, στο  ισόγειο  της  Βουλής. Αποτελούσε  έτσι  αλήθεια  ότι  το  όψιμο, για  μένα, εκείνο  κάλεσμα  σε  συσχετισμό  με  τον  τόσο  φορτισμένο  από  ευθύνες  ψυχικό  μου  κόσμο  συνιστούσαν  κάθε  άλλο, από  το  να  λειτουργούν  ως  θετικές  προϋποθέσεις  για  μια  άνετη  από  μέρους  μου  υποδοχής  του  καλέσματος.Και  ήταν  επίσης  αλήθεια  που  γνώριζα  καλά, πως  οι  πόροι  που  είχα  στη  διάθεσή  μου  στο  Υπουργείο  ήσαν  εξαιρετικά  περιορισμένοι  για  ένα  τέτοιο  σκοπό.

      Έτσι  την  επόμενη  στιγμή  με  κατέλαβε  ένα  βαρύ  αίσθημα  αμηχανίας  για  το πώς  θα  μπορούσα  να  ανταποκριθώ  στην  ευθύνη  που  ανέλαβα.  Πρόβλημα  που  με  απασχολούσε  για  αρκετό  καιρό  χωρίς  να  βρίσκω  λύση, μέχρις  ότου, εντελώς  τυχαία, μου  παρουσιάστηκε  η  ιδέα  μιας  λύσης  που ποτέ  δεν  είχα  σκεφθεί.

      Σε  μια  συζήτηση  που  είχα  με ένα  φίλο  μου  από  παλιά  με  τον  οποίο  συνυπήρξαμε  και  στη  Βουλή  του  1977  και  που  ήταν  τότε  πρόεδρος  σε  ένα  Επιμελητήριο  που  επόπτευα εγώ, μου πρότεινε  την  ιδέα  των  χορηγιών. Ο φίλος εκείνος  που  είχε  διασυνδέσεις, επειδή προέρχονταν από μια ισχυρή επιχειρηματική οικογένεια, προθυμοποιήθηκε να  επικοινωνήσει  ο ίδιος με  κάποιες μεγάλες επιχειρήσεις και να με ενημέρωνε για  την  απάντησή  τους.  Το  αποτέλεσμα  ήταν  ότι  υπήρξαν  ανταποκρίσεις  θετικές, και  μάλιστα  αρκετά  γενναιόδωρες. Από  το  γεγονός  αυτό  ενθαρρύνθηκα  και  εγώ  και  απευθύνθηκα, με  μεγάλη  διακριτικότητα, σε  κάποιες  άλλες  που  οι  περισσότερες  ανταποκρίθηκαν  επίσης  θετικά.        Και  επειδή  το  ζήτημα  ήταν  πολύ  λεπτό, όπως  όλοι  το  αντιλαμβανόμαστε, κανόνισα  ώστε  η  δική  μου  συμμετοχή  να  εξαντλείται  στο  να  θέτω  το  αίτημα  της  χορηγίας  και  κατόπιν  η  όλη  διαδικασία  να  πραγματοποιείται  από  την  Επιτροπή. Με  τον  τρόπο  αυτό  εξασφαλίστηκαν  αρκετά  σημαντικοί  πόροι.  Σ’ αυτούς  προστέθηκαν  και  όλοι  οι  διαθέσιμοι  πόροι  του  Υπουργείου μου, προστέθηκε  και  μια  αρκετά  γενναιόδωρη  χορηγία  της  Μελίνας  από  το  Υπουργείο  Πολιτισμού  που  της είχα  ζητήσει.

      Αυτή  ήταν, εν  συντομία, η  δική  μου  συνδρομή.   Λεπτομέρειες  βέβαια  που  αφορούν  σε  ποσά  και  πηγές  προέλευσης  δεν  ενδιαφέρουν  αυτήν  την  ώρα  και  γι’ αυτό  δεν  θα  αναφερθώ  σ’ αυτά.  Εξ άλλου  αυτά  έχουν  δημοσιοποιηθεί.  Θεωρήθηκε  όμως  ως  συνδρομή  σημαντική  και  η  δική  μου. 

Θα  ήθελα  όμως  να  μου  επιτρέψετε  να  κάνω, κλείνοντας  αυτό  το  θέμα, μια  γενικότερη  αναφορά, ως  φόρο  τιμής  στο  Λαυρεντίδη, η  οποία  γνωρίζω  ότι  επανειλημμένως  έχει  διατυπωθεί. Στη  δημιουργία  αυτού  του  κτηρίου, του  τόσο  σημαντικού  για  την  Επιτροπή  και  την  ποντιακή  πολιτισμική μας παράδοση, συνέδραμαν πάρα πολλοί και  μάλιστα  από  το  υστέρημά  τους, και  γι’ αυτό  τους  ανήκει  ιδιαίτερη  τιμή.  Ξεχωριστή  μεταξύ  αυτών  ήταν  και  η  δική  σας  συμβολή, αγαπητέ  πρόεδρε  και  της  οικογενείας  σας.  Όμως  θα  είμαι  ίσως ο  χιλιοστός  που  θέλω  να  επαναλάβω  ότι  η  ανέγερση  αυτού  του  κτιρίου  ουσιαστικά  είναι  έργο  Λαυρεντίδη. Η  απόκτηση  του  οικοπέδου  από  το  Δημόσιο  που  ολοκληρώθηκε  το  1975  χάρη  στην  προσπάθεια  και  την  επιμονή  του  Βουλευτή  Λαυρεντίδη  ήταν  έργο  αποκλειστικά  δικό  του.  Και  κατόπιν  στην  προσπάθεια  ανέγερσης  του  κτιρίου  ψυχή  και  ακούραστος  πρωτεργάτης  του έργου  ήταν  και  πάλι  ο  Λαυρεντίδης.

      Τον  Πρόεδρο  Λαυρεντίδη  τον  είχα  γνωρίσει  στη  Βουλή  του  1977  από νωρίς  με  αφορμή  την  «παρθενική» μου  αγόρευση  ως  εισηγητής  της  αξιωματικής  αντιπολίτευσης  σε  νομοσχέδιο, όταν στην  έδρα  βρίσκονταν  εκείνος.  Εντυπωσιάστηκε, όπως  φάνηκε, μου  έδωσε  πρόσθετο  χρόνο  και  με  κάλεσε  κατόπιν  για  καφέ  στο  γραφείο  του.  Στην  κουβέντα  βρήκαμε  κοινά  ενδιαφέροντα  και  επαναλάβαμε  αρκετές  φορές  τέτοιες  συναντήσεις.      Γνώρισα  έτσι  έναν  πολύ  σοβαρό  άνθρωπο  της  προηγούμενης  από  μένα  γενιάς, έναν  αστό  δημοκράτη νομομαθή, ένα συντηρητικό πολιτικό κατά την έννοια  του  πολιτικού  ορθολογισμού  και  όχι  κατά  την  αργκό  της  αριστεράς, έναν  έμπειρο  πολιτικό  που  εκλέγονταν  βουλευτής, από  το  1946, έναν  πραγματικά  ευαίσθητο  πολιτικό  σε  θέματα  πατριωτικά  και  κοινωνικά  έναν  άνθρωπο  με  αρετές  και  άποψη  που  τη  σεβόσουν  γι’ αυτό  ακόμα  κι  αν  διαφωνούσες  πολιτικά μ’ αυτή, έναν Πόντιο  που  δικαίως  τοποθετείται  στη  χορεία  των  Μεγάλων  Ποντίων. Για τον Λαυρεντίδη δεν  θα  μιλήσω  σήμερα  ιδιαίτερα.  Εξ άλλου  είχα  την  ευκαιρία  να  μιλήσω  γι’ αυτόν  επανειλημμένα  στο  παρελθόν  και  ακόμα  να  τον  αποχαιρετήσω  στην  Παναγία  Σουμελά  όπου  αναπαύεται.

      Θέλω, όμως, να  σημειώσω  τούτο:

Η αποψινή σας πρωτοβουλία, φίλε πρόεδρε, με  αναφορά  στη  συμβολική, πλέον, προσωπικότητα  του  Λαυρεντίδη  έχει  βάρος ηθικό και αξία  σκοπού. Αρκεί γι’ αυτό  να  θυμηθούμε  ένα  λόγο  του Πλάτωνα  στους  Νόμους  του. Ο  αγώνας, μας  είπε  ο  Πλάτωνας, για  να  κρατηθεί  ο  άνθρωπος  σε  μια  πορεία  «ανεχτής  ηθικής  υγείας», μπορεί  να  πετύχει  με  το  πλάσιμο  μύθων  που  υποστηρίζονται  από  ηθικά  κηρύγματα.  Να  σκεφτούμε  λοιπόν  πόσο  πιο  αποτελεσματική  είναι  η πρακτική  εκείνη  που  στη  θέση  του  μύθου  τοποθετεί  το  παράδειγμα.  Αυτό  θεωρώ  πως  είναι  το  εξέχον  ηθικό  μήνυμα  της  σημερινής  εκδήλωσης.

      Στα  χρόνια  που  ακολούθησαν  οι  δεσμοί  μου  με  την  Επιτροπή  ενισχύθηκαν. Ο  Οδυσσέας  μού  ανάθεσε  να  μιλήσω  για  τα  εξήντα  χρόνια  από  την  ίδρυση  της  Επιτροπής  σε  κεντρικό  ξενοδοχείο  της  Αθήνας, εκδήλωση στην  οποία  γνώρισα  τον  Γιάννη  Ταϊγανίδη.

      Με τον Πρόεδρο Λαυρεντίδη είχαμε κοινές παρουσίες  στο  εξωτερικό, όπως  στη  Γερμανία, τις  Η.Π.Α.  και  στον  Καναδά.  Και  είχα  μαζί  του  ενδιαφέρουσες  συζητήσεις.  Άκουσα, για  παράδειγμα, ενδιαφέρουσες  πληροφορίες  για  τον  Κωνσταντίνο  Καραμανλή  κατά  τα  πρώτα  χρόνια  της  πολιτικής  του  διαδρομής, με  τον  οποίο πολιτικά  συγκατοικούσαν  τότε, ενταγμένοι  και  οι  δυο  τους  στο  πολιτικό  γραφείο  του  μεγάλου  πολιτικού  του  λαϊκού  κόμματος, του  Αθανάσιου  Αργυρού.  Στις  Σέρρες  ο  Καραμανλής  και  στην  Αθήνα  ο  Λαυρεντίδης.  Ο  Καραμανλής, σπάζοντας  ισχυρά  τοπικά  κατεστημένα, εκλέχτηκε  για πρώτη  φορά  Βουλευτής  Σερρών  τον  Ιούνιο  του  1935  και  ο  Λαυρεντίδης το  1946.  Ο  Αργυρός  πέθανε  στο  σπίτι  μιας  ανηψιάς  του  στο  Βόλο  μέσα  στις  στερήσεις  της  Κατοχής.

      Εκείνη  την  περίοδο  κέρδισα πολλά, κυρίως  γιατί  γνώρισα  ανθρώπους  έξοχους, άνδρες  και  γυναίκες, μερικοί  που  από  καιρό  δεν  είναι  πια  κοντά  μας. Γνώρισα  τον  Γιάννη  Ταϊγανίδη,  τον  πολυτάλαντο  και  ωραίο  εκείνο  άνθρωπο  που  ακτινοβολούσε  ευπρέπεια  και  ιερή  προσήλωση  στην  τελειότητα. Και  γνώρισα  ανθρώπους  που  τους  χαιρόσουνα  για  το  ήθος  και  τη  δουλειά τους στους  χώρους  της  κοινωνικής  και  πολιτιστικής  τους  προσφοράς,  απλωμένους  σ’ όλους  τους  χώρους  της  ελληνικής  διασποράς, όπως  οι  αξέχαστοι  Γιάννης  και  Χρήστος  Παπαδόπουλος  στη  Γερμανία  και  ο  Μιχάλης  Μουρατίδης  και  η  Ρούλα  του  στο  Τορόντο  του  Καναδά. Τη  Ρούλα  του  ελληνικού  ραδιοφώνου  στο  Τορόντο  για  δεκαετίες  που  έφυγε  και  αυτή  στα  μέσα  του  περασμένου  Σεπτέμβρη.

      Ιδιαίτερα  όμως  χαίρομαι  που  στην  ίδια  περίοδο  γνώρισα  γυναίκες  σπουδαίες  με  έργο  που  αναγνωρίζεται  πλέον  ως  παρακαταθήκη  ιστορική.  Γνώρισα  την  Άννα  Θεοφυλάκτου, την  κόρη  και  την  κυρά  της  Τραπεζούντας.  Γνώρισα  τη  Ναυσικά  Ιασονίδου-Γκάγκα  που  απέδειξε  ότι  επάξια  φέρνει  το  βαρύ  πατρογονικό  της  όνομα, και  συνεργάστηκα  με  τη  Μαίρη  Στεργιάδου, με  το  εντυπωσιακό  σε  υποδομές  και  σε  προσφορά  κοινωνικό  της  έργο.  Γυναίκες  που  αγαπώ  και  θαυμάζω  απεριόριστα.  Και  αισθάνθηκα  μεγάλη  συγκίνηση  που και η  γυναίκα μου, που δεν είναι Ποντία, στην  ίδια  εκείνη  περίοδο  ευαισθητοποιήθηκε  και  συνέταξε  μελέτη  για  την  παρουσία  του  Ορφισμού  στην  λαϊκή  ποντιακή  παράδοση  που  την  παρουσίασε  σε  συνέδριο  που  είχε  οργανώσει  το  Πανεπιστήμιο  Πατρών.  Εργασία  που  εντυπωσίασε, πρέπει  να  πω.

      Και  φυσικά  ευαισθητοποιήθηκα  και  εγώ, ξαναβρίσκοντας  πιο  πολύ  το  συναίσθημά  μου.  Αισθανόμουν  ότι  ξανασυναντιόμουν  με  ολόκληρη  την  καταγωγή  μου, με  τη  γενιά  του  πατέρα  μου  που  ήρθε  από  τον  Πόντο, με  ανθρώπους  ταξιδεμένους  που  μιλούσαν  ελληνικά  στην  καθαρεύουσα  που  μιλούσαν  τούρκικα  και  ρωσικά, ιδίως  όταν  αστειεύονταν.      Ανθρώπους  που  το  πρώτο  κοινόχρηστο  κτήριο  που  κατασκεύασαν  στο  χωριό  μου, ένα  χρόνο  από  την  εγκατάστασή  τους, ήταν  η  λέσχη.  Μια  κανονική  αίθουσα  θεάτρου  που  καταστράφηκε  στον  Εμφύλιο  από  το  Στρατό  και  την  ξαναχτίσαμε  εμείς, η  γενιά  μου.  Και  ξαναπαίξαμε  θέατρο. Ανθρώπους που  πλάι  στην  παραδοσιακή  λύρα  έπαιζαν  μουσική  με  όργανα  κλασικά. Με βιολί, με αρμόνιο, με  μαντολίνο, θυμάμαι  τον  πατέρα  μου  ως  κορυφαίο  της  μαντολινάτας.  Θυμήθηκα σύμβολα ζωντανά. Την  τυφλή  μητέρα του  Ιασονίδη  να κάθεται  ασάλευτη  στην  εξώπορτα  του  σπιτιού  που  την  φιλοξενούσε  στην  Κατοχή  με  τις  δυο  της  παλάμες  να  αναπαύονται  πάνω  στην  ασημένια  λαβή  του  μπαστουνιού  της, και  είχα  την  αίσθηση  ότι  ο  Ιασονίδης  ήταν  συγχωριανός  μας.Θυμήθηκα  αφηγήσεις, περιπέτειες, πόνους  και  ελπίδα.  Ήταν  ο κόσμος  της  δικής  μου  παράδοσης, στις  ρίζες  της.

      Γι’ αυτήν  την  παράδοση  θέλω  να  μου  επιτρέψετε  να  μιλήσω  για  λίγο, όπως  στην  αρχή  σας  το  ζήτησα.  Εάν  για  την  ιστορία  πρέπει  να  συμβουλευόμαστε  το  Θουκυδίδη  για  να  μπορούμε  να  καταλάβουμε  πως  μέσα  από  τη  γνώση  του  παρελθόντος  μπορούμε  να  κατανοούμε  το  παρόν,  για  την  παράδοση  δεν  έχουμε  την  ίδια  ακριβώς  ανάγκη.  Γιατί  η  παράδοση  είναι  το  ίδιο  το  παρόν  όπως  το  αντιλαμβάνεται  ο  καθένας.  Και  σ’ αυτό  ασφαλώς  βοηθά  η  γνώση  γενικά  και  βεβαίως  η  ιστορική  γνώση, χωρίς  το  οργανικό της  δίλημμα:  τη  διάσταση  ανάμεσα  στη  διαπίστωση  και  στην  ερμηνεία.  Η  παράδοση  είναι  το  συνειδησιακό  μας  παρόν, είναι  ο  ψυχικός πλούτος  του  καθένα  μας, που  καθοδηγεί  τη  στάση  μας  στη  ζωή, που  υπαγορεύει  τις  πρακτικές  μας  και  δομεί  τελικά  το  ήθος  μας.

      Η  παράδοση  είναι  αυτό  που  ένας  Άγγλος  ελληνιστής  του  προηγούμενου  αιώνα (ο Murray) ονόμασε «Κοινωνική  συσσώρευση»  κατά  τη  γεωλογική  συσσώρευση, με  μεταφορική  έννοια.  Που  σημαίνει  ακόμα  ότι  η  παράδοση  συγκροτείται  από  υλικό  κοινωνικό  που  αποτίθεται  και  συσσωρεύεται  αενάως, όπως  συμβαίνει  με  το  έδαφος  και  από  τη  συσσώρευση  αυτού  του  κοινωνικού  υλικού  παίρνει  τη  μορφή  του  ο πολιτισμός  κάθε  κοινωνίας.  Μιλούμε  έτσι  για  χριστιανικό, είτε  ισλαμικό  πολιτισμό, για  τη  θεωρία  της πολιτικής  ορθότητας, είτε  για  τη  θεωρία  της  ηθικής  ορθότητας, κ.ο.κ.    

      Ακριβώς  το  ίδιο  μας  είπε  και  ο  Γιάννης  Ταϊγανίδης, όμως  πιο  όμορφα, με  το  δικό  του  ποιητικό  τρόπο. «Η  παράδοση, μάς  είπε, μέσα  στο  βαθύ  ρεύμα  της  ζωής, μεταφέρει  τους  καημούς και τις χαρές, τα λάθη και  τις  επιτυχίες, τα  τραγούδια  και  τα  μοιρολόγια, τους  θρύλους  και  τις  γνώσεις  του  πατέρα, του  παππού, του  μακρινού  μας  πατέρα.  Στην  ατέλειωτη  διαδρομή  του  το  ρεύμα  αυτό  κρούει  και  δέρνεται, με  τους  βράχους  και  με  τα  χώματα, δίνει  μορφή  στην  κοίτη  του  κι’ απ’ τη  μορφή  της  παίρνει  μορφή».  «Κρούει  και  δέρκεται, δι’ και  παιρ’»  όπως  είπε  η λαϊκή  ποντιακή  θυμοσοφία, σημείωνε. Ιδιαίτερα  αξιοπρόσεχτη  είναι  η  τελευταία  περίοδος  αυτής  της  ωραίας  αναφοράς  του  Γιάννη,  που  ταυτίζεται  με  τη  θεμελιώδη  διαλεκτική  αρχή  κάθε  κοινωνίας  ανοιχτής. Γιατί, πρώτον, κάθε  κοινωνία  ανοιχτή, δηλαδή  κάθε  κοινωνία  που  διασφαλίζει  την  ελευθερία  και  τη  θεσμική  ικανότητα, ώστε  οι  αποφάσεις  που  την  αφορούν να  παίρνονται  συνειδητά  και  εσκεμμένα  ως  προς  τους  στόχους  της, παίρνει  και  δίνει  στο  ιστορικό  της  περιβάλλον. «δι’ και  παίρ’», επομένως. Και  ακόμα, σε  κάθε  τέτοια  κοινωνία, οι  δρώντες, σ’ αυτήν, παράγοντες, όχι  μόνο  διαμορφώνουν  την  κοινωνία, αλλά  διαμορφώνονται  και  εκείνοι  μέσα  στο  μεταβαλλόμενο  περιβάλλον  που  οι  ίδιοι  προκαλούν.  Είναι  λοιπόν  η  παράδοση  που  κάνει πράξη  αυτή  τη  διαλεκτική  αρχή, έτσι  που  δίνοντας  και  παίρνοντας  δεσμευτικά  οδήγησε  τον  άνθρωπο  στα  βήματα  του  πολιτισμού. Γιατί  ήταν  η  παράδοση  εκείνη  που  έδωσε  περιεχόμενο  και  νόημα  σε  αξίες, όπως  το  αγαθό, η  αρετή, το  μέτρο  άριστο, κ.ά.  Και  ήταν, επίσης, η  παράδοση  που  συνέβαλε  ώστε  ο  άνθρωπος  να  αναγνωρίζει  και  να  μπορεί  να  ερμηνεύει  έμφυτες  εμπειρίες  του, όπως  ο  θυμός, ο  φόβος, το  πάθος, κ.ά.  Και  να  συνειδητοποιεί  τελικά  ότι  το  συναίσθημα  είναι  το  άλλο  συνθετικό  στοιχείο  της  ανθρώπινης  φύσης, πλάι  στο  λογικό.      Το  συναίσθημα, που  ως  θεματοφύλακας  των  αξιών  του  πολιτισμού  δίνει  το  περιεχόμενο  στην  έννοια  του  ανθρωπισμού. Συναίσθημα, πολιτισμός, ανθρωπισμός  και  ευθύνη  ήσαν  τα  στοιχεία  που  συγκροτούσαν  τον  ιδεολογικό  κόσμο  και  την  πυξίδα  του  προσανατολισμού  του  Γιάννη  Ταϊγανίδη.  Γι’ αυτόν  τον  σπουδαίο  άνθρωπο  έκανα  την  προηγούμενη  αναφορά  μου  ως  φόρο  τιμής, προς  αυτόν.

      Και  κλείνοντας  θέλω  να  προσθέσω.

      Γνωρίζουμε  ότι  η  ισορροπία  ανάμεσα  στον  ανθρωπισμό  και  το  λογικό  συγκροτεί  το  ιδεολογικό  θεμέλιο  της  δημοκρατίας.  Ενώ  το  αντίθετο, η  υποταγή  του  ανθρωπισμού  σε  κατασκευές  του  λογικού  που  υπηρετούν  αυτόνομους  σκοπούς  είναι  ο  φασισμός.   Γι’ αυτό  πρέπει  να  προσέχουμε  πολύ  τους  κινδύνους  στους  οποίους  εκθέτουμε  ανθρώπους  όταν  υπερθερμαίνουμε τον ψυχικό τους  κόσμο.  Καλλιεργώντας  έντονα  συναισθήματα  τραυματικά, είτε  έπαρσης, γιατί  σε  τέτοιο  έδαφος  ευδοκιμεί  ο  φανατισμός  και  ο  εθνικισμός.  Και  ας  μη  ξεχνούμε  ότι  ο  φασισμός  και  η  βία  παραμονεύουν  πάντα  στη  γειτονιά  του  εθνικισμού. Θέλω  να  πω, όμως  ακόμα, ότι  μου  δίνει  μεγάλη  χαρά  που  βλέπω  εδώ  κοντά  μου  απόψε  παλιούς  αγαπημένους  φίλους  και  φίλες  και  να  τους  βεβαιώσω  για  τη  συγκίνηση  που  αισθάνομαι. Και  βέβαια  αισθάνομαι  χαρά  που  απόψε  βρίσκεται  εδώ  ολόκληρη, σχεδόν, η  οικογένειά  μου,  η  σύζυγός  μου, τα  παιδιά  μου, τα  αδέλφια  μου  και  τα  αγαπημένα  μου  ανήψια.  Και  ιδιαίτερα  οι  δυο  μικρές  μου  εγγονούλες  που  για  πρώτη  φορά  με  βλέπουν  να  μιλώ  από  βήματος.  Και  θέλω  ακόμα  να  μου  επιτρέψετε  να  στείλω  από  εδώ  τη  σημαδιακή  αυτή  ώρα  την  αγάπη  μου  και  στα  δυο  μεγαλύτερα  εγγόνια  μου  που  βρίσκονται  αρκετά  μακριά, στη  Βόρεια  Ευρώπη.

 

Η εκδήλωση έκλεισε με δεξίωση κατά την οποία η προσκεκλημένοι είχαν την ευκαιρία να συγχαρούν τον κο Ακριτίδη και να συνομιλήσουν μαζί του.