Προηγούμενες Εκδηλώσεις

6-9 Οκτωβρίου 2011

 

Η  Επιτροπή Ποντιακών Μελετών δια μέσου του Μουσείου της «Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ποντιακού Ελληνισμού» συμμετείχε στην εκστρατεία πανελλήνιας εμβέλειας που οργάνωσε το Υπουργείο Πολιτισμού τον Οκτώβριο 2011, προκειμένου να αναδειχθούν οι δεσμοί ανάμεσα στο φυσικό και πολιτιστικό πλούτο της χώρας, με τίτλο: «Περιβάλλον και Πολιτισμός 2011. Φωνές νερού μυριάδες» επιλέγοντας να αναδείξει το νερό της καθημερινότητας, το νερό στην εξυπηρέτηση του ανθρώπου, μέσα από το θέμα του Λουτρού – παλιά βυζαντινή συνήθεια των Ελλήνων του Πόντου – που κατέχει σπουδαία θέση στην παράδοσή τους.

 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

  • Πέμπτη 6 και Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011, 10:00-12:00

Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα για τη μαθητική κοινότητα

 

  • Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011, 11:00-13:00 

Ειδικό  Πρόγραμμα για το ευρύ κοινό με θέμα

«Το Λουτρό στην παράδοση των Ελλήνων του Πόντου»

 

 

 

 

16 Οκτωβρίου 2011

 

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών πραγματοποίησε στην αίθουσα εκδηλώσεών της την επίσημη παρουσίαση του επετειακού λευκώματος με τίτλο «Πεντακόσια πενήντα χρόνια από την άλωση της Τραπεζούντας (1461-2011)», την Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011 και ώρα 11:00, με κύριο ομιλητή τον κ. Απόστολο Καρπόζηλο, ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και μέλος της Ε.Π.Μ.

 

 

 

 

 

 

 

13 Νοεμβρίου 2011

 

         Ημερίδα-Αφιέρωμα στην Οικογένεια Υψηλάντη

 

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών πραγματοποίησε με επιτυχία την Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011 στην αίθουσα εκδηλώσεων του κτηρίου της «Στέγη Κειμηλίων του Ελληνισμού του Πόντου», ημερίδα-αφιέρωμα στην «Οικογένεια Υψηλάντη», σπουδαία Φαναριώτικη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, με καταγωγή από τα Ύψηλα της Τραπεζούντας, τα μέλη της οποίας διακρίθηκαν στην πολιτική και τον στρατό· ιδιαίτερα οι αδελφοί Αλέξανδρος και Δημήτριος Υψηλάντης διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ελληνική επανάσταση του 1821.

 

Στο σύντομο χαιρετισμό του ο πρόεδρος της Ε.Π.Μ. κος Χρήστος Γαλανίδης ανέφερε:

Σας καλωσορίζω στη σημερινή εκδήλωση, ημερίδα-αφιέρωμα στη μεγάλη ποντιακή οικογένεια ΥΨΗΛΑΝΤΗ.

«Στις 31 Ιανουαρίου 1828 εξομολογήθηκε, είπε το Πάτερ Ημών, το Πιστεύω και έκανε το σταυρό του. Ύστερα ψιθύρισε «Θέλω να κοιμηθώ». Κι αποκοιμήθηκε για πάντα στην αγκαλιά της ιστορίας. Στον κόρφο της Ελλάδας. Η ψυχή του ταξίδεψε στα ποντιακά ακρογιάλια και ανηφόρισε στα παρχάρια. Μετά, πήρε το δρόμο για τα Υψηλά και από εκεί βρέθηκε στην Πόλη των Κωνσταντίνων. Στου Φαναριού τα καλντερίμια αναζήτησε την ελάχιστη ελπίδα που παιδί φύσηξε εντός του γένους η Μεγάλη Ιδέα. Και αναπαύτηκε για πάντα…

Οι Έλληνες της Βιέννης μετέφεραν το σώμα του πρίγκιπος στο παρεκκλήσι του Αγ. Γεωργίου. Γύρω από το πρόσωπο ένα στεφάνι από ρόδα και δάφνη στόλιζε τον ντυμένο με τη μαύρη στολή του Ιερολοχίτη νεκρό.»

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών στη συνεδρίαση του Δ.Σ. της 9ης Ιουνίου 2011 αποφάσισε τη διοργάνωση σειράς εκδηλώσεων αφιερωμένων στις μεγάλες γνωστές ιστορικές οικογένειες του Πόντου (Υψηλάντη, Μουρούζη, Γαβρά κ.ά.) με μορφή ημερίδων ή διαλέξεων.

Σκοπός αυτών των εκδηλώσεων είναι να γνωρίσουμε στο ευρύτερο κοινό τις οικογένειες αυτές, να φωτίσουμε τις δράσεις τους και να αναδείξουμε τον ιστορικό ρόλο που διαδραμάτισαν στην πορεία του έθνους μας. Όλα αυτά μέσα από εισηγήσεις ειδικών επιστημόνων-ερευνητών, εγγράφων, φωτογραφιών, ταινιών, εκθέσεων βιβλίων κ.ά.

Σήμερα κάνουμε έναρξη με την οικογένεια Υψηλάντη. Στην ημερίδα που διοργανώνουμε θα μας μιλήσουν: ο κος Φλορίν Μαρινέσκου, ιστορικός-ερευνητής στο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, ο κος Νίκος Ουζούνογλου, καθηγητής στη Σχολή Ηλεκτρολόγων-Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, πρόεδρος της Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών και ο κος Γεώργιος Σούρλας, χειρουργός οφθαλμίατρος, πρώην υπουργός και Α’ Αντιπρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, και οι τρεις διακεκριμένοι επιστήμονες με σημαντικό συγγραφικό έργο, όπως θα έχετε την ευκαιρία να πληροφορηθείτε.

Οι εισηγήσεις των ομιλητών, όπως και οι συζητήσεις που θα ακολουθήσουν μαζί με όλο το υπόλοιπο υλικό που θα προβάλουμε και θα εκθέσουμε θα αποτελέσουν ένα ιδιαίτερο τεύχος που θα κυκλοφορήσει η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών προσεχώς.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά εκ μέρους όλων των μελών του Δ.Σ. τους αξιότιμους εισηγητές μας που με προθυμία ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μας, τον χορηγό της εκδήλωσής μας κο Δημήτριο Τομπουλίδη, όλους εσάς που μας τιμάτε με την παρουσία σας, να κηρύξω την έναρξη της ημερίδας και να καλέσω το μέλος του Δ.Σ. κο Ιωάννη Ερμόπουλο, Ομότιμο Καθηγητή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, να αναλάβει τη θέση του προέδρου της ημερίδας».

 

Στη συνέχεια την έναρξη της ημερίδας κήρυξε ο κος Ιωάννης Ερμόπουλος, ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, πρόεδρος της ημερίδας και μέλος του Δ.Σ. της Ε.Π.Μ., ενώ πριν ανέβουν στο βήμα οι εισηγητές, προβλήθηκε οπτικός ψηφιακός δίσκος (DVD) με περιεχόμενο ανάλογο του θέματος της ημερίδας.

 

Αμέσως μετά, ο πρόεδρος της ημερίδας έδωσε το λόγο στον πρώτο ομιλητή, κο Φλορίν Μαρινέσκου, ο οποίος παρουσίασε το θέμα «Υψηλάντη, μια γνωστή ποντιακή οικογένεια». Αναφέρθηκε πρώτα στην καταγωγή της από το χωριό Υψηλή ή Υψηλάντων της Τραπεζούντας, στην εγκατάστασή της το 17ο αι. στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν στη Ρουμανία και Βλαχία ως διερμηνείς και δραγουμάνοι της Υψηλής Πύλης. Ειδικότερα αναφέρθηκε στην προσωπικότητα του Ιωάννη Υψηλάντη, ο οποίος έφτασε στο βαθμό του Μεγάλου Δραγουμάνου, αφού κατάφερε με τις γνώσεις και τη διπλωματική ικανότητά του να συναφθεί εμπορική συνθήκη μεταξύ Πρωσίας και Τουρκίας. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, παππού του Αλέξανδρου-ήρωα της ελληνικής επανάστασης, τονίζοντας πως η τεράστια μόρφωσή του σε συνδυασμό με τη σημαντική κοινωνικοοικονομική του κατάσταση συνέβαλαν στην ανάπτυξη πολιτικής δράσης και σταδιοδρομίας. Έφτασε στο βαθμό του Μεγάλου Δραγουμάνου της Βλαχίας και αναδείχθηκε προστάτης του ελληνισμού. Ο γιος του Κωνσταντίνος Υψηλάντης, πατέρας του Αλέξανδρου, ο οποίος γνώριζε και αυτός άριστα τις δυτικές γλώσσες καθώς και τα τουρκικά, διορίστηκε Ηγεμόνας της Μολδαβίας και βραβεύθηκε από την Υψηλή Πύλη για τις επιτυχίες του στην ανάπτυξη σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, ενώ συμμετείχε στις προσπάθειες απομάκρυνσης των Τούρκων από την Ευρώπη, στην απελευθέρωση των χριστιανικών λαών και ειδικότερα των Ελλήνων. Τέλος αναφέρθηκε στον ηρωικό αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρο Υψηλάντη, γεννημένο στην Κωνσταντινούπολη το 1792, ο οποίος σε ηλικία 25 ετών έγινε στρατηγός (1ο Σύνταγμα Ιππέων) του ρωσικού στρατού και στην καθοριστική συμβολή του στην ελληνική επανάσταση. Στη συζήτηση που ακολούθησε ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο επώνυμο Υψηλαντίδης, όπως αποκάλεσε ο Ρήγας Φεραίος τον Αλέξανδρο, επιβεβαιώνοντας τη βαθιά γνώση του για την καταγωγή της οικογένειας.

 

Κατόπιν στο βήμα ανέβηκε ο δεύτερος ομιλητής, κος Νίκος Ουζούνογλου και παρουσίασε το θέμα «Οι θυσίες της οικογένειας Υψηλάντη για την ελευθερία του Γένους». Η οικογένεια Υψηλάντη εγκαθίστανται στο Φανάρι το 1601, όπου και η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Λόγω της γνώσης πολλών ξένων γλωσσών, της βαθιάς μόρφωσής τους, της οικονομικής τους επιφάνειας και των διπλωματικών τους ικανοτήτων, μέλη της οικογένειας ανέρχονται σε ύψιστα διοικητικά αξιώματα του Οθωμανικού Κράτους. Από τη θέση τους αυτή έσωσαν το γένος αρκετές φορές από την εξόντωση, ενώ όχι μόνο κινδύνεψαν αλλά έδωσαν και τη ζωή τους για την ελευθερία του.

Ο ομιλητής πρώτα ανέλυσε τις συνθήκες που επικρατούσαν επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κάτω από τις οποίες ζούσαν οι ελληνικοί και οι μη-μουσουλμανικοί πληθυσμοί, γιατί μόνο έτσι μπορεί να γίνει κατανοητή η προσφορά της οικογένειας Υψηλάντη. Επιπλέον τόνισε ότι παρά τη συστηματική προσπάθεια διαγραφής της έννοιας του Οικουμενικού Ελληνισμού, «η ημερίδα αυτή –καθόσον επικεντρώνεται στην οικογένεια Υψηλάντη- αποκτά σημασία, επειδή:

·        Αποδεικνύει τη συνέχεια της Ρωμιοσύνης ως ταυτόσημης έννοιας με τον Οικουμενικό Ελληνισμό.

·        Τη διατήρηση της βυζαντινής αριστοκρατίας για τέσσερεις αιώνες και τη συμβολή της στην αποτίναξη του ζυγού της οθωμανικής δουλείας

·        Προβάλει τις μέγιστες και άνευ ορίων θυσίες για την ελευθερία μιας ολόκληρης οικογένειας σε αντιπαράθεση με την οικογενειοκρατία και φαυλοκρατία στη σημερινή Ελλάδα που αποτελεί το καρκίνωμα του σφετερισμού της εξουσίας τον τελευταίο μισό αιώνα».

Έτσι μετά την Άλωση η στρατηγική του Μωάμεθ που βασιζόταν στα δύο βασικά επιχειρήματα:

  • Την αποτροπή των ορθόδοξων λαών της οθωμανικής αυτοκρατορίας να έχουν σχέση με τη ρωμαιοκαθολική δυτική εκκλησία.
  • Επειδή ο ισλαμικός νόμος καθόριζε ότι οι λαοί της Βίβλου (Χριστιανοί και Εβραίοι) έχουν δικαίωμα να ζουν εφόσον υποταγούν και αφού σε αυτούς δεν μπορεί να ισχύσει ο ισλαμικός νόμος, θα πρέπει (οι μη-μουσουλμάνοι) να πληρώνουν κεφαλικό φόρο,

οργάνωσε την κεντρική διοίκηση του Οθωμανικού Κράτους ως εξής:

  • Εκτελεστική Εξουσία – Πασάδες,
  • Δικαστικής Εξουσία – Ουλεμάδες,
  • Οικονομικά – τον Ντεφντερντάρ και
  • Πολιτικά ζητήμα – Νισχαντσίδες.

Σε αυτές τις εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, το κύριο στοιχείο που εξασφάλισε τη διάσωση του Γένους ήταν η Κοινοτική Οργάνωση της Ρωμιοσύνης (Εκκλησία-Οικουμενικό Πατριαρχείο με τις 72 Μητροπόλεις του, σχολείο, σύλλογοι κοινής δράσης κ.ά.) «Η μνήμη του χαμένου λαμπρού παρελθόντος και ισχύος μεταφερόταν από γενιά σε γενιά από τους απλούς ιερείς, δασκάλους και γονείς. Πολλές ηγετικές φυσιογνωμίες του Οθωμανικού Κράτους προερχόταν από το παιδομάζωμα, και ενώ τις περισσότερες φορές έδειχναν φανατισμό κατά των υποδούλων, υπήρξαν περιπτώσεις που βοήθησαν στη διάσωση του Γένους».

Όσον αφορά στην οικογένεια Υψηλάντη, γεννήτορας της οποίας ήταν ο Αντίοχος, αυτός ήρθε στην Κωνσταντινούπολη από την  Τραπεζούντα το 1665. Απέκτησε δύο γιους  τον Ιωάννη και τον Αθανάσιο. Ο Ιωάννης ως διερμηνέας συνέβαλε στη σύναψη σχέσεων ανάμεσα στο Οθωμανικό Κράτος και την Πρωσία του Μεγάλου Φρεδερίκου και προσπάθησε να συμβάλει στην ένωση των Σλάβων και των Ελλήνων για την επανασύσταση της χριστιανικής αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα να καρατομηθεί από το Σουλτάνο.

Το 1774 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, κάτοχος της θέσης του Μεγάλου Δραγουμάνου για 35 μέρες, έσωσε από γενική σφαγή τους Έλληνες της Πελοποννήσου λόγω της Ορλοφικής επανάστασης εκεί. Διορίστηκε ηγεμόνας της Βλαχίας το 1774 και συνέβαλε στη σύναψη της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, η οποία αποτέλεσε κομβικό σημείο στην ελληνική ιστορία. Η συμβολή του Αλέξανδρου στην ανάπτυξη της Βλαχίας και την οργάνωση Στρατού 60 Λόχων από τους οποίους οι 58 ήταν ελληνικοί, ήταν πολύ σημαντικό γεγονός. Λόγω κατηγοριών προς το Σουλτάνο οι γιοι του Κωνσταντίνος και Δημήτριος αναγκάστηκαν να διαφύγουν στη Γερμανία, ενώ ο ίδιος όταν μετά από περιπέτειες επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη σε ηλικία 80 ετών, όπου συνελήφθη, υπέστη φρικτά βασανιστήρια και αποκεφαλίστηκε, ενώ δημεύθηκε η περιουσία της οικογένειας.

Ο γιος του Αλέξανδρου, Κωνσταντίνος Υψηλάντης (πατέρας των ηρώων Αλέξανδρου και Δημητρίου) γεννήθηκε στην Πόλη το 1760. Υπήρξε Μεγάλος Διερμηνέας την περίοδο 1796-99, συνέταξε τον κανονισμό Νιζάμι Τζεντίτ (πρώτη μεταρρυθμιστική προσπάθεια του οθωμανικού στρατού), συνέβαλε στην αντιγαλλική συμμαχία Ρωσίας-Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Αγγλίας και διορίστηκε ηγεμόνας της Μολδαβίας το 1799 και της Βλαχίας το 1802. Ο ρόλος του στην ανεξαρτητοποίηση των Ιονίων Νήσων υπήρξε ουσιαστικός. Το 1806 η γαλλική διπλωματία πέτυχε την καθαίρεσή του και ο ίδιος αναγκάστηκε να διαφύγει στη Ρωσία με την οικογένειά του, με αποτέλεσμα να δημευτεί όλη του η περιουσία στην Κωνσταντινούπολη, που δεν ήταν ευκαταφρόνητη.

Ο γιος του Αλέξανδρος Υψηλάντης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1792 και σπούδασε στις στρατιωτικές σχολές της Ρωσίας, διακρίθηκε ως αξιωματικός του αυτοκρατορικού στρατού της Ρωσίας κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους, όπου στη μάχη της Δρέσδης (27-8-1813) τραυματίστηκε βαριά κι έχασε το δεξί χέρι του.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης συνδέθηκε στενά με τον τότε Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, Ιωάννη Καποδίστρια, κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης της Βιέννης το 1815 από την οποία καθορίστηκε το πολιτικό μέλλον της Ευρώπης για περίπου 100 χρόνια. Η επιφυλακτικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια να ανταποκριθεί στην έκκληση των Φιλικών να αναλάβει την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας, στις αρχές του 1820, για την έναρξη του αγώνα του Γένους, οδήγησε τον Εμμανουήλ Ξάνθο (έναν από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας) να απευθυνθεί στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, που κατείχε την υψηλή θέση του υπασπιστή του Τσάρου. Ο Αλέξανδρος έχοντας τη συνείδηση των κρίσιμων περιστάσεων αλλά και των κινδύνων, ανέλαβε την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας και ξεκίνησε με ζήλο την κατάρτιση των επιχειρησιακών σχεδίων της Επανάστασης και ηγήθηκε των στρατιωτικών προετοιμασιών του υπέρτατου αγώνα για την ελευθερία .

Έτσι το 1820 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διέτρεχε όλες τις περιοχές της νότιας Ρωσίας και εργαζόταν πυρετωδώς για την προετοιμασία του ένοπλου αγώνα. Το επιχειρησιακό σχέδιό του προέβλεπε την έναρξη της Επανάστασης ταυτόχρονα σε πολλά σημεία αρχίζοντας από τη Μολδοβλαχία. Το 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αφού παραιτήθηκε από τα υψηλά αξιώματά του, στις 22-2-1821, με τον Ιερό Λόχο των 300 Ελλήνων φοιτητών από διάφορα πανεπιστήμια της Ευρώπης, διέσχισε τα Ρωσο-Οθωμανικά σύνορα και κήρυξε την έναρξη της Επανάστασης του Γένους στις 23 Φεβρουαρίου στο Ιάσιο της Μολδαβίας. Μέσα στους επόμενους 6 μήνες ο αγώνας του Αλέξανδρου και του Ιερού Λόχου διεξήχθη κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, με ελάχιστες δυνάμεις και με την αποδοκιμασία του Τσάρου, τον αφορισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’, έφτασε το δραματικό τέλος του ένοπλου αγώνα στη μάχη του Δραγατσανίου στις 19 Ιουνίου 1921. Ο Αλέξανδρος με ένα μικρό τμήμα των δυνάμεών του και τον αδελφό του Νικόλαο διέφυγαν στην Αυστροουγγαρία, όπου παρά την υπόσχεση του καγκελάριου Μέττερνιχ (μεγαλύτερου εχθρού της ελληνικής επανάστασης) ότι θα τους επιτρέψει να διέλθουν από το έδαφος και στη συνέχεια να μεταβούν στην Αμερική, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν μέχρι το 1827. Μέσα στη φυλακή για 6 και πλέον χρόνια, η υγεία του Αλέξανδρου Υψηλάντη καταστράφηκε ανεπανόρθωτα.

Το Σεπτέμβριο του 1827 τα αδέλφια Αλέξανδρος και Νικόλαος Υψηλάντης μαζί με τη συνοδεία τους απελευθερώθηκαν ύστερα από παρέμβαση του Τσάρου Νικόλαου του Α’. Έτσι ο Αλέξανδρος είχε την ευτυχία να δει την αναγέννηση της Ελλάδας υπό την ηγεσία του μεγάλου Ιωάννη Καποδίστρια. Ωστόσο η καταστραμμένη υγεία του από τις κακουχίες της φυλακής τον οδήγησε στο θάνατο στις 31 Ιανουαρίου το 1828, σε ηλικία μόλις 36 ετών. Κατά την άποψη του εισηγητή, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης υπήρξε, χωρίς καμία αμφιβολία, η μεγαλύτερη ηγετική φυσιογνωμία στον αγώνα του Γένους για την αποτίναξη της οθωμανικής τυραννίας.

Ο κατά ένα χρόνο νεότερος αδελφός του Δημήτριος Υψηλάντης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1793. Παρακολούθησε στις εγκύκλιες σπουδές του εκεί και στη συνέχεια στο Βουκουρέστι και στο Ιάσιο. Σπούδασε στη στρατιωτική σχολή της Γαλλίας και διορίστηκε υπασπιστής Ρώσου στρατηγού.

Το 1818 έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και με πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα ταξίδεψε μαζί με τον Φιλικό Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο από το Κισνόβιο προς την Τεργέστη με μεγάλους κινδύνους στο δρόμο. Με τη βοήθεια των ομογενών της Τεργέστης, που τους προμήθευσαν οπλισμό, αρκετά χρήματα, ένα μικρό τυπογραφείο και μια  χρυσοκέντητη σημαία με τις λέξεις «Ελευθερία ή Θάνατος», ξεκίνησε μαζί με φιλέλληνες Γερμανούς για την επαναστατημένη Ελλάδα, ως πληρεξούσιος στρατηγού ή του γενικού επιτρόπου της Αρχής, καθ’ όσον ο Παπαφλέσσας έστελνε αναφορές ότι οι τοπικοί ηγέτες στο Μοριά ήταν επιφυλακτικοί να ξεκινήσουν την Επανάσταση απουσία ισχυρού ηγέτη.

Έτσι, παρά τις ορισμένες επιφυλάξεις τοπικών ηγετών της Πελοποννήσου, έγινε δεκτός στο Άργος στις 20 Ιουνίου 1821. Οι σχέσεις του με τους στρατιωτικούς ηγέτες, όπως ο Κολοκτρώνης, ο Παπαφλέσσας, ο Αναγνωσταράς κ.ά., ήταν ένθερμες και ο λαός τον υποδεχόταν ως Μεσσία. Από τις πρώτες μέριμνες του Δημητρίου Υψηλάντη ήταν ο αγώνας να αποκτήσει οργάνωση και γι’ αυτό ίδρυσε τοπικές εφορίες της Φιλικής Εταιρείας στα νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά. Δυστυχώς οι δυσκολίες συνεννόησης των προκρίτων και των στρατιωτικών άρχισαν να εμφανίζονται στη Συνέλευση της 21ης Ιουνίου 1821 στα Βέρβενα. Στις 2 Ιουλίου 1821 ανέλαβε γενικός αρχηγός στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ο Δημήτριος Υψηλάντης γινόταν σεβαστός όχι μόνο από τους Έλληνες στρατιωτικούς ηγέτες αλλά και από τους  Οθωμανούς στρατιωτικούς ηγέτες, καθώς δρούσε με κανόνες τακτικού στρατού, σεβόμενου τους κανόνες του πολέμου.

Η Α’ Εθνική Συνέλευση, που συνήλθε στο τέλος του 1821 στη Νέα Επίδαυρο, υπήρξε το πρώτο βήμα για την οργάνωση μιας προσωρινής πολιτείας της νέας Ελλάδας. Στη Συνέλευση αυτή γίνεται η εμφάνιση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, Φαναριώτη, που προσπαθεί να αμφισβητήσει την ηγεσία του Δημητρίου Υψηλάντη και της Φιλικής Εταιρείας. Η κατάσταση αυτή οδήγησε στη διαμόρφωση δύο παρατάξεων με ηγέτες τον Μαυροκορδάτο, που υποστηριζόταν από τους προκρίτους και τον Δημήτριο Υψηλάντη, που υποστηριζόταν από τους στρατιωτικούς. Ψηφίστηκε το πρώτο Ελληνικό Σύνταγμα στις 1 Ιανουαρίου 1822 και δημιουργήθηκαν δύο συλλογικά όργανα, το 33μελές Βουλευτικό και το 5μελές Εκτελεστικό. Πρόεδρος του Βουλευτικού εκλέχτηκε ο Δημήτριος Υψηλάντης, ενώ του Εκτελεστικού ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Επί της ουσίας, ο Δημήτριος παραμεριζόταν, αφού το Βουλευτικό είχε ελάχιστες εξουσίες στον έλεγχο της Εκτελεστικής Κυβέρνησης.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης βλέποντας με απογοήτευση τις εξελίξεις στην πολιτική οργάνωση της νέας Ελλάδας, έστρεψε την προσοχή του στις πολεμικές επιχειρήσεις. Αποποιήθηκε μάλιστα τους τίτλους του Γενικού Επιτρόπου και του Αρχιστράτηγου και χρησιμοποιούσε μόνο τον τίτλο του πατριώτη, που πραγματικά του ταίριαζε. Κατάφερε να πείσει το Βουλευτικό να του αναθέσει μαζί με τον Νικήτα Σταματελόπουλο την εκστρατεία στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, ώστε να σταματήσει έγκαιρα την κάθοδο των σουλτανικών στρατευμάτων στις απελευθερωμένες περιοχές. Επιπλέον στις 8-12 Ιουλίου 1822 ο Δημήτριος Υψηλάντης αντιστάθηκε γενναία μαζί με τον Γ. Π. Μαυρομιχάλη και τον Πάνο Κολοκοτρώνη στο σαθρό οχυρό του Άργους, ανέτρεψε τα σχέδια του Δράμαλη και έδωσε χρόνο στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη να συγκεντρώσει δυνάμεις, ώστε στις 26 Ιουλίου 1822 να συντρίψει το στρατό του Δράμαλη. Στις 30 Νοεμβρίου 1822 απελευθερώθηκε το Ναύπλιο από τις ελληνικές δυνάμεις και αποτέλεσε την πρωτεύουσα της απελευθερωμένης Ελλάδας.

Οι νίκες των Ελλήνων δεν εμπόδισαν τη συνέχιση της όξυνσης των σχέσεων μεταξύ των δύο παρατάξεων, των στρατιωτικών και των πολιτικών και η οποία κορυφώθηκε κατά τη διαδικασία σύγκλισης της Β’ Εθνικής Συνέλευσης, την άνοιξη του 1823. Η συνετή στάση και η συνεργασία του Κολοκοτρώνη και του Υψηλάντη, απέτρεψε την αιματοχυσία στην διάρκεια της Εθνικής Συνέλευσης. Τέλος δύο πολεμικά γεγονότα: 1) Η ναυμαχία του Ναυαρίνου στις 20 Οκτωβρίου 1827, με την καταστροφή του Οθωμανο-αιγυπτιακού στόλου και 2) Ο Ρωσο-Οθωμανικός πόλεμος του 1828-29 διευκόλυναν τις διπλωματικές διαπραγματεύσεις για την επίλυση του ελληνικού ζητήματος.

Η άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη, τον οποίο υποστήριξε ένθερμα ο Δημήτριος Υψηλάντης, υπήρξε η ελπιδοφόρα εξέλιξη για τον Ελληνισμό που μόλις αποτίναξε το ζυγό των 350 ετών, έστω και μόνο ένα πολύ μικρό μέρος των γεωγραφικών περιοχών που ζούσαν οι Έλληνες. Στη διάρκεια της Κυβέρνησης της Ελλάδας από τον Καποδίστρια, ο Δημήτριος Υψηλάντης προσέφερε εξαιρετικές υπηρεσίες στο Γένος με την οργάνωση τακτικού στρατού που συνέβαλε ουσιαστικά στην επέκταση των συνόρων του νέου ελεύθερου κράτους στη Στερεά Ελλάδα. Η τελευταία μάχη του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων έλαβε χώρα στην Πέτρα της Βοιωτίας (12-9-1829) και τελείωσε με την νίκη των Ελλήνων που διοικούσε ο Δημ. Υψηλάντης. Η νίκη αυτή εξασφάλισε τη διεθνή αναγνώριση της νέας Ελλάδας ως κυριάρχου κράτους και αποτράπηκε η λύση ενός ημιαυτόνομου κράτους που ήθελε η γαλλική και εν μέρει η αγγλική διπλωματία.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης απεβίωσε στις 5 Αυγούστου 1832 στο Ναύπλιο σε ηλικία μόλις 38 ετών.

Ακολούθησαν ερωτήσεις του κοινού προς τον ομιλητή, ο οποίος με την υπεύθυνη άποψη του επιστήμονα απαντούσε και έδινε διευκρινήσεις.

 

Το λόγο πήρε στη συνέχεια ο τρίτος ομιλητής, κος Γεώργιος Σούρλας, ο οποίος παρουσίασε το θέμα «Ιστορική ανάγκη η αποκατάσταση της προσωπικότητας και της προσφοράς του Αλέξανδρου Υψηλάντη». Ο ομιλητής, μεταξύ άλλων είπε: «Για να διαπιστώσεις το μέγεθος μιας τέτοιας προσωπικότητας και τις διαστάσεις ενός γεγονότος, δεν αρκούν τα βιβλιογραφικά στοιχεία, είναι απαραίτητο στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, να τα προσεγγίσεις, να βρεθείς στα ιστορικά μνημεία και να περπατήσεις στα πεδία των μαχών του Υψηλάντη και του Ιερού Λόχου, των νέων που εγκατέλειψαν τις σπουδές, την οικογενειακή θαλπωρή, τις οικονομικές ανέσεις που είχαν οι περισσότεροι εξ αυτών και εθελοντικά εντάχθηκαν και  συγκρότησαν το πλέον αξιόμαχο σώμα του αρχηγού της επανάστασης  Αλέξανδρου Υψηλάντη». Μετά την επίσκεψή του στο Κισινάου, (Κίνσοβο), όπου το στρατηγείο της Φιλικής Εταιρείας, στο Ιάσιο, πρωτεύουσα τότε της Μολδαβίας, όπου ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και  οι Φιλικοί μαζί με τους μαχητές του προσευχήθηκαν στην εκκλησία των Τριών Ιεραρχών και ο Μητροπολίτης Βενιαμίν Κωστάκης ευλόγησε τη σημαία με έμβλημα το σταυρό και παρέδωσε το ξίφος στον Αλέξανδρου Υψηλάντη κατά το βυζαντινό τυπικό, στο Φωξάνι, όπου οι Ιερολοχίτες στο ναό της γέννησης του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή  έδωσαν όρκο πριν ξεκινήσουν για το Δραγατσάνι, στο Δραγατσάνι, όπου μετά τον όρκο έδωσαν σκληρές μάχες, έγραψαν σελίδες δόξας με το αίμα τους και έγιναν σύμβολο ηρωισμού, αυτοθυσίας και αυταπάρνησης για την ελευθερία και την πατρίδα, στο Σκουλένι, όπου οι μαχητές του Υψηλάντη με επικεφαλής τον Αθανάσιο Καρπενησιώτη στις 17 Ιανουαρίου 1821 έπεσαν μαχόμενοι οι περισσότεροι για να διασώσουν έξι χιλιάδες γυναικόπαιδα που απειλούσαν οι Τούρκοι με σφαγή και τέλος στη Μονή Σέκου εκεί όπου ο Γιωργάκης ο Ολύμπιος, στήριγμα του Αλέξανδρου Υψηλάντη, αρνήθηκε να παραδοθεί και έθεσε πυρ στην πυρίτιδα και ανατινάχτηκε μαζί με τους συντρόφους του, εκεί που αγωνίστηκε ο Ιωάννης Φαρμάκης και εκτελέστηκε από τους Τούρκους, ο κος Σούρλας αισθάνθηκε ότι η χρονική απόσταση των δεκαετιών σμίκρυνε, μηδενίστηκε. Γι’ αυτό υποστήριξε ότι αδίκησαν τον Αλέξανδρο Υψηλάντη με την κατηγορία ότι βιάστηκε να κηρύξει την επανάσταση και πως ήταν λάθος η επιλογή του ν’ αρχίσει από τις παραδουνάβιες χώρες. Και πως οι βασικοί λόγοι γι’ αυτή την κίνηση ήταν:

1) Η δημιουργία ενός αντιπερισπασμού με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να μεταφέρουν στρατό στη Μολδαβία και οι Έλληνες να κινηθούν περισσότερο άνετα στην κυρίως Ελλάδα.

2) Μεγάλο όφελος για τους επαναστατημένους ήταν η συγκέντρωση του στόλου στο Δούναβη την παραμονή της ελληνικής εξέγερσης.

3) Με την έκρηξη της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία θα ενισχυόταν το θάρρος των Ελλήνων που πίστευαν στη βοήθεια της Ρωσίας.

4) Επίσης για να εισάγει η Τουρκία στρατό στις Ηγεμονίες έπρεπε να πάρει επίσημη άδεια από τη Ρωσία σύμφωνα με τις συνθήκες του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή του 1774 και του Ιασίου το 1792.  Ωστόσο πίστευαν και οι ίδιοι ότι κάποια στιγμή και η Ρωσία θα αποδεχόταν τις πιέσεις τις Τουρκικές και κάποια στιγμή θα έδινε το πράσινο φως για να μπουν στις Ηγεμονίες, αλλά το χρονικό διάστημα θα ήταν τέτοιο ώστε να είχε οργανωθεί καλύτερα η επανάσταση και στο Μοριά και στην περιοχή ώστε θα μπορούσαν να αντιταχθούν ικανά στρατεύματα με εμπειροπόλεμους αρχηγούς που θα μπορούσαν να αναλάβουν τη διεύθυνση του αγώνα στην περιοχή.

5) Ο τοπικός πληθυσμός των ηγεμονιών που ήταν χριστιανικός σε μεγάλη πλειονότητα με την υπόσχεση της ελευθερίας του θα ήταν δυνατό να παρασυρθεί σε σύμπραξη οπότε θα σχηματιζόταν επιτόπου μία ισχυρή στρατιά ικανή να απειλήσει τις γειτονικές περιοχές της Τουρκίας και με πιο σημαντικό χτύπημα αντιπερισπασμού στις Τουρκικές δυνάμεις. Οι στρατιώτες των Ηγεμονιών που ήταν μισθοφόροι « Σέρβοι, Βούλγαροι, Έλληνες» και ανέρχονταν σε 4000 και μάλιστα χριστιανοί, θα συνέπρατταν με τους επαναστάτες. Άλλωστε οι αρχηγοί των δύο δυνάμεων, ο Γ. Ολύμπιος και ο Πάτμος Σάββας μέλη της Φιλικής Εταιρίας, είχαν υποσχεθεί σύμπραξη.

6) Ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Σούτσος της Μολδοβλαχίας, πιστός στο Σουλτάνο και αντίθετος με τη Φιλική Εταιρεία, είχε πεθάνει στις 18 Ιανουαρίου 1821. Η θέση του είχε μείνει κενή, ενώ παρέμειναν στη διοίκηση πολλοί μυημένοι άρχοντες όπως και ο Μιχαήλ Σούτσος της Μολδαβίας.

Ο αντιπερισπασμός που προέβλεπε το σχέδιο απέδωσε, αφού οι Οθωμανοί υποχρεώθηκαν να στείλουν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στη Μολδοβλαχία γεγονός που δημιούργησε ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για τη διεξαγωγή του Αγώνα στην Πελοπόννησο.

Κλείνοντας ο κος Σούρλας κατέθεσε τις παρακάτω προτάσεις:

·        Να οργανωθεί συνέδριο για την ανάδειξη των πραγματικών διαστάσεων της προσωπικότητας και της προσφοράς του Υψηλάντη.

·        Κάθε χρόνο στις 27 Φεβρουαρίου να τελείται θεία λειτουργία στην εκκλησία των Τριών Ιεραρχών στο Ιάσιο, όπου ορκίστηκε ο Υψηλάντης.

·        Να γίνει ένα εκκλησάκι στο πεδίο της μάχης στο Δραγατσάνι όπου έχουν ξεκινήσει οι διαδικασίες με την εξεύρεση οικοπέδου και την εκπόνηση σχεδίων.

·        Να τελεστεί επιμνημόσυνη δέηση στις 19 Ιανουαρίου, ημέρα που πέθανε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, παρουσία των επισήμων αρχών, στην εκκλησία των Παμμεγίστων Ταξιαρχών όπου φυλάσσετε η καρδιά του και του αδερφού του Γιώργου. Ακολούθησε ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των προτάσεων του ομιλητή.

 

Τέλος, ο Πρόεδρος της Ε.Π.Μ. απένειμε στους ομιλητές, στον πρόεδρο της ημερίδας και στον χορηγό της κ. Δημήτριο Τομπουλίδη αναμνηστικά μετάλλια της εκδήλωσης και από ένα επετειακό λεύκωμα «Πεντακόσια πενήντα χρόνια από την Άλωση της Τραπεζούντας (1461-2011), ενώ αναμνηστικές κονκάρδες δόθηκαν σε όλους τους συμμετέχοντες.

 

Παράλληλα στο ισόγειο λειτουργούσε έκθεση βιβλίων με περιεχόμενο τη ζωή και τη δράση των μελών της μεγάλης αυτής οικογένειας και έκθεση φωτογραφιών και ντοκουμέντων.

Στη δεξίωση που ακολούθησε οι προσκεκλημένοι είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν και να ανταλλάξουν απόψεις με τους εισηγητές της ημερίδας.

 

 

 

 

 

11 Δεκεμβρίου 2011

 

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, με τη συμπλήρωση πέντε χρόνων από την αποδημία του Οδυσσέα Λαμψίδη και την έναρξη λειτουργίας του θεσμού απονομής βραβείων που θέσπισε, πραγματοποίησε εκδήλωση-αφιέρωμα «Τιμή στο μεγάλο δάσκαλό μας Οδυσσέα Λαμψίδη», την Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011, στην αίθουσα εκδηλώσεων του κτηρίου της «Στέγη Κειμηλίων του Ελληνισμού του Πόντου».

Στο χαιρετισμό του ο πρόεδρος της Ε.Π.Μ. κος Χρήστος Γαλανίδης ανέφερε:

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΛΑΜΨΙΔΗΣ

Τραπεζούντα 1917 – Αθήνα 12 Ιουλίου 2006

 

« ορανόν λίβωσεν, τά λατοκλάδâ κλαίγνε

κι ο μιζετέρ τ’ μέτερον π’ ενας, ενας φέβνε»

 

Μ’ αυτό το δίστιχο η ποντιακή μούσα θρηνεί την απώλεια των μιζέτερων, δηλ. των μεγάλων, σπουδαίων και σεβαστών ανθρώπων μας.

Αναμφίβολα ένας απ’ αυτούς υπήρξε ο Ο. Λαμψίδης, ένας ξεχωριστός πνευματικός άνθρωπος, ο κορυφαίος βυζαντινολόγος, ποντιολόγος, δεσπόζουσα μορφή των ποντιακών γραμμάτων και όχι μόνο, από το 1935 που δημοσιεύει τις πρώτες μελέτες του για το εγκώμιο της Τραπεζούντας του Βησσαρίωνα και τους κώδικες της ιεράς μονής Βαζελώνα, στο πιο έγκυρο βυζαντινολογικό περιοδικό Byzantinische Zeitschrift έως τις 12 Ιουλίου 2006 που ήρθε ο χάροντας και κάλεσε κοντά του τον Οδ. Λαμψίδη.

 

Κυρίες και κύριοι,

Νιώθω τους ώμους μου αδύνατους για να σηκώσουν το βάρος μιας μικρής έστω αναφοράς στο δάσκαλό μας, που γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 1917 από γονείς Ποντίους, το 1923  η οικογένειά του (γονείς, δύο κορίτσια και πέντε αγόρια) ήρθαν στην Ελλάδα μετά από ταλαιπωρίες και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στον προσφυγικό συνοικισμό Σκοπευτηρίου Καλλιθέας.

Το 1941 πήρε το πτυχίο του από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1948 ανακηρύχτηκε διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών με το βαθμό «Άριστα» και με θέμα διατριβής του «Η ποινή της τυφλώσεως παρά τοις Βυζαντινοίς».

Δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση από το 1944 έως το 1957 στο Πρότυπο Λύκειο Αθηνών και από το 1958 έως το 1979 στη Γερμανική Σχολή Αθηνών.

Ως καθηγητής υπήρξε αυστηρός, αλλά υπέροχος συμπαραστάτης και φίλος των μαθητών, ήταν ένας πραγματικός δάσκαλος και σύμβουλος που άνοιγε δρόμους και παρείχε απλόχερη βοήθεια.

Το 1952 εκλέχτηκε Γ. Γραμματέας και από τον ίδιο χρόνο και μέχρι της αποχώρησής του  διηύθυνε τις εκδόσεις της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών και το «Αρχείον Πόντου». Το 1962 εκλέχτηκε Πρόεδρος και επί 27 έτη υπηρέτησε την Ε.Π.Μ., υπήρξε μεγάλος οραματιστής, εμπνεύστηκε, δημιούργησε και επί των ημερών του ολοκληρώθηκε η Στέγη Κειμηλίων του Ελληνισμού του Πόντου, στη Νέα Σμύρνη, ένα τετραώροφο κτήριο που στεγάζει το «Αρχείον Πόντου» και το «Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο του Ποντιακού Ελληνισμού».

Επί των ημερών του αρχίζει νέα περίοδος για το «Αρχείον Πόντου». Οι συνεργάτες επί διαφόρων θεμάτων πληθύνονται και είναι όχι μόνο Έλληνες, αλλά και ξένοι, οι οποίοι θεωρούν «τιμήν των την δημοσίευσιν της μελέτης των περί Πόντου εις το Αρχείον…» αναφέρει μεταξύ άλλων ο Δικαίος Βαγιακάκος, Γ. Διευθυντής του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών το 1988 για να καταλήξει «Πόντον έλαχες και Πόντον ετίμησας» κατά το «Σπάρταν έλαχες και ταύτην ετίμησας».

Ο κύκλος των ενδιαφερόντων του Ο. Λαμψίδη είναι ευρύτατος, τον απασχόλησαν ποικιλία θεμάτων, γλωσσολογικά, φιλολογικά, λογοτεχνία, θέατρο. Αδιάκοπη ήταν η προσπάθειά του να διασώσει την ιστορία, τη γλώσσα, τον πολιτισμό του Πόντου. Ερεύνησε και έγραψε για το Βυζαντινό Πόντο (325-1204) αλλά και για το Μεσαιωνικό Πόντο (1204-1461) δηλ. το Κράτος των Μεγάλων Κομνηνών.

Τεράστιο είναι το συγγραφικό έργο του Ο. Λαμψίδη, εργασίες του  έχουν δημοσιευθεί σε πολλά επιστημονικά περιοδικά ελληνικά και ξένα, ίσως είναι περισσότερες από 250. Οι εργασίες του εδράζονται σε γερή ιστορική γνώση, σίγουρη μεθοδολογία και δεοντολογία. Η γλωσσομάθειά του τον βοηθά στην άνετη συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια και σε οργάνωση διεθνών συνεδρίων.

Ανικανοποίητος συνεχώς αναζητούσε νέους επιστήμονες να τους αναθέσει εργασίες και να τους κατευθύνει και είναι αναντικατάστατος σ’ ό,τι έχει καταπιαστεί, αναφέρει ο Δ. Τομπαΐδης, Ομότιμος καθηγητής γλωσσολογίας του Α.Π.Θ. και επί 20 έτη πρόεδρος της Ε.Π.Μ.

Σεμνός και ουσιαστικός, αγάπησε με πάθος τον Πόντο, μιλούσε απλά και κατανοητά, για μεγάλες αλήθειες και σε κατακτούσε.

Πολλοί αναγνώρισαν το τεράστιο έργο του Ο. Λαμψίδη και τον ετίμησαν. Το 1977 τιμήθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο με το οφφίκιο του Άρχοντος Μεγάλου Ιερομνήμονος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Το 1979 η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε το αργυρούν μετάλλιο για το επιστημονικό του έργο για το Βυζάντιο και τον Πόντο. Πλήθος ποντιακών σωματείων, ομίλων και ομοσπονδιών.

Το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων τον ανακήρυξε επίτιμο διδάκτορα στις 20 Μαΐου 1998. Ο Οδ. Λαμψίδης μίλησε με θέμα: «Συνεχής η παρουσία του Ελληνισμού στο Μικρασιατικό Πόντο. Παράγοντες που συνέβαλαν στην επιβίωσή του».

Φυσικά μία ολιγόλεπτη αναφορά δεν μπορεί να καλύψει την προσωπικότητα και το έργο του Οδ. Λαμψίδη. Την εργογραφία του, που από μόνη της θα μπορούσε να αποτελέσει μία ξεχωριστή βιβλιοθήκη, κατέγραψε και κυκλοφορήθηκε σε τεύχος από τη σύντροφο της ζωής και του έργου του κα Αριάδνη Ραζή.

Και θα κλείσω με κάποιες αλήθειες που εκμυστηρεύθηκε ο ίδιος στον κοινό μας φίλο Γιάννη Ταϊγανίδη, καθηγητή στο Ε.Μ.Π. Όταν το 1962 είδε στην αποθήκη ποντιακού συλλόγου, τεύχη του περιοδικού «ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΝΤΟΥ», με άκοπες τις σελίδες και σκονισμένο. «Αγαπητέ μου μη λυπάσαι το σκονισμένο βιβλίο με τις άκοπες σελίδες. Αυτό θα βρει τον αναγνώστη του στο μέλλον. Λυπήσου εκείνους που άκουσαν την αλήθεια, που την ακούμπησαν και δεν τόλμησαν να τη πιστέψουν». Γύρισα τότε και του είπα:

- Ως πότε όμως, δάσκαλε, θα είναι πικρό το ψωμί του πρωτοπόρου και του επαναστάτη;

Κι εκείνος είπε:

- Όσο θα υπάρχει ζωή, αγαπητέ μου, όσο η ζωή θα κάνει το λάθος να γεννά το εξαιρετικό.

Κάποια στιγμή ξεπερνώντας τα όρια της επιστήμης μίλησε ο ποιητής Οδ. Λαμψίδης και είπε: «Μένει στό νο μου βαθειά χαραγμένη μία εκόνα πό τά πρτα χρόνια, χρόνια τς προσφυγιάς στό συνοικισμό τς Καλλιθέας. Ο γονες μας, πρόσφυγες καί φτωχοί, τόσο πολύ που πιό πολύ δέν παίρνει, κάθε Κυριακή, ξεχνώντας τό μόχθο καί τά δάκρυα τς βδομάδας, βαζαν τίς φορεσιές τς πατρίδας καί πιάνονταν στό χορό. λύρα ναβε φωτιές καί τά τραγούδια διναν καί παιρναν. Τραγούδια γιά τόν ξεριζωμό, γιά τήν γάπη, τό θάνατο, τή ζωή. Καί χόρευαν σπου τ’ χνάρια τους γινόταν αλάκια βαθειά μέσα στή λάσπη. Κι γώ μικρό παιδί φοβόμουν πώς θά βουλιάξουν καί θά χαθον. Μά κείνοι χόρευαν καί χόρευαν βαθαίνοντας τό αλάκι.

σοι ξέρουν επαν πώς τανε φυγή.

Μά γώ σο περνον τά χρόνια ξαναφέρνω στή μνήμη μου τήν εκόνα κείνη καί πιστεύω πώς ο ξεριζωμένοι γονες μας πότιζαν μέ δάκρυα τό χμα καί μέ τό χορό τους νοιγαν βαθύ αυλάκι γιά νά ριζώσει, νά νθίσει καί νά καρπίσει τό δέντρο τς Ρωμανίας παληθεύοντας τή ρήση τήν προγονική,

« Ρωμανία κι ν πέρασεν νθε καί φέρει κι’ λλο»

 

Στη συνέχεια ο Πρόεδρος κος Χρήστος Γαλανίδης κάλεσε στο βήμα τον κο Αλέξιο Σαββίδη, Καθηγητή Πανεπιστημίου και Αντιπρόεδρο της Ε.Π.Μ., ο οποίος μίλησε με το παρακάτω θέμα, με το οποίο άλλωστε ασχολήθηκε επιστημονικά και ο ίδιος ο Οδ. Λαμψίδης, σύμφωνα και με την εργογραφία του που αναλυτικά παρουσιάστηκε κατά την προβολή οπτικού ψηφιακού δίσκου.

 

O BYZANTINOΣ ΠΟΝΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΑΠΟ ΤΟΝ 4ο ΑΙΩΝΑ μ.Χ. ΕΩΣ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΟΜΝΗΝΩΝ ΤΟ 1204

 

Μνήμη Οδυσσέα Λαμψίδη (1917-2006)

για τα πεντάχρονα από την εκδημία του

 

Η ιστορική περίοδος του βυζαντινού Πόντου χρονικά εκτείνεται από τα τέλη του 3ου/ αρχές 4ου μεταχριστιανικού αιώνα ως την ίδρυση του κράτους των Μεγαλοκομνηνών αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας που έλαβε χώρα συγχρόνως ή λίγο πριν από την πρώτη ΄Αλωση της Κωνσταντινούπολης από τα στρατεύματα της Δ΄ Σταυροφορίας, στις 12/ 13 Απριλίου του 1204. Το προαναφερόμενο εναρκτήριο σημείο συμπίπτει με την ηγεμονία του τελευταίου μεγάλου Ρωμαίου αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284-305) και τη μονοκρατορία του Μεγάλου Κωνσταντίνου (306-324), ο οποίος ως Κωνσταντίνος Α΄ ο Μέγας εγκαθιδρύθηκε ως ο πρώτος αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στα χρόνια 324-337.

 

Στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες χωρίς αμφιβολία συνέχισε να λατρεύεται σε περιοχές του Πόντου η θεότητα του Μίθρα (Θεού-Ηλίου), που ως τόπο λατρείας του είχαν το όρος που αναφέρεται ως «Μιθρίος βουνός», το σημερινό Μποζ Τεπέ λίγο έξω από την Τραπεζούντα. Η ουσιαστική νίκη του Χριστιανισμού επί του παγανισμού στην περιοχή συνδέεται με τη θαρραλέα επίθεση των τεσσάρων νεαρών Χριστιανών Ευγενίου, Ουαλεριανού, Κανιδίου και Ακύλα στον τόπο λατρείας του Μίθρα, του οποίου το βωμό κατέστρεψαν με αποτέλεσμα να υποστούν μαρτυρικό θάνατο περί το 292 μ.Χ. κατά διαταγή του Διοκλητιανού, που υπήρξε εν γένει απηνής διώκτης των Χριστιανών (και υπεύθυνος για τον τελευταίο μεγάλο διωγμό τους στη ρωμαϊκή επικράτεια, το 303). Ο πρώτος από τους προαναφερόμενους εισβολείς κατά του μιθραϊκού ιερού, ο Ευγένιος, που μερικές παραδόσεις τον παρουσιάζουν ως πρώτο Χριστιανό επίσκοπο Τραπεζούντας, έμελλε σύντομα να αγιοποιηθεί και να προβληθεί ως προστάτης άγιος της πόλης, ως πραγματικό σύμβολο της επικράτησης της χριστιανικής θρησκείας στην περιοχή, καθώς μαρτυρούν πολλά σημαντικά εγκωμιαστικά κείμενα της μεσαιωνικής ποντιακής εκκλησιαστικής γραμματείας γύρω από την προσωπικότητα και τη δράση του Ευγενίου.

 

Από τις απαρχές της ίδρυσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ο Πόντος, χωρισμένος στις επαρχίες του Πολεμωνιακού Πόντου (με κέντρα τις Νεοκαισάρεια, Τραπεζούντα, Κερασούντα, Πολεμώνιo, Κόμανα) και του Ελενοπόντου (με κέντρα τις Αμάσεια, Ζήλα, ΄Ανδραπα, Αμισό, Σινώπη), αποτελούσε το βορειοανατολικό άκρο της εκτενούς διοίκησης της Ανατολής (της πρώην ρωμαϊκής dioecesis Orientis), η οποία με τη σειρά της αποτελούσε τμήμα της αχανούς υπαρχίας της Ανατολής (ρωμ. praefectura praetorio per Orientem).

 

Σημαντικά στοιχεία γνωρίζουμε και για τον 7ο αιώνα ως προς την Τραπεζούντα –και εδώ η συμβολή του Α. Βασίλιεφ υπήρξε καθοριστική. Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος Α΄ (610-641) χρησιμοποίησε και αυτός την Τραπεζούντα ως χειμερινή ναυτική-στρατιωτική βάση, ως λιμάνι προώθησης και ως κατάλυμα των δυνάμεών του κατά τις εκτενείς επιχειρήσεις του εναντίον των Σασσανιδών την περίοδο 622-627, έχοντας τώρα στο πλευρό του τους εκχριστιανισμένους πλέον λαούς του Καυκάσου και της Λαζικής. Η διαρκής επιλογή της Τραπεζούντας υπήρξε εύλογη, αφού ήταν το μοναδικό βυζαντινό λιμάνι στο Εύξεινο Πόντο που βρισκόταν κοντά στο πολεμικό μέτωπο. Εδώ επίσης γεννήθηκε ο γιος του Ηράκλειου Α΄ από τη δεύτερη σύζυγό του, την αυγούστα Μαρτίνα, ο Ηράκλειος-Κωνσταντίνος ή Ηρακλωνάς.

 

Οι ευρύτερες ποντιακές περιοχές και ιδιαίτερα η Λαζική θα καταστούν θέατρα συγκρούσεων από τα μέσα του 7ου αιώνα ανάμεσα στην Αυτοκρατορία και στη νέα μεγάλη δύναμη στην Εγγύς και τη Μέση Ανατολή, τους Μουσουλμάνους του ραγδαία αναδυόμενου Ισλάμ. Στο πλαίσιο των συγκρούσεων αυτών τέσσερα ενωμένα στρατεύματα Αρμενίων και Μουσουλμάνων επέδραμαν και λεηλάτησαν την Τραπεζούντα και τα περίχωρά της το 653/ 654.

 

Τέλος, πρέπει να γίνει μνεία της Τραπεζούντας και ως πνευματικού/ πολιτιστικού κέντρου στους 6ο και 7ο αιώνες, ως έδρα της περίφημης για την εποχή εκείνη σχολής μαθηματικών και αστρονομίας που ίδρυσε ο σπουδαίος διδάσκαλος Τυχικός ο Τραπεζούντιος (γενν. περίπου 560 μ.Χ.), γνώστης μεταξύ άλλων και της αρμενικής γλώσσας αλλά και διδάσκαλος του σημαντικού Αρμένιου ιστοριογράφου Ανανία του  Σιρακηνού.

 

Ο 8ος αιώνας, δηλαδή ο πρώτος της λεγόμενης μεσοβυζαντινής εποχής (717-1025 μ.Χ.), είναι ελάχιστα γνωστός για την ευρύτερη περιοχή, αν και πολύ λίγες αμφιβολίες μπορούν να υπάρχουν ως προς το ότι ο Πόντος θα δέχτηκε τότε αλλεπάλληλα κύματα μουσουλμανικών επιθέσεων την περίοδο των Ισαύρων (Σύρων) αυτοκρατόρων και των αμέσων επιγόνων τους, μεταξύ 717 και 802/ 820.

 

Στις αρχές του 9ου αιώνα, όμως, θα λάβει χώρα μια μεγάλη στρατιωτική-διοικητική μεταβολή, καθώς πληροφορούμαστε από το (γραμμένο περί το 952) «Περί των θεμάτων» πόνημα του λόγιου Βυζαντινού ηγεμόνα του επόμενου (10ου) αιώνα, Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου (ηγεμ. 945-959). Το αρχικό τεράστιο Θέμα των Αρμενιάκων (έτος ίδρυσης 667) άρχισε σταδιακά να υποδιαιρείται σε μικρότερες θεματικές ενότητες. Περί το 824 (ή κατ’ άλλους αρκετά αργότερα, το 863) πρωτομνημονεύεται το Θέμα Χαλδίας με έδρα του την Τραπεζούντα, το 863 (ή ίσως αρκετά νωρίτερα, μεταξύ 829 και 838) το Θέμα Κολωνείας με έδρα τη Νικόπολη, ενώ παράλληλα η δυτική έπαλξη του Πόντου, η Παφλαγονία, έχει γίνει και αυτή ιδιαίτερο Θέμα από το 826. ΄Ετσι, με τον τρόπο αυτόν το παλαιό Θέμα Αρμενιάκων θα περιοριστεί πλέον στην περιοχή με κέντρα της τις Αμάσεια, Αμισό και Σινώπη.

 

Η περίοδος από τον 9ο στον 11ο αιώνα αποτελεί σταθμό για τον πνευματικό βίο του βυζαντινού Πόντου. Αρχικά εδώ ο λόγος για το έπος της ακριτικής ποίησης που είναι χωρίς αμφιβολία ποντιακής προέλευσης. Διάφορα ακριτικά τραγούδια σώθηκαν σε μεγάλο αριθμό και πολύ πλούσια θεματολογία, σε διάφορες παραλλαγές στις περιοχές του Πόντου και αρκεί εδώ να μνημονευθεί το τραπεζουντιακό χειρόγραφο του έπους του Διγενή Ακρίτα. Τέσσερεις κορυφαίου βεληνεκούς πνευματικές προσωπικότητες της εποχής αυτής (10ου-11ου αιώνων) ήταν ποντιακής καταγωγής: ο όσιος Νίκων ο «μετανοείτε» (πέθ. περίπου το 998), ένας από τους φλογερότερους ιεραποστόλους της διάδοσης του Χριστιανισμού, που τελικά έγινε προστάτης άγιος της Σπάρτης την οποία προσπάθησε να απαλλάξει από τους ιουδαϊκούς της πληθυσμούς, και ο  όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης (πέθ. περίπου το 1104), πνευματικός αδελφός του πολέμαρχου αραβομάχου αυτοκράτορα Νικηφόρου Β΄ Φωκά (963-969) και ιδρυτής του πρώτου μεγάλου αγιορείτικου μοναστηριού, της Μεγίστης Λαύρας, το 963 (με χορηγεία από τα πλούσια λάφυρα του Νικηφόρου Φωκά μετά την ανακατάληψη της Κρήτης από τους Μουσουλμάνους, το 961). Τον 11ο αιώνα διακρίθηκαν αφενός ο γεννημένος στην παφλαγονική Κλαυδιούπολη σπουδαίος ρητοροδιδάσκαλος Ιωάννης Μαυρόπους (περ. 1000-πέθ. μεταξύ 1075-1081 στην Κωνσταντινούπολη ως μοναχός), που μεταξύ 1048 και 1050 έγινε μητροπολίτης στα Ευχάϊτα (κοντά στην Αμάσεια) και διακρίθηκε ως συγγραφέας μεταξύ άλλων για το εντυπωσιακό του επιστολάριο, που εξέδωσε και σχολίασε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Απόστολος Καρπόζηλος, και αφετέρου ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Η΄ Ξιφιλίνος (1064-1075), γόνος επιφανούς οίκου που διακρίθηκε ιδιαίτερα στον πνευματικό τομέα κατά τον 11ο αιώνα και συγγραφέας ο ίδιος σημαντικού τμήματος της εγκωμιαστικής αγιολογίας περί των κατορθωμάτων του αγίου Ευγενίου και των συμμαρτύρων («συνάθλων») του στα τέλη του 3ου αιώνα, όπως προαναφέρθηκε.

 

Από τα μέσα περίπου του 11ου αιώνα ο βυζαντινός Πόντος θα δεχθεί επανειλημμένες επιθέσεις από τους Σελτζούκους και τους Τουρκομάνους, ως την πρώτη μαρτυρούμενη σοβαρή απώλεια για την Αυτοκρατορία με την κατάληψη της ποντιακής πρωτεύουσας. Ο βυζαντινός Πόντος εκτείνεται την εποχή αυτή στα μικρασιατικά βόρεια εδάφη των Θεμάτων της Κολωνείας (έδρα η Νικόπολη), της Χαλδίας (έδρα η Τραπεζούντα), των Αρμενιάκων (κατά την περίοδο της μετεξέλιξής του, με έδρα πιθανότατα την Αμάσεια) και της Παφλαγονίας. Τα εδάφη αυτά έμελλαν να υποστούν τις πρώτες επιδρομές του σουλτανάτου των «Μεγάλων Σελτζούκων» της Βαγδάτης την περίοδο  περίπου από το 1050 ως το 1071, ενώ και στην αμέσως μεταγενέστερη περίοδο, ως τα τέλη του 12ου/ αρχές του 13ου αιώνα τα ποντιακά εδάφη θα δεχθούν τις επιθέσεις (και εγκαταστάσεις)  Σελτζούκων, Ντανισμεντιδών και Τουρκομάνων –πολλές σχετικές πληροφορίες υπάρχουν σε βασικές βυζαντινές καθώς και ανατολικές –χριστιανικές και μουσουλμανικές-πηγές (Συνεχιστής του Σκυλίτζη, Μιχαήλ Ατταλειάτης, Νικηφόρος Βρυέννιος, ΄Αννα Κομνηνή, Ιωάννης Ζωναράς, Ιωάννης Κίνναμος, Νικήτας Χωνιάτης, Θεόδωρος Πρόδρομος, Θεόδωρος Σκουταριώτης, Εφραίμ Αίνιος, Μιχαήλ ο Σύρος, Μπαρ Εβραίος, Ιμπν αλ-Αθίρ, Ιμπν Μπίμπι, «Ντανισμέντ-νάμε»/ «Βιβλίο των Ντανισμεντιδών»). Αρχικά πάντως οι Σελτζούκοι συνάντησαν σφοδρή αντίσταση στον Πόντο, ιδιαίτερα στο Θέμα Χαλδίας. Είναι η εποχή που στο προσκήνιο εμφανίζεται δυναμικά η ονομαστότερη ίσως ανάμεσα στις μεσαιωνικές ελληνικές οικογένειες του Πόντου, οι Γαβράδες ως «δούκες Χαλδίας», με χρόνους μεγάλης ακμής την εποχή της κομνήνειας δυναστείας στο Βυζάντιο. Τους Γαβράδες έχει μελετήσει ενδελεχώς ο Βρεταννός βυζαντινολόγος-ποντιολόγος ΄Αντονυ Μπράυερ, εδώ σε πιο πρόσφατες ειδικές συμβολές του ο μεσαιωνολόγος Χρατς Μπαρτικιάν έχει υποστηρίξει την αρμενική προέλευσή τους.

 

Η μεγάλη επανάσταση του Σεπτεμβρίου του 1185 που ανέτρεψε τον Ανδρόνικο Α΄ μετά από διετή επεισοδιακή βασιλεία και ξεκλήρισε μεγάλο τμήμα του οίκου του, συνδέεται άμεσα με τα «προεόρτια» των απαρχών της ίδρυσης της Αυτοκρατορίας των Μεγαλοκομνηνών της Τραπεζούντας. Ανάμεσα στους συγγενείς του κατακρεουργημένου από τον κωνσταντινουπολίτικο όχλο Ανδρονίκου που συνελήφθησαν και τυφλώθηκαν, συγκαταλέγονταν ο μεγάλος του γιος, Μανουήλ, που δεν είναι άλλος από τον πατέρα των μελλοντικών δύο συνιδρυτών του μεγαλοκομνήνειου κράτους. Πράγματι, τα δύο αγόρια του τυφλωμένου Μανουήλ, οι Αλέξιος και Δαβίδ, φυγαδεύτηκαν σε νηπιακή ηλικία και έφθασαν στη Γεωργία (όπου παλαιότερα είχε μεταβεί και ο Ανδρόνικος [Α΄], γύρω στο 1170 επισκεπτόμενος τον Βαγκρατίδη ηγεμόνα Γεώργιο Γ΄[1156-1184]). Τώρα, το 1185 βασίλευε πλέον εκεί η κόρη του Γεώργιου Γ΄, η μεγάλη ηγεμονίδα Ταμάρα-Θάμαρ (1184-1212/ 13), η οποία υποδέχτηκε τα δύο νήπια στην αυλή της στην Τιφλίδα λίγο μετά το Σεπτέμβριο του 1185. Εκεί έμελλαν να παραμείνουν έως το 1204, παίρνοντας μεν μεικτή ελληνογεωργιανή εκπαίδευση αλλά και διατηρώντας τον ελληνικό τους χαρακτήρα.

 

Αρκετοί ερευνητές έχουν εξετάσει το πρόβλημα των δυναστικών σχέσεων ανάμεσα στους δύο ανήλικους Κομνηνούς (που τελικά ίδρυσαν τη μεσαιωνική ελληνική Αυτοκρατορία του Πόντου) και στην ιβηρική (γεωργιανή) βασιλική οικογένεια, τονίζοντας ότι η περίφημη φράση του επίσημου χρονικογράφου των Μεγαλοκομνηνών , Μιχαήλ Παναρέτου, ότι η Ταμάρα ήταν «προς πατρός θεία» των Αλεξίου και Δαβίδ μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ισχύ μόνο υπό την προϋπόθεση της αποδοχής της αναφερόμενης πληροφορίας από γεωργιανές πηγές ότι ο πατέρας τους, Μανουήλ Κομνηνός, είχε παντρευτεί Γεωργιανή πριγκίπισσα. Πρέπει δε να μνημονευτεί στο σημείο αυτό η άποψη του Οδυσσέα Λαμψίδη ότι η φυγάδευση των δύο αδελφών στη Γεωργία έγινε όχι το 1185, αλλά πολύ αργότερα, ίσως το 1203 ή και στις αρχές του 1204.

 

Η απαρχή της εγκαθίδρυσης του μεσαιωνικού ελληνικού ποντιακού κράτους, που έμελλε να αντέξει την οθωμανική λαίλαπα για 8 χρόνια περισσότερο από την Παλαιολόγεια δυναστεία της Κωνσταντινούπολης (1453-1461), είχε επιτελεστεί. Ορθά πρέπει να θεωρείται η χρονολογία του 1461 ως καταληκτήρια της βυζαντινής περιόδου στην ελληνική ιστορία.

 

(Το κείμενο αποτελεί μέρος από εκτενέστερη μελέτη που θα δημοσιευθεί προσεχώς στο «Αρχείον Πόντου»).

 

Στη συνέχεια ο Πρόεδρος κος Χρήστος Γαλανίδης παρουσίασε στο κοινό το τελευταίο βιβλίο του Οδ. Λαμψίδη με τίτλο «Συμβολή στην οικονομική ζωή της Σμύρνης μετά το 1870», το οποίο κυκλοφορήθηκε το 2009 από τις εκδόσεις Κανάκη σε επιμέλεια της κας Αριάδνης Ραζή, αφού ο ίδιος έφυγε από τη ζωή στις 12 Ιουλίου 2006, χωρίς να προλάβει να κάνει τις πρώτες τυπογραφικές διορθώσεις με τις ενδεχόμενες απαραίτητες βελτιώσεις και προσθαφαιρέσεις.

 

      Εκλεκτοί  προσκεκλημένοι

      Είναι  τιμή  και  χαρά  μου, σε  μία  τόσο  σημαντική  ημέρα  για  την  Επιτροπή  Ποντιακών  Μελετών, να  σας  παρουσιάσω  το  τελευταίο  βιβλίο  του  μεγάλου  δάσκαλού  μας  Οδυσσέα  Λαμψίδη  με  τίτλο  «Συμβολή  στην  οικονομική ζωή  της  Σμύρνης  μετά  το  1870»  που  κυκλοφόρησε  το  2009  από  τις  εκδόσεις  Κανάκη  σε  επιμέλεια  της  κας Αριάδνης  Ραζή, αφού  ο  συγγραφέας  του,  έφυγε  από  την  ζωή  στις  12  Ιουλίου  2006,  χωρίς  να  προλάβει  να  κάνει  τις  πρώτες  τυπογραφικές  διορθώσεις  με  τις  ενδεχόμενες  απαραίτητες  βελτιώσεις  και  προσθαφαιρέσεις.

      Από  το  προεισαγωγικό  σημείωμα  της  επιμελήτριας  του  βιβλίου  αντιγράφω.  «Με  κάθε  σεβασμό  στο  συγγραφέα  και  αντλώντας  δύναμη  από  τη  σαραντάχρονη  μαθήτευση  κοντά  του  τόλμησα, με  τις  περιορισμένες  δυνατότητές  μου, να  προχωρήσω  στη  δημοσίευση  της  «Σμύρνης  του  Λαμψίδη». Εύχομαι  και  ελπίζω  εκείνος  να  ανέμενε  την  πρωτοβουλία  μου  αυτή  και  να  εγκρίνει  τις  μικροεπεμβάσεις  μου  στο  κείμενο  και  στη  μορφή  του  συγγράμματος».

      «Σ’ όλους  εκείνους  που  άντλησαν  από  την  παρουσία  του  και  από  το  έργο  του  και  σε  όσους  στο  μέλλον  θ’ αντλήσουν  από  την  προσφορά  του»  αφιερώνεται  αυτό  το  βιβλίο  και  εγώ  είμαι  ένας  απ’ αυτούς  που  συνεργάστηκα  χρόνια  μαζί  του,  άντλησα  δύναμη  και  γνώση από  το  έργο  του.

      Διαβάζοντας  τον  τίτλο  του  βιβλίου  θ’ αναρωτηθεί  κάποιος  γιατί  μετά  το  1870;  Είναι  γεγονός  ότι  η  ιστορία  του  ελληνισμού  στην  τελευταία  περίοδο  της  παραμονής  του  στο  μικρασιατικό  χώρο (1870-1922)  δεν  έχει  ακόμη  ικανοποιητικά  γραφεί, είναι  επίσης  γεγονός  αδιαμφισβήτητο  ότι  γύρω  απ’ αυτή  τη  χρονολογία  το  ελληνικό  κράτος  αρχίζει  να  λαμβάνεται  υπόψη  από  τις  Μεγάλες  Δυνάμεις  και  περίπου  από  τη  χρονολογία  αυτή, οι  ελληνικής  καταγωγής  κάτοικοι  της  Οθωμανικής  επικρατείας  συνεχώς  και  περισσότερο  συμβάλλουν  στην  οικονομική  ζωή  και  ανάπτυξη, ειδικά  μετά  τα  διατάγματα  Χάττι Χουμαγιούν  και  Χάττι Σερίφ.

      Στόχος  του  δημοσιεύματος, κατά  το  συγγραφέα, είναι  να  συμβάλει  στην  καταγραφή  της  ύπαρξης  και  συμβολής  των  ελληνικής  καταγωγής  φορέων  της  οικονομικής ζωής, δημοσιεύει  και  σχολιάζει  καταλόγους  εμπορευόμενων, επαγγελματιών  κ.α.  και  προσπαθεί  να  συγκεντρώσει  στοιχεία  με  κύριο  σκοπό  να  βοηθήσει  τους  ερευνητές.    Η  μελέτη  αυτή  επιδιώκει  με  τις  ειδήσεις  που  παρέχει  για  την  οικονομική  δραστηριότητα  της  Σμύρνης  να  συμβάλει  στο  ζητούμενο  επιμερισμό  ανάμεσα  στα  εθνικά  σύνολα,  σε  άτομα  ελληνικής  καταγωγής,  σε  Οθωμανούς  και  σε  άτομα  άλλων  εθνοτήτων, Αρμενίους, Ισραηλίτες  και  ξένους εν  γένει.  Ως  γνωστόν  η  οικονομική  και  ιδιαίτερα  η  εμπορική  ζωή  του  Οθωμανικού  κράτους  έως  τους  Βαλκανικούς  πολέμους  1912-1913  βρίσκονταν  σε  μεγάλο  ποσοστό  στα  χέρια  των ελληνικής  καταγωγής  υπηκόων  του  κράτους.

      Ο  ίδιος  ο  συγγραφέας  μας  προειδοποιεί  ότι  η  έρευνα  είναι  μία  προεργασία  μόνο  για  την  πολύπλευρη  ιστορία  της  Σμύρνης  μετά  το  1870 και  δεν  αποτελεί  κατά  κανένα  τρόπο  αφήγηση  της  ιστορίας  της  πόλης  και  της  περιοχής  της.

      Το  έργο  χωρίζεται  σε  τρία  μέρη:

Στο  Α΄ Μέρος  γίνεται  η  παρουσίαση  κυρίως  των  ελληνικής  καταγωγής  φορέων  και  φυσικών  προσώπων  στην  οικονομική  ζωή  της  Σμύρνης  και  της  περιοχής  της, με  βάση  τους  Σχετικούς  Καταλόγους  που  περιέχουν  οι  οδηγοί  της  πόλεως  αλλά  και  τα  Δελτία του Ελληνικού Εμπορικού Επιμελητηρίου  Κωνσταντινουπόλεως (Ε.Ε.Ε.Κ.)  και  του  Παγκόσμιου  Εμπορικού  Οδηγού (Π.Ο.).

Από  κείμενα  που  δημοσιεύονται  έχουμε  πληροφορίες  για  τους  δρόμους, τα  κτίρια  της  Προκυμαίας, τα  θέατρα, ξενοδοχεία, λέσχες, σωματεία, εκπαιδευτήρια, νοσοκομεία, σχολές ۬    για  τη  σύνδεση  της  Σμύρνης  με  τις  πόλεις  της  Ανατολής  σιδηροδρομικά  και  διά  θαλάσσης  με  όλη  την  οικουμένη,  για  τα  πρακτορεία  των  Ακτοπλοϊκών  εταιρειών  που  εδρεύουν  στη  Σμύρνη, πρωτεύουσα  της  νομαρχίας  Αϊδινίου  δεύτερης  σε  μέγεθος  πόλης  της  Οθωμανικής  αυτοκρατορίας  με  ασφαλές  λιμάνι  και  ωραία  προκυμαία  που  εκτείνεται  σ’ ολόκληρη  την  παραλία  της.   Αναφέρεται  στην  Ευαγγελική  Σχολή,  που  ιδρύθηκε   το  1733  με  Μουσείο  και  Βιβλιοθήκη  με  30.000  βιβλία  και  300  χειρόγραφα,  το  Ομήρειο  Παρθεναγωγείο, τα  6  ελληνικά  λύκεια,  τα  ευαγή  ιδρύματα  και  τις  Φιλανθρωπικές  αδελφότητες, το  Νοσοκομείο  του  Αγίου  Χαραλάμπους  και  για  τον  Πανιώνιο  Αθλητικό  Σύλλογο  και  το  Μουσικό  όμιλο  «Απόλλων».  

      Η  Σμύρνη  ήταν  έδρα  Ορθοδόξου  Μητροπολίτη, Λατίνου  αρχιεπισκόπου  όπως  και  Αρμένιου,  είχε  15  Ορθόδοξες  εκκλησίες  εκ  των  οποίων  διακρίνεται  ο  μητροπολιτικός  ναός  της  Αγίας  Φωτεινής  ιδρυθείς  το  1688  με  το  ωραίο  και  υψηλό  κωδωνοστάσιο  από  το  1856,  5  εκκλησίες  Δυτικές, 2  Αρμενικές, 3  παρεκκλήσια  Διαμαρτυρομένων,  πολλά  Μωαμεθανικά  Τεμένη  και  πολλές  Συναγωγές.   Στη  Σμύρνη  εδρεύουν  τα  προξενεία  όλων  σχεδόν  των  κρατών  και  από  τα  εκπαιδευτικά  καταστήματα  κάθε  έθνους  διεκρίνοντο, το  Παρθεναγωγείο  των  Γερμανίδων  διακονισσών,  των  Γαλλίδων  αδελφών  του  ελέους, των  Αυστριακών  Μεχιταριστών, κ.α.  

      Αναφέρεται  με  στοιχεία  στον  πληθυσμό  του  Νομού  Αϊδινίου  και  της  επαρχίας  Σμύρνης,  στη  διοικητική  της  διαίρεση  με  τις  9  υποδιοικήσεις  της (Καϊμακαμλίκια). 

Ενδιαφέρον  παρουσιάζουν  οι  παρατιθέμενοι  συγκριτικοί  και  αναλυτικοί  πίνακες  για  τον  πληθυσμό  κατά  εθνότητες  από  το  1631  έως  το  1914  της  Σμύρνης  αλλά  και  της  ευρύτερης  περιοχής  της  με  εμπεριστατωμένα  σχόλια.

Σε  ιδιαίτερο  κεφάλαιο  αναφέρονται  οι  φορείς  και  ιδιαίτερα  ελληνικής  καταγωγής  στην  οικονομική  ζωή  της  Σμύρνης  με  κατάλογο  εμπορευομένων,  επαγγελματιών, κατά  κατηγορία  και  είδος  με  ονόματα  και  διευθύνσεις  κατ’ αλφαβητική  σειρά.  Από  μία  γρήγορη  ματιά  στα  στοιχεία  αυτά  διαπιστώνει  κάποιος  παρατηρητικός,  ποια  επαγγέλματα  συνεχίζουν  και  σήμερα  και  κάποια  που  έχουν  εκλείψει,  από  τον  κατάλογο  των  15  εφημερίδων  που  κυκλοφορούσαν  οι  6  ήτανε  Ελληνικές, οι  5  Γαλλικές, οι  2  Τουρκικές,  1  Αρμενική  και  1  Εβραϊκή.  Και  από  τα  20  τυπογραφεία  που  αναφέρονται  τα  10  ήτανε  ελληνικά.

Γνωρίζω  καλά  ότι  τα  στατιστικά  στοιχεία  κουράζουν  και  σπανίως  συγκρατούμε  αριθμούς, μπαίνω  όμως  στον  πειρασμό  να  σας  αναφέρω  δημοσιευμένα  στοιχεία  στον  Α΄,  Β΄,  Γ΄ τόμο  του  Ημερολογίου  που  δείχνουν  ότι  από  τους  εμπορευόμενους  και  επαγγελματίες  το  ποσοστό  των  ελληνικής  καταγωγής  κυμαίνεται  από  68,5%  έως  70,68% ,  οι  Οθωμανοί  5,80% , οι  Αρμένιοι  6% , οι  Ισραηλίτες  4%  και  το  υπόλοιπο  ποσοστό  περίπου  14%  οι  ξένοι.  Ανάλογα  στοιχεία  μας  δίνει  και  ο  Εμπορικός  Οδηγός  της  Σμύρνης  και  των  περιχώρων (Ε.Ο.Σ.Φ.)  του  Παν. Φαρδούλη  το  1901,  μεταγενέστερα  στον  Ελληνικό  Εμπορικό  Οδηγό  της  Τουρκίας (Ε.Ο.Τ.Β.)  έτος  1909/10  του  Νικ. Βαμβακίδη  σε  σύνολο  3656  εμπορευόμενων, επαγγελματιών κλπ  οι  2771  ή  ποσοστό  75,79%  ήτανε  ελληνικής  καταγωγής, στοιχεία  που  δείχνουν  τη  κυριαρχία, σχεδόν,  των  ελληνικής  καταγωγής  κατοίκων  στην  οικονομική  και  εμπορική  ζωή  της  περιοχής.   Από  το  προλογικό  σημείωμα  του  εκδότη  παραθέτω στην  καθομιλουμένη, ότι,  το  Ελληνικόν  Εμπορικόν  Επιμελητήριον  αποφάσισε  τη  δημοσίευση  Μηνιαίου  Δελτίου  με    σκοπό  τη  μελέτη  και  δημοσίευση  των  όρων  με  τους  οποίους  η  βιομηχανία  της  Ελλάδας  μπορεί  να  επεκτείνει  στο  εξωτερικό  και  ιδιαίτερα  στην  Τουρκία  την  κατανάλωση  των  προϊόντων  της. 

      Στα  περισσότερα  τεύχη  δημοσιεύεται  κεφάλαιο,  Αγορά  Σμύρνης, που  δίνει  πληροφορίες – στοιχεία  για  την  εβδομαδιαία  κίνηση  κατά  είδος  εμπορευμάτων, αφίξεις, ποσότητες, τιμές, ποικιλίες  κατά  τα  είδη  αναλόγως  εποχής  και  ιδιαίτερο  κεφάλαιο  με  τίτλο  Χρηματιστήριο  που  περιελάμβανε  κατά  κανόνα  Χρεώγραφα,  Νομίσματα, Συναλλάγματα,  καθώς  και  πληροφορίες  από  διάφορα  Χρηματιστήρια  π.χ.  Αθηνών, Λονδίνου κλπ  και  κλείνει  το  Α΄ Μέρος  με  παρατηρήσεις  και  σχόλια.  Η  ιστορία,  ιδιαιτέρως  των  ετών  μετά  το  1870  έως  το  1914,  ενδιαφέρει τα  μέγιστα  για  τη  συμβολή  ιδιαιτέρως  του  ελληνικής  καταγωγής  πληθυσμού  της  Σμύρνης  σε  σχέση  και  σύγκριση  με  τον  Οθωμανικό  Τουρκικό  πληθυσμό.  Οι  Οθωμανοί  Τούρκοι  πολύ  λίγο  ασχολούνταν  με  το  εμπόριο.  Τα  φυσικά  πλεονεκτήματα  της  Σμύρνης  ως  κέντρο  εμπορίου  είναι  τεράστια.  Η  πόλη  υπάρχει  εξ’ αιτίας  του  εμπορίου  αφού  οι  βιομηχανίες  είναι  πολύ  λίγο  ανεπτυγμένες.  Η  γεωργία  αποτελεί  τον  κύριο  πόρο  για  τον  πληθυσμό  και  γεωργικά  είναι  τα  προϊόντα  με  τα  οποία  συναλλάσσεται  με  τον  έξω  κόσμο.  Τα  κύρια  προϊόντα  της  περιοχής  είναι  τα  εξής:

  α.  Αγροτικά  προϊόντα:  Δημητριακά  (σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, φασόλια), βαμβάκι, φρούτα, ιδίως  σταφύλια  και  σύκα, βελανίδια, μαστίχα, και  αραβικό  κόμμι,  γλυκόριζα, όπιο, σπορέλαια, ελιές, καπνός  κ.α.

  β.   Κτηνοτροφικά  προϊόντα:  Κτήνη, κηρύθρα, μαλλιά, κόκκαλα, δέρματα.

  γ.   Ορυκτά :  Εξάγονται  σμυρίδα,  αντιμόνιο,  χρώμιο,  καλαμίνα, και  μαγγάνιο  και  συνεχίζει  με  τα  εξαγώγιμα  προϊόντα, τις  ποσότητες, τις  χώρες  εξαγωγής, τις  τιμές  των  προϊόντων  και  την  διακύμανση  τους.

      Στο  Β΄ Μέρος  παρατίθενται  άγνωστα  ή  λιγότερα  γνωστά  κείμενα  για  την  οικονομική  ζωή  της  Σμύρνης  στα  χρόνια (1889-1914).   Παραθέτει  πίνακες  που  δείχνουν  τη  συνολική  αξία  των  εξαγωγών  από  τη  Σμύρνη  και  των  εισαγωγών  στη  Σμύρνη.  Ο  κύριος  όγκος  των  εξαγωγών  κατευθύνεται  στο  Ηνωμένο  Βασίλειο, στην  Αυστροουγγαρία  και  στη  Γαλλία  ενώ  πολύ  μικρό  μέρος  προς  την  Ελλάδα.    Πίνακες  με  τα  σκάφη  που  εισέπλευσαν  στο  λιμάνι  της  Σμύρνης, την  εθνικότητά  τους  και  την  κατηγορία  τους. 

      Στα  τεύχη  25 & 49  του  1910  αναλύονται  τα  αποτελέσματα  του  ολέθριου  εμπορικού  πολέμου  κατά  των  Ελλήνων  που  έβλαψε  τελικά  περισσότερο  τους Οθωμανούς  παρά  τους  Έλληνες,  αφού  οι  ναύλοι  για  τα  εξαγόμενα  προϊόντα  έφθασαν  στα  ύψη  μετά  τον  αποκλεισμό  των  Ελληνικών  πλοίων, με  αποτέλεσμα  την  κερδοσκοπία  λίγων  ισχυρών  κεφαλαιούχων, αλλά  προς  μεγίστη  ζημιά  του  εμπορίου  και  του  λαού.  Και  καταγράφει  τις  δέκα  κυριότερες  απώλειες  που  είχε  η  Τουρκία  από  τον  αποκλεισμό  κατά  των  Ελλήνων.   Μεταφέρω  στην  καθομιλουμένη  μία  χαρακτηριστική  έκθεση  του  Γάλλου  υποπρόξενου  στη  Σμύρνη  Pierre  Valet  στις  12-02-1911  που  γράφει  ότι:  Οι  εις  βάρος  του  Οθωμανικού  λαού  σοβαρότατες  υλικές  ζημιές  ωχριούν  μπροστά  στην  ηθική  βλάβη  που  έχουν  υποστεί  από  τον  εμπορικό  αποκλεισμό  των  Ελλήνων, που  είχε  σαν  αποτέλεσμα  την  διεύρυνση  του  χάσματος  εχθρότητας, μίσους  και  αγανακτήσεως  ακριβώς  την  στιγμή  που  με  επιμέλεια  οι  Οθωμανοί  πολιτευτές  επιδιώκουν  την  συναδέλφωση  των  Τούρκων  και  Ελλήνων, που  αποτελούν  τις  πολυπληθέστερες  και  προοδευτικότερες  φυλές  της  Αυτοκρατορίας.

Στα  διάφορα  τεύχη  των  τόμων  ΙΑ΄, ΙΒ΄, ΙΓ΄, ΙΔ΄   των  ετών  1911, 12, 13, 14  δημοσιεύονται  στοιχεία  λεπτομερή  για  τις  εσοδείες  των  αγροτικών  προϊόντων  κυρίως  ελαιόλαδου, ελαιών, σουλτανίνας, σύκων, βάμβακος, σουσαμιού, ρεβιθιών,  φασολιών,  καπνού,  βελανιδιών, οπίου κλπ  ως  και  την  εξαγωγική  κίνηση  προς  την  ανατολή, για  να  καταλήξει  σε  μία  γενική  επισκόπηση  του  εμπορίου  της  Σμύρνης  και  των  επαρχιών  από  Ιούλιο  1912  μέχρι  Ιούλιο  1913  με  τη  διαπίστωση  ότι:  Στις  αρχές  του  προηγούμενου  αιώνα,  η  Σμύρνη  ήτανε  η  μεγαλύτερη  αγορά  της  Ανατολής, σήμερα  όμως  δεν  είναι  πλέον.  Ο  παραγκωνισμός  αυτός  οφείλεται  μάλλον  στην  καταπληκτική  ανάπτυξη  άλλων  λιμανιών,  όπως  είναι  της  Αλεξάνδρειας  παρά  στην  παρακμή  της  Σμύρνης.   Συνεχίζεται  το  Β΄ Μέρος  πάλι  με  λεπτομερείς   πίνακες, αλλά, τώρα, των  ετών  1910-1911-1912  με  τα  εξαχθέντα  εμπορεύματα  από  το  λιμάνι  της  Σμύρνης  με  πίνακες  εισελθόντων  πλοίων  στο  λιμάνι  τα  έτη  1908,9,10,11,12  ως  και  των  Αγγλικών  εμπορικών  πλοίων, με  αναφορά  στο  δίκτυο  σιδηροδρόμων  και  τις  προσθήκες  προς  Κασσαμπά   και  την  θάλασσα  του  Μαρμαρά, για  τις  δυσκολίες  των  τραπεζών,  ειδικά  το  έτος  1912,  λόγω  της  κρίσης  από  τους  Βαλκανικούς  πολέμους, για  τη  βιομηχανία  και  την  ίδρυση  νέων  εργοστασίων.  Τέλος  γίνεται  αναφορά  για  εισπράξεις  φόρων  στην  επαρχία  Σμύρνης  και  τη  δημοσίευση  ενός  νέου  νόμου  που  επιτρέπει  στα  νομικά  πρόσωπα  να  έχουν  ακίνητη  περιουσία, για  πρώτη  φορά.  Κάνει  αναφορά  για  τα  ιδιωτικά  έργα  και  τις  προκηρύξεις  δημοπρασιών  για  δημόσια έργα,  δίνει  οδηγίες  στους  εμπόρους  και  τους  συνιστά  τι πρέπει  να  προσέχουν  και  κλείνει  με  τον  απολογισμό  του  1913.

      Στο  Γ΄ και  τελευταίο  Μέρος  του  ογκώδους  έργου  των  844  σελίδων  περιέχεται  το  Αλφαβητικό  ευρετήριο  των  κυρίων  ονομάτων.

Το  έργο  συμπληρώνεται  με  την  εργογραφία  του  Οδυσσέα  Λαμψίδη  και  φωτογραφίες  της  εποχής  εκείνης  που  διέθεσε  ευγενώς  ο  ζωγράφος  Στράτος  Παπαδόπουλος.               

 

.          

Κατά την έναρξη του θεσμού απονομής βραβείων, ο Πρόεδρος της Ε.Π.Μ. κος Χρήστος Γαλανίδης διάβασε τα κυριότερα άρθρα του Κανονισμού Καθιέρωσης και Απονομής Βραβείων που εγκαινιάστηκε με την απονομή του βραβείου Οδυσσέα Λαμψίδη. Έτσι σύμφωνα με τον Κανονισμό:

 

Κεφ. Α. - ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΒΡΑΒΕΙΩΝ

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών στηριζόμενη σε σχετικές με τους σκοπούς και επιδιώξεις διατάξεις του Καταστατικού της, καθιερώνει και απονέμει, κατ’ έτος ή περιοδικώς, βραβεία, με ή χωρίς χρηματικό έπαθλο, σε:

α) Πρόσωπα αδιακρίτως καταγωγής και εθνικότητας, τα οποία ασχολούνται με την έρευνα, μελέτη και δημοσίευση ιστορικού, λαογραφικού, γλωσσικού κ.ά. υλικού που αφορά στον Πόντο και στον Ποντιακό Ελληνισμό γενικά.

β) Πρόσωπα ή συλλογικά όργανα τα οποία με την εν γένει πνευματική, κοινωνική, πολιτιστική κτλ. δράση τους αναδεικνύουν και προβάλλουν κατά τρόπο σοβαρό και υπεύθυνο επιτεύγματα του Ποντιακού Ελληνισμού.

γ) Πρόσωπα ποντιακής καταγωγής τα οποία, με τις εξαίρετες επιδόσεις τους στην επιστήμη, στα γράμματα και τις τέχνες γενικώς ή με τις διακεκριμένες υπέρ του κοινωνικού συνόλου προσφορές τους, τιμούν την ελληνική πατρίδα και την ποντιακή καταγωγή τους, ιδίως όταν δραστηριοποιούνται στην αλλοδαπή.

 

Κεφ. Β. - ΕΙΔΗ ΒΡΑΒΕΊΩΝ

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών καθιερώνει τα εξής είδη βραβείων, οι τίτλοι των οποίων φέρουν τα ονόματα επιφανών αυτής ανδρών:

α) Βραβείο του από Τραπεζούντος Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσάνθου, Ακαδημαϊκού, πρώτου προέδρου της Ε.Π.Μ. (1927-1949).

β) Βραβείο Αρχιμανδρίτη Άνθιμου Παπαδόπουλου, γλωσσολόγου, δεύτερου προέδρου της Ε.Π.Μ. (1949-1962).

γ) Βραβείο Οδυσσέα Λαμψίδη, ιστορικού-βυζαντινολόγου, τρίτου προέδρου της Ε.Π.Μ. (1962-1990).

δ) Βραβείο Απόστολου Σουμελίδη, γεωφυσικού επιστήμονα, διακεκριμένου μέλους και μεγάλου ευεργέτου της Ε.Π.Μ.

ε) Βραβείο Ισαάκ Λαυρεντίδη, νομικού, διακεκριμένου μέλους και ευεργέτου της Ε.Π.Μ.

 

Κεφ. Γ. - ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΒΡΑΒΕΙΩΝ

Η επιλογή των προς βράβευση προσώπων ή συλλογικών οργάνων γίνεται οίκοθεν από την Ε.Π.Μ. ή κατόπιν προτάσεων υπό τρίτων. Αυτοπροτεινόμενοι αποκλείονται.

Το Δ.Σ. της Ε.Π.Μ. συνερχόμενο σε ειδική συνεδρία, κατά μήνα Μάιο, αποφασίζει για την εκλογή των προς βράβευση προσώπων ή συλλογικών οργάνων, αφού λάβει υπόψη του τους συνταχθέντες σχετικούς πίνακες υπό της Επιτροπής και τις σχετικές τεκμηριωμένες εισηγήσεις της. Η απόφαση λαμβάνεται με ομοφωνία, αν είναι δυνατόν, ελλείψει δε αυτής,  με απόλυτη πλειοψηφία.

 

ΚΕΦ. Δ. - ΧΟΡΗΓΗΣΗ  ΒΡΑΒΕΙΩΝ  ΜΕ  ΧΡΗΜΑΤΙΚΟ  ΕΠΑΘΛΟ

1. Τα χορηγούμενα βραβεία από την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών έχουν κατά βάση ηθικό χαρακτήρα.

2. Σε περίπτωση που πρόσωπα, οργανισμοί ή άλλοι φορείς, επιθυμούν να ενισχύσουν χρηματικώς τα βραβευόμενα πρόσωπα, τότε καλούνται οι χορηγοί αυτοί να δηλώσουν εγγράφως το ποσό και το είδος του βραβείου που προτίθενται να χρηματοδοτήσουν. Το δηλούμενο ποσό, που δεν μπορεί να είναι λιγότερο από 3.000 ευρώ, κατατίθεται στον τραπεζικό λογαριασμό της Ε.Π.Μ. εντός του πρώτου τριμήνου του αρχομένου έτους.

3. Οίκοθεν νοείται ότι οι χορηγοί δεν μπορούν να είναι από τα προτεινόμενα προς βράβευση πρόσωπα ή συλλογικά όργανα.

 

ΚΕΦ. Ε. - ΤΕΛΕΤΗ  ΑΠΟΝΟΜΗΣ  ΤΩΝ ΒΡΑΒΕΙΩΝ

1. Η τελετή απονομής των βραβείων γίνεται ενός του τελευταίου μηνός (Δεκέμβριος) του έτους. Προσλαμβάνει δε αυτή επίσημο χαρακτήρα με την παρουσία εκπροσώπων της πολιτειακής και πολιτικής ηγεσίας, των πνευματικών και επιστημονικών  ιδρυμάτων, των σωματείων, συλλόγων κτλ. καθώς και όλων των μελών της Ε.Π.Μ.

2. Κατά την τελετή ο Πρόεδρος της Ε.Π.Μ. κάνει μια σύντομη εισαγωγική ομιλία. Ακολούθως ο Γεν. Γραμματέας της Ε.Π.Μ. καλεί το βραβευόμενο πρόσωπο να παραλάβει το βραβείο από τον Πρόεδρο της Ε.Π.Μ., ενώ πριν από την απονομή,  διαβάζει σύντομο βιογραφικό σημείωμα για το βραβευόμενο πρόσωπο και το επιστημονικό του έργο.

3. Το βραβείο είναι επίχρυσο μετάλλιο με το έμβλημα της Ε.Π.Μ., ήτοι τον μονοκέφαλο αετό (ο τύπος της Σινώπης), επί της μιας όψεως και επί της άλλης το είδος του βραβείου και το όνομα του βραβευόμενου. Το μετάλλιο συνοδεύεται από περγαμηνή στην οποία αναγράφεται επίσης το είδος βραβείου και το όνομα του βραβευόμενου. Η περγαμηνή υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον Γεν. Γραμματέα  της Ε.Π.Μ.

4. Στο βραβευόμενο πρόσωπο ή συλλογικό όργανο ανακοινώνεται, κατά την απονομή, και το τυχόν χρηματικό έπαθλο και το όνομα του χορηγού.

 

Στη συνέχεια η Γεν. Γραμματέας της Ε.Π.Μ. διάβασε το σχετικό απόσπασμα πρακτικού του Δ.Σ. της 13ης Μαΐου 2011:

 

Θέμα 8ο Βραβείο Οδυσσέα Λαμψίδη. Παρουσίαση βιβλίου του: «Συμβολή στην οικονομική ζωή της Σμύρνης».

 

Το Διοικητικό Συμβούλιο, στη συνεδρίαση της 13ης Μαΐου 2011 και αφού έλαβε υπόψη τις τεκμηριωμένες εισηγήσεις της συσταθείσης γι’ αυτό το σκοπό Επιτροπής, αποφάσισε ομόφωνα να απονείμει στον κο Χρήστο Ανδρεάδη το βραβείο Οδυσσέα Λαμψίδη, εκτιμώντας τη μεγάλη, συνεχή και ανιδιοτελή προσφορά του στην επιστήμη και ειδικότερα στην έρευνα της ιστορίας. Η τελετή βράβευσης θα πραγματοποιηθεί, σύμφωνα με τον κανονισμό, το μήνα Δεκέμβριο ε.ε., η δε ακριβής ημερομηνία θα οριστεί σε επόμενη συνεδρίαση.

 

Ακριβές αντίγραφο από το βιβλίο Πρακτικών Συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών.                                                                                                                    

Ο Πρόεδρος

Χρήστος Γαλανίδης

 

 

Τέλος εκλήθη ο κος Χρήστος Ανδρεάδης, φιλόλογος-ιστορικός να παραλάβει το επίχρυσο μετάλλιο και την περγαμηνή, στα οποία αναγράφονταν το είδος του βραβείου και το όνομα του βραβευόμενου, από τον Πρόεδρο της Ε.Π.Μ. κο Χρήστο Γαλανίδη.

Ακολούθως ο κος Χρήστος Ανδρεάδης, βαθιά συγκινημένος, ευχαρίστησε για την τιμή που του έγινε και μίλησε στο κοινό με θέμα «Ο Κορυτσάς και Πρεμετής Φώτιος Καλπίδης (1862-1906). Ο Πόντιος ιεράρχης, το πρώτο θύμα του Μακεδονικού Αγώνα».

Η εκδήλωση έκλεισε με αναφορές των προσκεκλημένων στην προσωπικότητα του Οδυσσέα Λαμψίδη και δεξίωση.

Παράλληλα στο ισόγειο λειτουργούσε έκθεση βιβλίων του Οδυσσέα Λαμψίδη και φωτογραφιών.

 

 

 

 

21 Ιανουαρίου 2012

 

Τιμητική Εκδήλωση για το Σίμο Λιανίδη (Σάντα 1915-Αθήνα 2001)

 

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών πραγματοποίησε με μεγάλη επιτυχία το Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012 στην αίθουσα εκδηλώσεων του κτηρίου της «Στέγη Κειμηλίων του Ελληνισμού του Πόντου», εκδήλωση προς τιμήν του Σίμου Λιανίδη, φιλόλογου-λογοτέχνη, επί σειρά ετών Γενικού Γραμματέα και διακεκριμένου μέλους της.

 

Σύμφωνα με το πρόγραμμα ο Πρόεδρος της Ε.Π.Μ. κος Χρήστος Γαλανίδης, αφού καλωσόρισε το εκλεκτό ακροατήριο, απηύθυνε τον ακόλουθο χαιρετισμό:

Αγαπητοί προσκεκλημένοι,

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών σας καλωσορίζει στην αποψινή εκδήλωση που είναι αφιερωμένη σ’ ένα μεγάλο Πόντιο πνευματικό άνθρωπο, τον Σίμο Λιανίδη, φιλόλογο, λογοτέχνη, ποιητή και θεατρικό συγγραφέα, που γεννήθηκε το 1915 στη Σάντα του Πόντου κι έφυγε για πάντα από κοντά μας το 2001, αφήνοντας σαν παρακαταθήκη σε μας τους Πόντιους και σ’ ολόκληρο τον ελληνισμό, ένα σπουδαίο συγγραφικό έργο που αποτελείται από έντεκα αυτοτελή  έργα, πεζά, ποιητικά, θεατρικά, λαογραφικά, άπειρα άρθρα και εξαιρετικά δημοσιεύματα στο «ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΝΤΟΥ» σε εννέα τόμους από τον τόμο 23 (1959) με τα «Σύμμεικτα λαογραφικά Σάντας», στη συνέχεια με τα «Νεκρικά και ταφικά στη Σάντα του Πόντου» τόμος 26 (1964) έως και τον τόμο 53 (2011), όπου η κα Έλσα Γαλανίδου-Μπαλφούσια, φιλόλογος-λαογράφος, δημοσιεύει τη συνέχεια της «Συλλογής λαογραφικού υλικού» του Σίμου Λιανίδη.

Το 1951 ο ΄Ανθιμος Παπαδόπουλος, πρόεδρος τότε της Ε.Π.Μ. πρότεινε και έγιναν ομόφωνα δεκτοί ως μέλη της, το Σίμο Λιανίδη και τον Οδυσσέα Λαμψίδη, που ελάμπρυναν την Ε.Π.Μ. με την παρουσία και το έργο τους. Ο Σίμος Λιανίδης υπήρξε μέλος του Δ.Σ. από το 1954 έως το 1978, ενώ χρημάτισε Γεν. Γραμματέας για δώδεκα έτη από το 1962 έως το 1973, εργάστηκε με ζήλο και τίμησε την ποντιακή ιδέα και κληρονομιά και σήμερα, έστω και αργά, η Ε.Π.Μ. για την ανεκτίμητη προσφορά του τον τιμά με τη σεμνή αυτή εκδήλωση, ελάχιστο δείγμα αναγνώρισης και ευγνωμοσύνης. Το 1989 ο Σύλλογος Ποντίων «Αργοναύται-Κομνηνοί» τίμησε με ειδικό αφιέρωμα το Σίμο Λιανίδη.

Από το βιογραφικό του Σίμου Λιανίδη της φιλολόγου Αλεξάνδρας Αργυροπούλου και μέλους μας, πληροφορούμεθα ότι τον καιρό της κατοχής ο Σίμος Λιανίδης με τον Ανέστη Αδάκτυλο, φυσικό, ίδρυσαν Αγροτικό Φροντιστήριο στο χωριό Νέα Σάντα, όπου φοίτησαν μέχρι την απελευθέρωση 40 παιδιά, αγόρια-κορίτσια, αγνά Ποντιόπουλα και αγροτόπαιδα.

·        Με ενέργειές του κατορθώνει να πάρει και να μεταφέρει ολόκληρο το αρχείο της Επιτροπής Αγώνος της Δημοκρατίας του Πόντου, που βρίσκεται στα αρχεία μας.

·        Στις 29 Δεκεμβρίου 1981 η Ακαδημία Αθηνών του απονέμει έπαινο για τα «μετ’ επιμελείας και επιστήμης εκδοθέντα έργα του»: «Τα παραμύθια του ποντιακού λαού», «Τρία ποντιακά θεατρικά έργα» και «δια την καθ’ όλου συμβολήν εις την διάσωσιν της προγονικής κληρονομιάς των Ποντίων».

·        Το 1982 του απενεμήθη το 1ον βραβείο με χρηματικό έπαθλο από το Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» κατά τον 61ο Καλοκαιρίνειο διαγωνισμό για το θεατρικό του έργο «Στις φλόγες της λευτεριάς».

Το σημαντικό θεατρικό έργο του Σίμου Λιανίδη έχει αναλυθεί και παρουσιασθεί από τον Ηλία Τσιρκινίδη, ενώ στο πλούσιο λαογραφικό έργο του, με τον επιβλητικό τόμο των 457 σελίδων με 37 παραμύθια από όλες τις περιοχές του Πόντου, που εκδόθηκε από την Ε.Π.Μ. το 1962 ως 5ο Παράρτημα «ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΝΤΟΥ», αναφέρθηκε το μέλος μας κος Πάνος Ηλιάδης, φιλόλογος-τ. Λυκειάρχης.

Σήμερα θα σταθώ ιδιαίτερα στο επετειακό συλλεκτικό λεύκωμα του 1961 με τίτλο «ΜΝΗΜΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΟΜΝΗΝΩΝ 1461-1961» που εκδόθηκε από την Ε.Π.Μ. με χαρακτικά σχέδια και καλλιτεχνική επιμέλεια του Γ. Βελισσαρίδη και κείμενα του Σίμου Λιανίδη και θα σας διαβάσω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:… «Όση κι αν είναι η υλική δύναμη ενός λαού δεν είναι αρκετή για την επιβίωσή του. Σύνδρομη πρέπει να’ ναι κι η πνευματική υπεροχή. Κι ο πνευματικός πολιτισμός του ποντιακού ελληνισμού είχε την επίδρασή του. Ένας πολιτισμός που είχε τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα και σύγχρονη λάμψη τον ελληνοχριστιανισμό μαγνήτιζε, κατέπλησσε και θάμπωνε με την ακτινοβολία του τους άξεστους γείτονες».

Και θα κλείσω το χαιρετισμό μου αυτό μ’ ένα απόσπασμα από την αντιφώνηση του Σίμου Λιανίδη στην τιμητική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στις 12/04/1989.

Αγαπητοί φίλοι,

Είναι γνωστό και συνάμα και φυσικό, όλοι οι άνθρωποι, όταν φθάνουν σε κάποια ηλικία,…, να υποβάλουν στον εαυτό τους, όπως έκαναν καθημερινά οι Επικούρειοι, το ερώτημα

- Πού και πώς ανάλωσες τη ζωή σου;

Στο ερώτημα αυτό, αγαπητοί φίλοι, αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει εδώ μπροστά σας απόψε και ο ομιλών. Το ζητάει, νομίζω η ώρα. Και η απάντηση θα είναι απολογία ζωής πνευματική, φιλική και ειλικρινής εξομολόγηση, παρά τον ελλοχεύοντα κίνδυνο υποψίας αυτοπροβολής.

Ξόδεψε λοιπόν τη ζωή του σε δύο σκοπούς, στο να αφοσιωθεί στη λαογραφία και γενικά στην πολιτιστική κληρονομιά του ποντιακού λαού αφ’ ενός και αφ’ ετέρου στη νεοελληνική λογοτεχνία και ποίηση.

Ξόδεψε τη ζωή του να τραγουδήσει τον πόνο της προσφυγιάς, να γλυκάνει την πικρή νοσταλγία των συμπατριωτών του Ποντίων, έδωσε τα χρόνια του για τη διάσωση, όσο μπόρεσε, των ιερών και οσίων ενός βάρβαρα ξεριζωμένου λαού από την πατρογονική εστία του. Πόνεσε τον πόνο του, χάρηκε τη χαρά του.

Κάποτε σε μία παράσταση ενός από τα ποντιακά θεατρικά του έργα, στη Θεσσαλονίκη, όταν τελείωσε η παράσταση, τον ρώτησε ο σκηνοθέτης πάνω στη σκηνή, μπροστά στους θεατές.

- Έδωσες αγαπητέ, τόσα για τους Πόντιους, αυτοί τι σου έδωσαν;

- Φίλτατε, του είπα. Οι Πόντιοι συμπατριώτες μου μου έδωσαν, με την αξιοσύνη και τη λεβεντιά τους, το τιμητικό δικαίωμα να είμαι υπερήφανος που είμαι Πόντιος.

Για τη ζωή και το έργο του Σίμου Λιανίδη θα αναφερθούν οι σημερινοί ομιλητές μας, Ευρύκλεια Λιανίδου, καθηγήτρια πανεπιστημίου, Λένα Καλπίδου, αρχαιολόγος, υπεύθυνη μουσείου Ε.Π.Μ., Χάρης Εφραιμίδης, ομότιμος καθηγητής Ε.Μ.Π. και Χρήστος Ανδρεάδης, φιλόλογος-ιστορικός, υπεύθυνος βιβλιοθήκης Ε.Π.Μ.

Προσπάθησα με λίγα λόγια να σκιαγραφήσω  την προσωπικότητα του Σίμου Λιανίδη, που την αποδίδει θαυμάσια η Πόπη Τσακμακίδου-Κωτίδου, φιλόλογος, με καταγωγή από τη Σάντα του Πόντου, στο ποίημά της «Στον νεκρό Σίμο Λιανίδη».

        Σίμο, Σαντάς ατετοπούλ’, Καλαμαριάς παιδόπον

        ……..

        Αθάνατος θα απομέντ’ς σον νουν και ‘ς σην καρδίαν

        για τα όσα εμάτσες μας, για το έργον ντ’ εφέκες…..

                    Σίμο αετόπουλο της Σάντας, παιδί της Καλαμαριάς

        ……

        Αθάνατος θα μείνεις στο νου και στην καρδιά

        για τα όσα μας έμαθες, για το έργο που άφησες.

 

Στη συνέχεια για τη ζωή και το έργο του αναφέρθηκε εν συντομία η κόρη του αλησμόνητου Σίμου Λιανίδη, κα Ευρύκλεια Λιανίδου, Καθηγήτρια Χημείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, η οποία με λόγο ζεστό, μεστό, ανθρώπινο και κατανοητό μίλησε για τον πατέρα της, ανέφερε οικογενειακά περιστατικά, σκιαγράφησε με τρυφερότητα τη μορφή και την παρουσία του στη ζωή της οικογένειας και ανέδειξε με τον καλύτερο τρόπο την άλλη μορφή του Σίμου Λιανίδη, τη λιγότερο ίσως γνωστή στο ευρύ κοινό, του στοργικού πατέρα και του τρυφερού συζύγου.

 

Αμέσως μετά η κα Λένα Καλπίδου, αρχαιολόγος και υπεύθυνη του Μουσείου, παρουσίασε στους καλεσμένους το ερευνητικό έργο του Σίμου Λιανίδη, ως μέλος της Ε.Π.Μ. με θέμα:

 

«Α΄ αποστολή συλλογής λαογραφικού υλικού της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών. Η επιτόπια έρευνα του Σίμου Λιανίδη και η προσφορά του στο Μουσείο Ποντιακού Ελληνισμού»

 

Κυρίες και κύριοι,

 

1. Ιστορικό πρότασης – απόφασης

 

Το επιτελείο των λογίων που συγκροτούσαν, στα μέσα του περασμένου αιώνα, το φορέα που μας φιλοξενεί σήμερα στη στέγη του, φρόντισε πολύ νωρίς και με προσεκτικό τρόπο να θησαυριστεί στις εκδόσεις του πλούσιο και έγκυρο υλικό για τους Έλληνες του Πόντου.

Γύρω στο 1965 η εξέλιξη της τεχνολογίας σχετικά με την καταγραφή ήχου, εικόνας και κίνησης προκάλεσε την ευαισθησία των μελών της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών σχετικά με την αρτιότητα στην έρευνα και τη μελέτη των θεμάτων τους.

Πρόεδρος ο Οδυσσέας Λαμψίδης και Γενικός Γραμματέας ο Σίμος Λιανίδης, έδρα τους ένα μικρό γραφείο στο κέντρο της Αθήνας και παρά τη στενότητα των οικονομικών μέσων της Επιτροπής, είναι αποφασισμένοι να διευρύνουν και να βαθύνουν την έρευνα των θεμάτων του ποντιακού ελληνισμού αξιοποιώντας τα σύγχρονα τεχνικά μέσα.

Το φθινόπωρο του 1966 (29.9.66), καταφέρνουν να αγοράσουν, με πρόταση του Σίμου Λιανίδη, τα ειδικά σύγχρονα όργανα. Σχεδόν μισό χρόνο μετά (26.5.67), παρά τις οικονομικές δυσχέρειες, αποφασίζει το Δ.Σ. να αναθέσει στο Σίμο Λιανίδη να φροντίσει τη συγκρότηση, τον προγραμματισμό και τη διεύθυνση του συνεργείου που θα αναλάμβανε την «Α’ αποστολή συλλογής γλωσσικού, λαογραφικού και ιστορικού υλικού του Πόντου».

Από τις εισηγητικές ομιλίες των Ο. Λαμψίδη και Σ. Λιανίδη σε συνεδρίαση του Δ.Σ. αποκαλύπτονται η υπευθυνότητα για την τέλεια καταγραφή λαογραφικού υλικού και η αγωνία για να προλάβουν τους γνήσιους φορείς του, που στα σαράντα πέντε χρόνια που είχαν περάσει από την προσφυγιά του 1922 είχαν αρχίσει να φεύγουν από τη ζωή – και όπως σημείωνε ο δεύτερος ομιλητής – «παίρνοντας μαζί τους ασφαλώς πολύ θησαυρό. Αλλά και όσοι έμειναν – ιδίως στις πόλεις – έπαθαν κάποια επίδραση από τον συγχρωτισμό τους με τους γηγενείς Έλληνες και στη γλώσσα και στην καθαρότητα διατηρήσεως ηθών και εθίμων».

Γι’ αυτό και ο Σίμος Λιανίδης ξεκινάει την εισήγησή του προς το Συμβούλιο με τη φράση: «Κάλλιο αργά παρά ποτέ». Όμως η εκτίμησή του ότι έμεναν ακόμη αρκετοί, «ιδιαίτερα στα ατόφια ποντιακά χωριά της Μακεδονίας και της Θράκης» του δίνει ελπίδες για τη σκοπιμότητα της αποστολής και η ευαισθησία και το βαθύ συναισθηματικό δέσιμο με τους συμπατριώτες του τον οδηγεί να εκφράσει επιγραμματικά: «Είναι σκληροτράχηλο σε τέτοια ζητήματα το Ποντιακό στοιχείο κι’ η νοσταλγία είναι δυνατός παράγοντας στην παραδοσιακή προσήλωση».

Έχοντας φροντίσει από καιρό μια σχετική προεργασία παρουσίασε τον προγραμματισμό της αποστολής και έκλεισε με την ευχή «…όλα να πάνε καλά και οι καρποί να είναι πλούσιοι και για την επιστήμη και για τη μνήμη της νοσταλγημένης πατρίδος, του Πόντου».

 

1.1. Σημασία – Αξία

 

Η πρώτη αποστολή της Επιτροπής για συλλογή γλωσσικού, ιστορικού και λαογραφικού υλικού, ένα τολμηρό εγχείρημα, από οικονομικής αλλά και πρακτικής πλευράς, αποτέλεσε ένα έργο που είναι σήμερα ανεκτίμητης αξίας!

Για ποιους λόγους; Προσέξτε τους!

1) Σαράντα πέντε χρόνια μετά παραμένει η μοναδική επιστημονική καταγραφή.

2) Η παλαιότητα των πληροφορητών εξασφαλίζει αυθεντικά στοιχεία.

3) Η τοπική προέλευση των πληροφορητών αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές του πολιτισμικού δυναμικού των Ποντίων.

4) Η ποικιλία των λαογραφικών θεμάτων συγκεντρώνει πλούτο πληροφοριών.

5) Η σπανιότητα των τεκμηρίων σημαντικών ιστορικών θεμάτων διαφωτίζει το χαρακτήρα συγκλονιστικών γεγονότων και το ήθος ξεχωριστών προσώπων.

6) Η αμεσότητα της επικοινωνίας προσφέρει υλικό της καθημερινής έκφρασης των Ποντίων, το οποίο έρχεται να συμπληρώσει το λόγιο υλικό που είχε κατατεθεί στις εκδόσεις της Ε.Π.Μ.

 

Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι το θησαυρισμένο υλικό περιέχει στοιχεία πολιτισμού των Ποντίων πριν τη μετοικεσία τους αλλά και νεότερης εποχής από τις πρώτες δεκαετίες της ελλαδικής εγκατάστασής τους.

Με άλλα λόγια, διασώζει στοιχεία που υπήρξαν κάποτε εκεί (στις αρχές του 20ου αι.) και στοιχεία που άλλαξαν με το πέρασμα του χρόνου και την επίδραση διαφόρων παραγόντων. Δίνει, δηλαδή, τη δυνατότητα στον ερευνητή αλλά και τον απλό ακροατή-θεατή, να γνωρίσει παλαιά στοιχεία και να παρακολουθήσει την εξέλιξή τους.

Όλα τα παραπάνω είναι που αποδεικνύουν την τεράστια σημασία της «Α΄ αποστολής συλλογής γλωσσικού, λαογραφικού και ιστορικού υλικού του Πόντου» και την αξία της για τους Έλληνες του Πόντου.

 

2. Επιτόπια έρευνα

 

Όσα θα ακολουθήσουν αποδεικνύουν τη σημασία της προσφοράς του Σίμου Λιανίδη, που ανέλαβε το σχεδιασμό και την εκτέλεσή της «Α΄ αποστολής συλλογής γλωσσικού, λαογραφικού και ιστορικού υλικού του Πόντου» στη Μακεδονία και τη Θράκη το καλοκαίρι του 1967.

Χάρη στην προσωπικότητά του, που αποτελούσε έναν σπάνιο συνδυασμό ειδικών γνώσεων με συναισθηματικό πλούτο και εκφραστικότητα λογοτέχνη, κατάφερε να διεκπεραιώσει την αποστολή με την υπευθυνότητα επιστήμονα και την αισθαντικότητα ποιητή!

Αν και είχε λατρεία για τον Πόντο και τους ανθρώπους του, κρατήθηκε εκλεκτικός και ειλικρινής για να καταγράψει την αλήθεια.

Στην έκθεση του έργου του ο ίδιος ο Σίμος Λιανίδης σημειώνει ότι επεδίωξε να συγκεντρώσει υλικό κατά προτίμηση από περιφέρειες του Πόντου για τις οποίες ελάχιστα ή κανένα στοιχείο δεν είχε δημοσιευθεί ή συγκεντρωθεί μέχρι τότε.

Επίσης, προσπάθησε ακόμη να καταγράψει δείγματα προφορικού λόγου και από περιοχές για τις οποίες υπήρχε δημοσιευμένο υλικό, ώστε ο συνδυασμός προφορικού με τον γραπτό λόγο να δώσει πληρέστερη εικόνα για τη μελέτη του υλικού. Η καταγραφή έγινε σύμφωνα με τις οδηγίες του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών και γι’ αυτό εκφράζει την πίστη ότι: «ο μέλλων λαογράφος, ιστορικός ή γλωσσολόγος, που θα ασχοληθεί με τα τμήματα του Ποντιακού λαού που αποσπαστήκαν και εγκαταστάθηκαν σε άλλη περιοχή εκτός του Ποντιακού χώρου, θα βρει υλικό μελέτης, έστω και λίγο, πάντως όμως σημαντικό».

 

2.1. Πληροφορητές: Ηλικία – Φύλο

 

Ποια ήταν τα 45 άτομα που του έδωσαν πληροφορίες και τα μαγνητοφώνησε;

Άνθρωποι παλαιοί, γερά σκαριά, γεννημένοι σχεδόν όλοι στον Πόντο.

Συνομίλησε με δεκατρείς γυναίκες: από αυτές η μία ήταν 65 χρόνων και οι άλλες από 74 έως 87 ετών [με έτος γέννησης: (1880-1902)]. Δηλαδή εκτός από μία, οι υπόλοιπες δώδεκα ήταν γεννημένες πριν το 1900.

Οι άνδρες πληροφορητές ήταν τριάντα ένας:

Τρεις δεύτερης γενιάς (μουσικοί – οργανοπαίκτες)

Τρεις κάτω από εξήντα, μεταξύ αυτών και ο Ι. Λαυτεντίδης.

Οι υπόλοιποι είκοσι πέντε από 60-87 ετών [με έτος γέννησης: (1880-1917)], δηλαδή, οι δέκα έξι μισοί του συνόλου των ανδρών γεννημένοι πριν το 1900.

 

2.2. Περιοχές της Ελλάδας που επισκέφτηκε:

 

Με νοικιασμένο αυτοκίνητο, έναν οδηγό και τον ακόλουθο τεχνολογικό εξοπλισμό: μαγνητόφωνο, κινηματογραφική μηχανή λήψεως, φωτογραφική μηχανή και τα αντίστοιχα αναλώσιμα υλικά, το οδοιπορικό ξεκίνησε στις 13 Ιουλίου και ολοκληρώθηκε στις 8 Αυγούστου, εκτεινόμενο σε διαδρομή: 4.080 χιλιομέτρων.

Συνοικίες – συνοικισμούς, Χωριά, Κωμοπόλεις, Πόλεις:

Νέα Σμύρνη Αθήνας,

Καταχάς Κατερίνης, Κίτρος Κατερίνης, Αλώνια Κίτρους Κατερίνης,

Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, Νεάπολη Θεσσαλονίκης, Νέα Σάντα Κιλκίς, Λαχανάς,

Τριανταφυλλιά Νιγρίτας Σερρών, Άμπελοι Νιγρίτας Σερρών, Κεφαλοχώρι Νιγρίτας Σερρών, Λευκώνας Σερρών, Σέρρραι, Αλιστράτη Σερρών,

Άγιος Αθανάσιος Δράμας, Κοκκινόχωμα Καβάλας, Διπόταμος Καβάλας, Αμυγδαλεών Καβάλας, Ποντολείβαδο Καβάλας,

Αλεξανδρούπολη, Πεύκα Αλεξανδρουπόλεως, Σάππαι Κομοτηνής, Νέα Τραπεζούς Κατερίνης

 

2.3. Ας δούμε τώρα τις περιοχές του Πόντου στις οποίες αναφέρονται οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν:

            Με τη σειρά της γεωγραφικής θέσης τους:

Ριζούντα (Ανατολικός Πόντος), Όφις, Γίγας (Όφεως), Κελώνσα Σουρμένων, Κερασούντα, Κοτύωρα, Γαλιατσούκ Φάτσας, Μπάφρα (Δυτικός Πόντος), Αμισός, Αμάσεια, Τοκάτη, Νικόπολη/Γαράσαρη, Αργυρούπολη, Απέσ’, Γαλίανα Ματσούκας, Μαζερά Ματσούκας, Σαντά (Τραπεζούντας περιοχή), Γαράκλισια Καρς, Ορτάκιοϊ Καρς.

 

2.4. Όργανα, τραγούδι  περιοχής Πόντου:

 

Σπάνιο οργανικό μουσικό υλικό και τραγούδια συμπληρώνουν και μεγαλώνουν την αξία της συλλογής. Γράφει γι’ αυτό ο Σίμος Λιανίδης «Ως προς την συλλογήν ποντιακών τραγουδιών προσεπαθήσαμεν να καταγράψωμεν όσον το δυνατόν περισσότερα, με την σκέψιν ότι μίαν των ημερών πρέπει να γίνει μία πλήρης έκδοσις των δημοτικών ασμάτων του Πόντου (corpus) με τα κείμενα και την μουσικήν των, πράγμα όπερ αποτελεί και ατομικήν μας ευγενή φιλοδοξίαν.

 

Αγγείον : Σάντα, Ματσούκα, Όφις

Λύρα: Σάντα, Ματσούκα, Ορτάκιοϊ Καρς, Νικόπολη

Ταούλ: Νικόπολη

Ζουρνάς: Νικόπολη

Τραγούδι: Σούρμενα, Σάντα, Ματσούκα, Ορτάκιοϊ Καρς, Νικόπολη

Μοιρολόι: Σάντα, Ματσούκα

Κάλαντα: Νικόπολη, Όφις

 

3. Μαγνητοφωνημένο υλικό

Ιστορικό διαφύλαξης - Ψηφιοποίησης

 

Το σπουδαιότατο μαγνητοφωνημένο υλικό έχει ένα ενδιαφέρον ιστορικό. Στον τόμο 29 του «Αρχείου Πόντου» ο ίδιος ο Σίμος Λιανίδης δημοσίευσε την έκθεση απολογισμού της αποστολής, στην οποία περιλαμβάνονται: Συνοπτικά το περιεχόμενο των ταινιών, οι φωτογραφικές και κινηματογραφικές λήψεις.

Το μαγνητοφωνημένο υλικό διαφυλάχθηκε ευλαβικά μέσα στις ταινίες και περίπου είκοσι χρόνια μετά μεταγράφηκε σε κασέτες με τη φροντίδα της κας Έλσας Γαλανίδου-Μπαλφούσια. Δέκα  χρόνια περίπου μετά ένα τμήμα του απομαγνητοφωνημένο και σχολιασμένο από την κα Έλσα Γαλανίδου-Μπλαφούσια δημοσιεύθηκε στον τόμο 47 του «Αρχείου Πόντου».

Μόλις πριν από δύο/τρία χρόνια ευτυχείς συγκυρίες βοήθησαν ώστε με ασφάλεια, υπευθυνότητα και ακρίβεια να ψηφιοποιηθεί το υλικό των ταινιών μαγνητοφώνου και να έχει το ευρύ κοινό πρόσβαση σε αυτό.

Δύο βασικοί παράγοντες έπρεπε να εξασφαλιστούν. Ο οικονομικός και ο τεχνικός-επιστημονικός. Ο πρώτος προσφέρθηκε από το «Πρόγραμμα της Κοινωνίας της Πληροφορίας» με τη φροντίδα του κου Δ. Τομπουλίδη.

Ο δεύτερος παράγοντας χρειαζόταν τη συνδρομή μερικών έμπιστων προσώπων. Ευτυχώς ο συνδυασμός σε ένα πρόσωπο γνώσεων τεχνικών, εμπειρίας και γνώσεων μουσικής και ειδικότερα ποντιακής, στο πρόσωπο του συνεργάτη και μέλους μας κο Γ. Παγκοζίδη, στην Κομοτηνή, έδωσε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Τα άλλα πρόσωπα που συντέλεσαν στο έργο, με υπευθυνότητα και μεράκι είναι:

Η ομιλούσα, που φρόντισε για την έρευνα κατάλληλου εργαστηρίου ηχογραφήσεων και τη μεταφορά των ηχητικών δίσκων με τον Ο.Σ.Ε. για να μη βλαφθούν.

Άλλος συντελεστής ο κος Διαμ. Λαζαρίδης που πήγε και έφερε από την Κομοτηνή το μαγνητόφωνο για να λυθούν ποικίλα τεχνικά προβλήματα.

Τρίτο πρόσωπο, στη γραμματειακή υποστήριξη, η κα Γ. Τσιλιγκαρίδου.

Τέταρτο πρόσωπο, ο κος Στ. Καρούμπης, ο σπουδαιότερος συντελεστής στην ταξινόμηση του υλικού στον ιστότοπο της Ε.Π.Μ., από όπου μπορείτε να το ακούσετε.

Το μαγνητοφωνημένο υλικό, λοιπόν, σε ηλεκτρονική πλέον μορφή, είναι διαθέσιμο στο κοινό. Ωστόσο, πιστεύουμε, ότι η σπουδαιότητά τους απαιτεί τη σοβαρή μελέτη από ειδικούς.

 

4. Το φωτογραφικό υλικό

 

Το μικρής έκτασης φωτογραφικό υλικό καταγράφηκε στην έκθεση του Συλλογέα και ψηφιοποιήθηκε πρόσφατα.

 

5. Δωρηθέντα αντικείμενα

 

Τα αντικείμενα που δωρήθηκαν στο Συλλογέα αποτελούν κυρίως σκεύη του αγροτικού νοικοκυριού. Τα κατέγραψε στην έκθεση απολογισμού της αποστολής και αναφέρει γι’ αυτά: «Ελάχιστα σκεύη εφωτογραφήθησαν και τινα περισυνελέγησαν ως δωρεαί ευγενείς δια το κάποτε συγκροτηθησόμενον «Μουσείον του Πόντου, του οποίου η συγκρότησις τόσον εβράδυνεν και τόσο είναι αναγκαία». Τα αντικείμενα διαφυλάχθηκαν στο κτήριο του Συλλόγου Ποντίων «Αργοναύται-Κομνηνοί» στην Καλλιθέα. Είκοσι χρόνια μετά αφού τεκμηριώθηκαν με τις σύγχρονες μουσειολογικές προδιαγραφές εκτέθηκαν για πρώτη φορά στα εγκαίνια της Στέγης Κειμηλίων, το 1989. Σε λιγότερο από δέκα χρόνια, ολοκληρώνεται η οργάνωση του Μουσείου.

 

6. Ενότητες Μουσείου βασισμένες στο υλικό της συλλογής

 

6.1. Ενότητα: Αγροτική κατοικία

 

Το υλικό που συνέλλεξε ο Σίμος Λιανίδης βοήθησε την οργανωτική ομάδα σε όλες τις φάσεις προετοιμασίας του Μουσείου Ποντιακού Ελληνισμού που εγκαινιάζεται το 1998. Το φωτογραφικό υλικό συμπλήρωσε μερικές ενότητες του Μουσείου. Τα σκεύη που δώρισαν ο Πόντιοι της Μακεδονίας και Θράκης στο Σίμο Λιανίδη στο σύνολό τους σχεδόν εξόπλισαν την ενότητα της αγροτικής κατοικίας στο Μουσείο.

Οι ομάδες των μαθητών κάθε ηλικίας που επισκέπτονται το Μουσείο, μέσα από τα εκπαιδευτικά προγράμματά μας τα συναναστρέφονται και χαίρονται τη βιωματική επαφή μαζί τους.

 

Θα κλείσω την αναφορά μου στο συλλεκτικό έργο του Σίμου Λιανίδη με μια δική του ευγενική δωρεά στο Μουσείο Ποντιακού Ελληνισμού. Ένα αντικείμενο με δυνατό συμβολισμό: Μία ζουμοξύστρα.

Ήταν της γιαγιάς του Ζωής Λιανίδου, το γένος Καγκελίδου, από το χωριό Ισχανάντων της Σαντάς, γεννημένης περίπου το 1850.

Ένα μικρό σύνεργο για το καθάρισμα της σκάφης, όπου ζύμωναν το ψωμί.

Το αποκορύφωμα της φιλοκαλίας και της λυρικότητας στην καθημερινότητα της Σαντέτσας Ζωής Λιανίδου αποτελούν οι δύο κρίκοι που ηχούν με την επαναλαμβανόμενη ρυθμική κίνηση για τη διαδικασία του ζυμώματος.

Παρακαλώ να σιγήσουμε για να αφουγκραστούμε ήχους αγαπημένους του συλλογέα Σίμου Λιανίδη.

 

Κατόπιν στο βήμα ανέβηκε ο αείμνηστος Χάρης Εφραιμίδης, ομότιμος καθηγητής Ε.Π.Μ., ο οποίος παρουσίασε το Σίμο Λιανίδη, ως έναν ασυμβίβαστο Σανταίο, με τα παρακάτω λόγια και παράλληλη προβολή εικόνων:

Πρέπει να έχει κανείς πολύ κουράγιο και πολύ θάρρος, για να μη χρησιμοποιήσω τη λέξη θράσος, για να μιλήσει για το μεγάλο Πόντιο, και όχι μόνο, για το μεγάλο Έλληνα, Σίμo Λιανίδη, το φιλόλογο, το λογοτέχνη, το συγγραφέα, τον άνθρωπο.

Είχα την ευτυχία να ζήσω κοντά του, να απολαύσω, να γαλουχηθώ στις σύγχρονες και ωραίες ιδέες του για την Παιδεία, τον Πολιτισμό, την Κοινωνία. την Πατρίδα, θέματα επικεντρωμένα στο μεγάλο έρωτά του στην καταπατημένη Πατρίδα μας τον Πόντο με επίκεντρο την γενέτειρά του, την ηρωική Σάντα, που ποτέ δεν επάτησε τούρκικο πόδι, μέχρι τον τελικό ξεριζωμό από τις βάρβαρες ορδές των Τούρκων ατάκτων του Τοπάλ Οσμάν και του Μουσταφά Κεμάλ.

Ο Σίμoς Λιανίδης ήταν ένας πραγματικός αετός που σκέπασε με τα μεγάλα φτερά του ολόκληρη την Ποντιακή Γη. Μας άφησε όμως μεγάλη κληρονομιά, δύο εκλεκτά αετόπουλα, διαμάντια της νέας ποντιακής γενιάς, τις κόρες του Ευρύκλεια και Ελένη. Του είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων για δύο πράγματα: Πρώτον, γιατί με έμαθε να αγαπήσω τον Πόντο και τους Ποντίους, σε μια εποχή κατά την οποία οι γονείς μας δεν μας επέτρεπαν να μιλήσουμε ποντιακά, για να μη μας φωνάζουν στο σχολείο «τουρκόσπορους». Και δεύτερον, γιατί μας εμπιστεύθηκε, σε μένα κα τη σύζυγό μου, να βαφτίσουμε την κόρη του Ελενίτσα, που αξιωθήκαμε να τη δούμε στις ανώτατες βαθμίδες του Διπλωματικού Σώματος, σήμερα ως Γενικό Πρόξενο της Ελλάδος στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Με σεβασμό όμως και περισσή ελληνική περηφάνια αναφέρομαι και στο επιστημονικό φαινόμενο της πρώτης κόρης του στην Ευρύκλεια, η οποία ταχύτατα και αξιοκρατικά κατέκτησε την πρώτη Καθηγητική βαθμίδα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το πρωτότυπο επιστημονικό έργο της στην περιοχή της Αναλυτικής Κλινικής Χημείας έχει αναγνωριστεί πλέον διεθνώς, όπως διαπιστώνεται από το πλήθος των τιμητικών προσκλήσεων να παρουσιάσει τα αποτελέσματα των ερευνητικών της εργασιών στα μεγαλύτερα επιστημονικά κέντρα του εξωτερικού. Έχω καθήκον και από τη θέση αυτή να συγχαρώ και την άξια σύζυγό του Αυγή, γι’ αυτά τα επιτεύγματα.

Αξέχαστε Σίμο, μια φωτογραφία σου στα ερείπια του πατρικού σου σπιτιού στην Ενορία Ισχανάντων της Σάντας, πίσω από την τρίκλητη εκκλησία της Αγίας Κυριακής, δείχνει όλο τον καημό σου για την αιματοβαμμένη και καταπατημένη μας πατρίδα τον Πόντο, και γεμάτος παράπονο και πατριωτική έξαρση βροντοφωνάς στο υπέροχο επικό θεατρικό σου έργο από το στόμα του ήρωα Ευκλείδη «Στις Φλόγες της Λευτεριάς»:

«Ο αγώνας που μας περιμένει είναι σκληρός. Θα αγωνιστούμε μέσα σ’ ένα χώρο; από παντού εχθρικό. Θα κρατήσουμε όμως τα όπλα μας μέχρι το τελευταίο βόλι. Μη φοβάστε γιατί μας φοβούνται, μην αμφιβάλλετε, γιατί μας τρέμουν. Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά».

Εφτά χρόνια σ’ αντάρτικα ‘σ ση Σαντάς τα ραχία

Ατοίν εκατατρόμαξαν τα τούρκικα τα ψύα

Το έργο αυτό δείχνει όλο τον καημό του Σίμου για την καταπατημένη μας πατρίδα, και σε μια πατριωτική έξαρση οι φωνές του έρχονται στ’ αυτιά σαν ηχώ, σαν σύνθημα λευτεριάς, όταν τα «παλικάρια» του αιμοβόρου δήμιου Τοπάλ Οσμάν έσφαζαν αδιάκριτα αλλά συστηματικά τον ανδρικό πληθυσμό της Σάντας, ενώ τα γυναικόπαιδα και τους ηλικιωμένους τους εξόριζαν ξυπόλυτους μέσα από τις παγωμένες οροσειρές της Ζιγκάνα, κάτω από θερμοκρασίες -15 σε υψόμετρο 3000 μέτρων στο οροπέδιο της Χούνους, όπως πρόφεραν τότε την πόλη Κιουμουσχανέ την ελληνική Αργυρούπολη, όπου εκεί κάτω από φρικτές συνθήκες πέθαναν τα 80% των εκτοπισμένων της Σάντας, μεταξύ των οποίων και η γιαγιά μου, η ιστορική Σονάρα.

Ήταν τέτοια τα φρικιαστικά εγκλήματα του αιμοδιψούς Τοπάλ Οσμάν, ώστε μετά την ανεπανάληπτη αυτή γενοκτονία, όταν ο δήμιος του Κεμάλ επήγε μετά την καταστροφή στην Άγκυρα για να πάρει τα εύσημά του, ο Κεμάλ, ο εμπνευστής της γενοκτονίας των Ποντίων, τον εξετέλεσε, πιθανόν για να μη μπορέσει μελλοντικώς να μαρτυρήσει γι΄ αυτά τα εγκλήματα. Και έγραψε ο Μουσταφά Κεμάλ με τη σχετική διαταγή του της 1η Νοεμβρίου του 1922 το επίγραμμα της γενοκτονίας:

...όλοι οι πρόσφυγες (εδώ ονομάζει του εξόριστους Έλληνες, που έμειναν ζωντανοί με την επέμβαση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού) είναι ελεύθεροι (!!!) υπό τον όρο να βγουν έξω από τα εθνικά σύνορα».

Αυτός ήταν ο επίλογος μιας ιστορίας 3000 και πλέον ετών της αξέχαστης πατρίδας.

Και τι κάνει η δική μας πλευρά; Τα αγνοεί ή τα διαστρεβλώνει όλα αυτά. Υπάρχουν δυστυχώς επώνυμοι Έλληνες συγγραφείς ιστορικών συγγραμμάτων, οι οποίοι αλλοιώνουν τα γεγονότα και χαρακτηρίζουν ακόμα και το ολοκαύτωμα της Σμύρνης ως «συνωστισμό στην προκυμαία του λιμανιού» άκουσον – άκουσον, ή να γράψουν για τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, ο οποίος εκλιπαρούσε τους εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων να πάνε τα μεσάνυκτα μέχρι τον ποταμό Ντεγερμέντερε, που περνά από τις χαράδρες των βουνών της Σάντας, και να δουν τα νερά του είχαν κοκκινίσει από το αίμα. Ο Γερμανός Πρόξενος αρνήθηκε απόλυτα την επιτόπου μαρτυρία «Απόδειξις, λέγει (ο Γερμανός Πρόξενος), ότι λαβόντες την άδειαν του Βαλή κατήλθομεν μετά του Αμερικανού Προξένου Ηeizer εις Ντεγερμέντερε και δεν εύρομεν τίποτε». Τω απήντησα: Ενθυμούμαι ότι μίαν εσπέραν καθ΄ήν ευρισκόμην και εγώ εις την οικίαν του Βαλή ήλθετε και αντηλλάξατε μερικά ιδιαιτέρως. Αλλ΄ επίσης ενθυμούμαι ότι μόλις εφύγατε, ο βαλής έλαβε τηλέφωνον και διέταξε καθ΄όλην την νύκτα να εργασθούν και να αποσύρουν τα επιπλέοντα πτώματα από τον ποταμόν. Και ήτο επόμενον την επομένην ημέραν να μη ίδητε τίποτε».

Προ του κινδύνου του εκτοπισμού, το ξυπόλυτο παιδάκι της Σάντας, τότε μόλις 7 ετών, με πρωτοβουλία της γιαγιάς μου Σονάρας, η οποία δεν δέχτηκε να εγκαταλείψει τους συγχωριανούς της, φυγαδεύτηκε στην Τραπεζούντα, και από εκεί στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, όπου τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς ήταν εξ ίσου τραγικά, όπως στην αιματοβαμμένη Σάντα. Εσπούδασε κάτω από δραματικές συνθήκες φτώχειας και στερήσεων, και πήρε το πτυχίο της Φιλολογίας από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Δεν θα αναφερθώ στο συγγραφικό έργο του Σίμου Λιανίδη, αφού αυτό αναλύεται από του άλλους έγκριτους ομιλητές. Θα παραθέσω μερικές χαρακτηριστικές φωτογραφίες από τη ζωή του Σίμου Λιανίδη και της γενέτειράς του Σάντας.

Το λόγο πήρε στη συνέχεια ο κος Χρήστος Ανδρεάδης, φιλόλογος-ιστορικός, μέλος του Δ.Σ. και της συντακτικής επιτροπής του ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΝΤΟΥ της Ε.Π.Μ., ο οποίος μίλησε για τον λογοτέχνη Σίμο Λιανίδη:

1. Εισαγωγή

 

Ανάμεσα στους Νεοέλληνες λογοτέχνες, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ξεχωριστή είναι η θέση που κατέχει ο Σίμος Λιανίδης, η πολυμερής και πολύτροπη αυτή διάνοια του ελληνισμού του Πόντου που καλλιέργησε όλα τα είδη του γραπτού νεοελληνικού λόγου. Αντικείμενο της μελέτης μας αυτής θα είναι το πεζογραφικό και ποιητικό του έργο, όπως αυτό αποτυπώνεται στα δημοσιευμένα ως τώρα κείμενά του, διότι υπάρχει και πλήθος ανεκδότων σελίδων του που δεν έχουν δει το φως, στις οποίες και δεν μπορούμε ν’ αναφερθούμε.

Λέγοντας πεζογραφικό έργο εννούμε καθετί πεζό του δημοσίευμα, το οποίο θα μπορούσε να καταταχθεί στους εξής τομείς:

α) στο λαογραφικό τομέα με τα παραμύθια και τις παραδόσεις του ποντιακού λαού,

β) στο θεατρικό τομέα με τα διάφορα θεατρικά του κείμενα,

γ) στον αφηγηματικό τομέα με τα διηγήματά του και

δ) σε διάφορα άρθρα και μελέτες ποικίλου περιεχομένου.

Το ποιητικό του έργο πάλι θα μπορούσε να καταταχθεί στους εξής τομείς:

α) στα ποιήματα που έγραψε στη νεοελληνική γλώσσα (δημοτική),

β) στα ποιήματα που είναι γραμμένα στην ποντιακή (ελάχιστα) και

γ) στις ποιητικές μεταφράσεις κειμένων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Επειδή ο λαογραφικός και θεατρικός τομέας αποτελούν αντικείμενο άλλων μελετών, στην προσπάθεια προσπελάσεως και εξαντλήσεως του όλου έργου του ειδικότερα θ’ αναφερθούμε:

α) στα διηγήματά του και ιδιαίτερα στις συλλογές «Ματωμένα χιόνια» και «Μνήμες και καημοί» (με έπαινο Ακαδημίας Αθηνών) και

β) στα ποιήματά του και ιδιαίτερα στις συλλογές του 1) «Ξομολογήματα» (με έπαινο της Εστίας Νέας Σμύρνης), 2) «Τα νεανικά» και 3) «Κεντίδια».

Οφείλουμε όμως να σημειώσουμε ότι, για να σχηματίσει κανείς πλήρη την εικόνα της προσωπογραφίας του Σίμου Λιανίδη ως λογοτέχνη, πρέπει να έχει υπόψη του και τα εξής κείμενα, στα οποία και δε θ’ αναφερθούμε παρά μόνο συμπτωματικά. Κι αυτά είναι:

α) Τα κείμενα του Λευκώματος «Μνήμη αυτοκρατορίας Μεγάλων Κομνηνών 1461-1961»,

β) «Επείγοντα ποντιακά θέματα»,

γ) το μακροσκελές αφήγημα ως είδος χρονικού με τίτλο «Η επιστροφή των Αργοναυτών», το οποίο εξακολουθεί να δημοσιεύεται σε συνέχειες, χωρίς να έχει ακόμη ολοκληρωθεί,

δ) «Οι τρεις μεγάλοι τραγικοί Αισχύλος,  Σοφοκλής, Ευριπίδης για τις γυναίκες» και

ε) διάφορα δημοσιεύματα σε ποντιακά περιοδικά κι εφημερίδες.

 

2. Ο Διηγηματογράφος Σ. Λιανίδης

 

Α. Η συλλογή «Ματωμένα χιόνια»

 

Γενικά. Η κατάρα του πολέμου με όλα της τα δεινά είναι το κύριο χαρακτηριστικό της συλλογής «Ματωμένα χιόνια», ένα κήρυγμα αντιπολεμικό, βαθύτατα ανθρωπιστικό και προπάντων φιλειρηνικό με μόνο στόχο την επιδίωξη της ειρήνης ως του μόνου και υπέρτατου αγαθού της ανθρωπότητας όλης. Αυτός ακριβώς είναι και ο αντικειμενικός στόχος του συγγραφέα σε κάθε του διήγημα: να προβληματίσει τον αναγνώστη, καθώς θα διαβάζει ένα-ένα όλα τα διηγήματα, ώστε να μελαγχολήσει για τα δικά του καμώματα και αν πεισθεί να πρέπει και αν είναι σωστό να γίνεται πόλεμος, ο πόλεμος που οδηγεί στην καταστροφή του. Κι αυτό το πετυχαίνει με τα διάφορα στιγμιότυπα που παρουσιάζει τόσο ζωντανά, αφού τα έχει ζήσει ως «αυτόπτης μάρτυς» των γεγονότων που παρουσιάζει.

1. – Την πείνα ως στοιχείο βασανιστικό σε στιγμές πολεμικές θα παρουσιάσει σ’ ένα του διήγημα με τη γαλέτα που μοίρασε ο Έλληνας στρατιώτης με τον Ιταλό αιχμάλωτό του, που τον παρακαλούσε λέγοντας:

“Un pono di pane. Ho molto fame, signore, preco”

«Λίγο ψωμί, παρακαλώ. Πεινάω πολύ, κύριε».

Δηκτικός ο συγγραφέας στην κριτική που κάνει για τη μοιρασιά αυτή θα τονίσει την αθλιότητα του πολέμου με επακόλουθο το φόβο, ο οποίος «μέσα στην παράγκα κρατούσε άγρυπνους νικητές και νικημένους, ανθρώπους που χωρίς κανένα λόγο γίνανε εχθροί κι ήταν έτοιμοι να φάνε ο ένας τον άλλο»

Κι αναρωτιέται: «Άραγε, είχαν να μοιράσουν τίποτε μεταξύ τους; Μάλλον όχι. Ένα κομμάτι γαλέτας βρήκαν κι εκείνο το μοιράστηκαν ειρηνικά».

Το επεισόδιο, όσο μικρό κι ασήμαντο, μέσα στην τραγικότητα του πολέμου γίνεται ύμνος προς την ειρήνη, που τόσο απλά την παρασταίνει με τα λόγια αυτά ο συγγραφέας.

Την επίδραση της πείνας στον ψυχικό τομέα των πολεμιστών θα τονίσει και σ’ άλλο του διήγημα, καθώς η εξασφάλιση μιας μερίδας φασουλάδας καταντούσε σχεδόν πολεμική επιχείρηση μεταξύ τους. Πόσο παραστατικά απεικονίζει τον αγώνα αυτό γράφοντας:

«Μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο, που καραβάνες συγκρούονταν, κουτάλια κροτούσαν, χέρια έσπρωχναν, στόματα φώναζαν, πόδια βάζανε τρικλοποδιές, και κλοτσιές υποβρυχίως και αθορύβως επιδαψιλεύονταν μεταξύ αλλήλων, ένας πόθος κυριαρχούσε. Ο πόθος της αχνιστής φασουλάδας».

Τα ίδια θα μας πει περιγράφοντας και τη σκηνή ενός συσσιτίου, το οποίο κατ’ ευφημισμό θα μπορούσε να θεωρηθεί συσσίτιο, αφού δεν είχε τίποτε άλλο ως συστατικό του παρά μονάχα καλαμπόκι. Γι’ αυτό και η εξιστόρησή του είναι δηκτική και καυστική, καθώς αναφέρεται στις ελλείψεις του ανεφοδιασμού με τρόφιμα, για να υμνήσει και εκθειάσει το απλό καλαμπόκι ως σπουδαιότατη μορφή τροφής τις δύσκολες εκείνες μέρες του πολέμου, ως σπάνιο αγαθό και θησαυρόν ανεκτίμητο γράφοντας:

«Δείπνο καλαμπόκι. Καλαμπόκι χωρισμένο και παρμένο μέσα απ’ τη βρώμη, που φέρανε οι ημιονηγοί για τ’ άλογα…Καλαμπόκι…κατ’ αρέσκειαν. Καλαμπόκι καβουρντιστό στην καραβάνα ή στο κάλυμμά της, καλαμπόκι βρασμένο και για τους πιο εύπορους…καλαμπόκι βρασμένο, με ζάχαρη».

………..

Σε άλλο πάλι σημείο, αναφερόμενος στο έσχατο σημείο της απόγνωσης που είχε προκαλέσει στους άντρες η πείνα, θα περιγράψει παραστατικά την εξαθλίωση και το κατάντημά τους με τούτα τα λόγια τα φρικτά:

«Οι άντρες μας αξύριστοι, καχεκτικοί, αδύνατοι, με τρυπημένα άρβυλα και πολλοί με σκισμένες χλαίνες…αφού έφαγαν μέχρι φύλλα και χόρτα, έφτασαν στους καρπούς της αγριοτριανταφυλλιάς και στα βελανίδια, όπου τα βρήκαν».

Και άθελά σου ο νους τριγυρίζει στα μαύρα εκείνα μα ηρωικά χρόνια του Μεγάλου Ξεσηκωμού και άθελά σου θυμάσαι τους «ελεύθερους πολιορκημένους» του Σολωμού εκεί στο Μεσολόγγι, όπου τόση ήταν η πείνα, ώστε κι αυτή ακόμα η μάνα του παιδιού ζήλευε το πουλάκι που έβρισκε ένα σπόρο να φάει, ενώ αυτή δεν είχε να ταΐσει το παιδάκι της,…….

Ο συγγραφέας, έχοντας την τύχη (ή ατυχία) από τις πρώτες στιγμές του πολέμου θα βρεθεί στην πρώτη γραμμή του μετώπου ως έφεδρος ανθυπίλαρχος, θα απεικονίσει την τραγικότητα του σκληρού και αδυσώπητου εκείνου πολέμου του ’40 με το πραγματικό του πρόσωπο, χωρίς καμιά προσπάθεια εξωραϊσμού ή εξιδανικεύσεως, τον αγώνα που γινόταν «υπέρ βωμών και εστιών» για την ελευθερία της πατρίδας και τη συντριβή του φασιστικού τέρατος.

«Το σύνταγμά μας», γράφει, «από τις πρώτες μέρες του πολέμου έφτασε εσπευσμένα στο μέτωπο και μάχονταν ακατάπαυστα, όχι σαν ιππικό, μα σαν έφιππο πεζικό, μέσα σε απερίγραπτες πείνες, δίψες, βροχές, χιόνια, παγωνιές, κρύο, πορείες, ψείρες, αγρυπνίες, αίματα, νεκρούς, τραυματισμούς και αποδεκατίστηκε».

Η φρίκη του πολέμου με εικόνες και φράσεις αποκαλυπτικές περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια και μάλιστα κλιμακωτά από την πρώτη στιγμή που έρχεται ο άνθρωπος σ’ επαφή κατάματα μ’ αυτόν σαν το μικρό εκείνο παιδάκι που έρχεται ξαφνικά αντιμέτωπο μ’ ένα θηρίο ως τις υπέρτατες οδυνηρές μορφές του. Γι’ αυτό κι ο συγγραφέας φιλοσοφώντας για το πρώτο βάπτισμα του πυρός και τους κινδύνους που επακολουθούν θα γράψει:

«Είναι δύσκολο το πρώτο αντίκρισμα του κινδύνου στον πόλεμο. Είναι η πρώτη επαφή με το θάνατο κι όποιος και να ’ναι χάνει μέχρις ένα βαθμό την αυτοκυριαρχία του. Ύστερα μπαίνει η ψυχολογία της ομάδας και η μίμηση γίνεται κάτι φυσιολογικό και η ταύτιση με την ενέργεια της ομάδας κάτι αναπόφευκτο και δυνατό».

………

Σκηνές ανθρωπιάς απέραντης περιέχονται και στο διήγημα «Η θέμις ανάρβυλος», όταν με μεγάλη συγκίνηση μας αναφέρει το δικηγόρο στρατιώτη που βάδιζε ο δύστυχος ξυπόλητος με μία μόνο αρβύλα στο πόδι, αξύριστος και πεινασμένος, γεμάτος πόνο μέσα σ’ εκείνη την κουρασμένη φάλαγγα, ωσότου έσκυψε δίπλα του γεμάτος αγάπη και συμπόνια και του πρόσφερε ένα ζευγάρι άρβυλα με κάλτσες. Πρόκειται για ένα διήγημα γεμάτο καλοσύνη και συμπάθεια, τα δύο κύρια συστατικά της αγάπης και ανθρωπιάς, της ανθρωπιάς που είναι το μόνο αντίβαρο στην κατάρα του πολέμου και το μόνο ελπιδοφόρο μήνυμα ζωής για όλη την ανθρωπότητα.

………..

Δεν είναι καθόλου άστοχο το τελευταίο διήγημα της συλλογής αυτής με τον τίτλο «Ένας κόσμος νέος», όταν αναλογισθούμε ότι τελικό συμπέρασμα και στόχος του συγγραφέα είναι η προσδοκία και το όραμα όλων των ανθρώπων για την ανατολή ενός κόσμου χωρίς πολέμους, του κόσμου της αγάπης και της ειρήνης. Γι’ αυτό και περιγράφοντας τον ενταφιασμό ενός στρατιώτη, μοναχογιού μάλιστα, που χάθηκε εκεί στο ανελέητο πεδίο της μάχης και θρηνολογώντας τη σκληρή και αδυσώπητη μοίρα του, του απευθύνει το ύστατο «χαίρε» μ’ ένα νανούρισμα θρηνητικό, σαν ελεγείο αλλά και μ’ ένα ερωτηματικό για τον ερχομό του νέου κόσμου, λέγοντας»

«Χρόνια και χρόνια θα σε νανουρίζει τ’ αγεράκι της Άνοιξης και θα σε κλαίνε οι μπόρες του Χειμώνα, εδώ στην παραδείσια σου ερημιά, μικρό μου παλικάρι. Μα θα μπορέσει άραγε απ’ τον τάφο σου κι απ’ τους τάφους τόσων άλλων ανθρώπων, να ξεπεταχτεί ένας κόσμος νέος, φωτεινός, χωρίς πολέμους και κακό;»

Και το ερωτηματικό αυτό, το τόσο καυτό, σκληρό και διαπεραστικό σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, εξακολουθεί δυστυχώς ακόμη και σήμερα να είναι πάντα φλέγον, επίκαιρο και ανησυχητικό…

 

Β. Η συλλογή «Μνήμες και καημοί»

 

Γενικά. Κι ενώ η κατάρα του πολέμου είναι το κύριο στοιχείο και η αφορμή που στάθηκαν ως κινητήριες δυνάμεις της συγγραφής των διηγημάτων «Ματωμένα χιόνια», τα επακόλουθα του πολέμου με τα δυσάρεστα αποτελέσματά του και ιδιαίτερα την προσφυγιά με τα τόσα και τόσα προβλήματά της θα είναι το στοιχείο της άλλης συλλογής του συγγραφέα με τίτλο «Μνήμες και καημοί». Εύστοχος ο τίτλος, γιατί για μνήμες πρόκειται, μνήμες και καημούς της ζωής των προσφύγων, που με την ψυχή στα δόντια τους κατέφυγαν, όσοι γλίτωσαν από το τούρκικο μαχαίρι, στη μητέρα πατρίδα μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922 και τον ξεριζωμό των πατέρων μας από τα άγια χώματα του Πόντου. Εννιά είναι όλα κι όλα τα διηγήματα της συλλογής αυτής: τόσο λίγα. Όσο λίγα όμως κι αν είναι, τόσο απέραντα σε βάθος είναι τα νοήματα που περικλείουν, νοήματα που κι αυτά στοχεύουν στον ευγενικότερο από τους πόθους του συγγραφέα, στον ανθρωπισμό μ’ όλες του τις προεκτάσεις.

……….

Μέσα στις μνήμες της προσφυγικής ζωής, τις τόσο φορτικές και επαχθείς, ο συγγραφέας δε θα παραλείψει να αναφερθεί και στους ποντιακούς θρύλους και τις παραδόσεις, καθώς επίσης και στις λαϊκές διηγήσεις που μεταφέρθηκαν από τον Πόντο και στην επίδραση που είχαν εξασκήσει στις ψυχές των παιδιών, πιστοποιώντας έτσι τη συνέχεια της εθνικής μας ζωής που δεν παύει να υπάρχει πάντα ζωντανή μέσα στο πέρασμα του χρόνου.

Εξιστορώντας ένα επεισόδιο της παιδικής του ηλικίας, προσωπικό βίωμα μιας τρυφερής κι ευαίσθητης ψυχής, σ’ ένα του διήγημα θ’ αναφερθεί σε μια παράδοση που άκουσε από τη μητέρα του, σύμφωνα με την οποία, όποιος περνούσε κάτω απ’ το ουράνιο τόξο, σίγουρο ήταν ότι θα βρει την ευτυχία. Με πόση ζωηρότητα περιγράφεται η περιπλάνηση του μικρού αθώου παιδιού μέσα στα χωράφια μετά τη βροχή, προσπαθώντας να βρει το ουράνιο τόξο, να το φτάσει και να το περάσει, ακριβώς επειδή με την άδολη καρδούλα του είχε πιστέψει πως:

«το ουράνιο τόξο…είναι σημάδι θετικό. Το στέλνει ο ουρανός, ύστερα από τη βροχή, μήνυμα χαράς και ομορφιάς στους ανθρώπους. Τα όμορφα χρώματα, που το ένα δίπλα στο άλλο, σαν όμορφες κορδέλες, ζωγραφίζουν το θολωτό ζωνάρι, είναι γιορτή ομορφιάς και μήνυμα ευτυχίας».

Αλλά και με πόσην ενάργεια περιγράφεται και η αγωνία της ταραγμένης μάνας που έψαχνε έξαλλη να βρει το παιδάκι της, τρέχοντας στους λασπωμένους δρόμους των χωραφιών και η χαρά που ένιωσε, μόλις το βρήκε, για να επακολουθήσει ο διάλογος αυτός:

«- Πού πήγαινες, μωρό μου;

- Για να περάσω αντίπερα απ’ το ουράνιο τόξο, να βρω την Ευτυχία.

Έτσι δεν τό ‘λεγες, μητέρα;…»

Πόσο διαψεύσθηκες μικρέ μου οραματιστή. Η ευτυχία που κρυβόταν κάτω από το θόλο του ουράνιου τόξου ήταν όνειρο άπιαστο…Αλλά συ με την ευαίσθητη, αθώα παιδική σου ψυχή πίστεψες στο όνειρο, που σπάνια γίνεται πραγματικότητα. Κι αυτή σου η πίστη λίγο έλειψε να σου στοιχίσει ακριβά, αν χανόσουν κυνηγώντας το όνειρο.

Γι’ αυτό κι εσύ ο ίδιος συγγραφέας φιλοσοφώντας θα μας πεις:

«Η Ευτυχία δε φτάνεται ποτέ, μικρούλη. Είναι μια χίμαιρα, που μάταια προσπάθησαν και προσπαθούν να φτάσουν οι άνθρωποι, τα πονεμένα πλάσματα τούτης της γης. Κάτι ξέρει ο σοφός λαός, που την έβαλε πέρα απ’ το απέραντο ουράνιο τόξο…»

Και θα καταλήξεις στοχαστικά με τούτο το συμπέρασμα:

«Θα ζήσεις, θα γεράσεις και θα μάθεις»,

Όπως ακριβώς θα έλεγε και ο Καβάφης, όταν τονίζει ότι

«Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα

Ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν».

…………

Το διήγημά του «Η ραπτομηχανή» δεν είναι τίποτε άλλο παρά το «άκρων άωτο» της μητρικής αγάπης. Το πούλημα μιας ραπτομηχανής χειρός από τη μητέρα για το ντύσιμο του παιδιού της με την αγορά ενός συνηθισμένου κοστουμιού παρουσιάζεται από το συγγραφέα ως υπέρτατη μορφή εκδηλώσεως της μητρικής αγάπης, αφού περιφρόνησε την αξία της ως προγονικού κειμηλίου – δώρου του πατέρα της στο γάμο της -, απλώς και μόνο, γιατί τις κρίσιμες εκείνες στιγμές που περνούσαν προείχε η διατήρηση στη ζωή του παιδιού της, για το οποίο και άξιζε οποιασδήποτε θυσία περισσότερο απ’ ό,τι αξίζει το σύμπαν όλο. Και τούτο, διότι ακράδαντα πίστευε ότι κάθε θυσία για την προκοπή του παιδιού της, που φοιτούσε γυμνό και ρακένδυτο στο γυμνάσιο, θα είχε και το αναμενόμενο αντιστάθμισμα με την πάροδο του χρόνου αφού αυτό έγινε αργότερα ένα λαμπρός επιστήμονας. Στο διήγημα αυτό θα λέγαμε πως αντανακλάται και όλη η προσπάθεια των ανώνυμων εκείνων προσφύγων, που, με χίλια τόσα βάσανα και στερήσεις πουλώντας και ξεπουλώντας ό,τι πολύτιμο είχαν, κατόρθωσαν όχι μόνο ν’ αναστήσουν τα παιδιά τους, αλλά και να τα καταξιώσουν μέσα στην κοινωνία, αφού αφειδώλευτα φρόντισαν να τους δώσουν όλα εκείνα τ’ αγαθά που παρέχει η παιδεία. Με άλλα λόγια δηλαδή θα λέγαμε ότι όλος ο αγώνας τους ήταν αγώνας για την παιδεία.

…………

Δονεί σύγκορμα την ψυχή μας το μοιρολόγι της μάνας, που κλαίει γοερά μπροστά στο θέαμα δυο πουλιών σκοτωμένων που της έφεραν από κυνήγι για μαγείρεμα, ακριβώς επειδή στο αίμα των πουλιών εκείνων έβλεπε το αίμα του παιδιού της, του ξακουστού λυράρη της Σάντας, που τον σκότωσαν οι Αγαρηνοί εκεί στον Πόντο τότε με τους διωγμούς που είχαν εξαπολύσει. Και σπαράζει ακόμη περισσότερο η καρδιά μας, καθώς τη βλέπουμε να χαϊδεύει τα σκοτωμένα πουλιά και να μοιρολογεί μ’ένα «συγκλονιστικό, μακρόσυρτο, μονότονο στον ήχο και δραματικό στο λόγο μοιρολόγι», ένα μοιρολόγι, που δεν παύει να είναι το μοιρολόγι όλων των μανάδων του κόσμου για τους αδικοσκοτωμένους, όπου γης, με τούτο το θρήνο:

«Πουλάκια μου! Το αίμα σας, σαν το αίμα του σκοτωμένου παιδιού μου, τρέχει κόκκινο απ’ τις πληγές σας. Αλλί μου, αλλί στην άχαρη».

Συγκλονισμένος από το απροσδόκητο αυτό θέαμα ο συγγραφέας θα γράψει:

«Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Η μάνα μου δε ζει πια. Κι όμως δεν  μπορώ να μην αισθανθώ σαν ένοχος, όσες φορές έρθει η άνοιξη και βλέπω λουλουδισμένη τη φύση και τα πουλιά να πετούν… Δεν ξέχασα κι ούτε θα ξεχάσω το πικρό εκείνο μοιρολόγι της μάνας μου, το μοιρολόγι των πουλιών».

……..

Νοσταλγική ανάμνηση του πατρογονικού του χωριού, της ηρωικής και αξέχαστης Σάντας, είναι το διήγημά του «Νοσταλγών θρήνος», ένα διήγημα στο οποίο ο λογοτέχνης Λιανίδης δεν ξεχνά και τη λαογραφική του ιδιότητα. Συγγραφέας κι αυτός νοσταλγικός της πατρίδος του, με αφορμή την επιστροφή δυο συμπατριωτών του από ένα ταξίδι στη Σάντα, βρίσκει την ευκαιρία ν’ αναπολήσει την αλησμόνητη πατρίδα με τους εφτά συνοικισμούς της και να περιγράψει ήθη και έθιμα, γιορτές και πανηγύρια, χορούς και διασκεδάσεις, γλέντια αξέχαστα, κι ακόμα με κάθε λεπτομέρεια στιγμές ειδυλλιακές της βουκολικής ζωής του χωριού του με τις «παρχαρομάνες» και τις «ρωμάνες» και τα χιλιοτραγουδισμένα «παρχάρια», να μας θυμίσει το «ξύγαλαν» και «φυτιλιάρ’ μιντζίν» και τα «κοβλάκια» με το βούτυρο και να μας μεταφέρει σ’ έναν «σαντέτκον οσπίτ» μια χειμωνιάτικη νύχτα κοντά στο τζάκι με το «μεσέλ» της «καλομάνας» και με το άλεσμα του «φούρνικου» στα «χερομύλια». Αξέχαστε στιγμές ψυχικής αγαλλιάσεως, πνευματικής ευφροσύνης και ηθικής ανατάσεως.

……..

 

3. Ο ποιητής Σ. Λιανίδης

 

Ενώ με το διήγημα ο Σ. Λιανίδης ζωντανεύει γεγονότα και καταστάσεις που έζησαν οι πατέρες μας τόσο στα πρώτα τους βήματα ως πρόσφυγες του ελλαδικού χώρου όσο και στις μετέπειτα ταλαιπωρίες του πολέμου του ’40, που τον ζήσαμε κι εμείς, με την ποίησή του, που αποπνέει ένα άρωμα λεπτότητας και ψυχικής ευγένειας, έρχεται να θίξει τα ίδια προβλήματα αλλά μ’ έναν άλλο τρόπο, πιο υποβλητικό, ώστε και πάλι να μας προβληματίσει και να μας ευαισθητοποιήσει, ξεκινώντας πάντα από τα θέματα εκείνα που συνδέονται με το δράμα της προσφυγιάς και το γενικότερο πόνο του ανθρώπου.

…………

τις σχέσεις της ζωής και του θανάτου. Κι αυτό το βλέπουμε στο επικολυρικό του ποίημα «Ο Στάθιον’ κ επέθανεν», ένα ποίημα που κινείται μεταξύ ζωής και θανάτου, με το οποίο καταργεί το θάνατο και εξυμνεί την αιωνιότητα, αφού και το έργο του υμνούμενου προσώπου δεν ήταν κάτι το εφήμερο και παροδικό αλλά κάτι το σταθερό και διαρκές, κάτι που σε σχέση με το χώρο του Πόντου μόνο στα έργα της «θείας πνοής» θα μπορούσε να καταταχθεί.

………

Όσο όμως κι αν με τον αξέχαστο Στάθιο δεν παύει να τραγουδεί την αθανασία των προγόνων, περισσότερο από κάθε άλλη φορά και εντονότερα θα ανυμνήσει την αξέχαστη προγονική κοιτίδα των πατέρων μας με το ποίημά του «Πατρίδας νοσταλγία». Πρόκειται για τον αλησμόνητο Πόντο, τον Πόντο που η ιστορία του χάνεται στα βάθη των αιώνων από την αργοναυτική ακόμη εκστρατεία ως τις μέρες μας, τον Πόντο

«που του Ευξείνου γλαυκό γλυκά φιλεί το κύμα»,

τον Πόντο που πάντα τριγυρίζει στη σκέψη του και στην καρδιά μας, τον Πόντο που στο άκουσμά του αναρριγούμε, εκεί όπου, όπως λέει:

        «αφήσαμε τα σπίτια μας,

        την προκοπή μας,

        την καρδιά μας,

        το μόχτο μας και τη χαρά μας».

……….

Αναφερόμενος στην παλιννόστηση των προσφύγων από τα ιερά χώματα του Πόντου στις νέες τους κατοικίες εδώ στη μητέρα πατρίδα, την Ελλάδα, μετά τη μικρασιατική καταστροφή και το ξερίζωμα του ελληνισμού από πανάρχαιες κοιτίδες, θα περιγράψει με τον πιο αδρό και παραστατικό τρόπο το δράμα της προσφυγιάς με το ποίημά του «Καλαμαριά», για να διακηρύξει με πόνο «εκ βαθέων» πως είναι

        «μαύρη κατάρα το ξερίζωμα

        απ’ της πατρίδας τις φωλιές.

        Της προσφυγιάς ο δρόμος τραγικός

        κι αβάσταγος καημός και θρήνος».

…….

Στο ποίημά του «Εκ βαθέων» έντονα θα προβάλει τις ανθρωπιστικές αρχές, ο απόηχος των οποίων είναι τόσο ζωντανός σ’ ολόκληρο το έργο του, από τις οποίες και είναι διαποτισμένο. Καταρχήν θα τονίσει την αξία του έντιμου μόχθου, με τον οποίο νίκησε τη φτώχεια, και τον αγώνα που έκανε για την αλήθεια ενάντια στη συκοφαντία. Ιδιαίτερα όμως θα υμνήσει την αγάπη και τους αγώνες του για την υπεράσπιση της δικαιοσύνης με επιστέγασμα την τρυφερότητα που έδειχνε σε κάθε του προσπάθεια, για να καταλήξει στο συμπέρασμα της ανταπόδοσης από τους άλλους, μιας ανταπόδοσης όμως γεμάτης αχαριστία.

……..

Κοντά στις υψηλές αυτές έννοιες, που τόσο ωραία τις αξιολογεί, δε θα παραλείψει να τονίσει και τη σημασία της γνώσης, για την κατάκτηση της οποίας αξίζει κάθε κόπος, αφού είναι βέβαιο ότι ο αγώνας αυτός είναι γόνιμος, καρποφόρος και αποδοτικός, καθώς μας ανεβάζει προς τα ύψη. Απευθυνόμενος λοιπόν προς κάθε νέο που μοχθεί για γνώση θα τον προτρέψει με τούτα τα λόγια τα ενθαρρυντικά:

        «Όμως προχώρα με την καρδιά ζεστή

        …………………………….

        Είναι χιλιόχρωμος, πανέμορφος ο δρόμος

        μ’ ανθούς της γνώσης

        και της ψυχής χαρές γεμάτος.

        Μην σε κουράσει ο ανήφορος.

        Οι ανηφοριές μας φέρνουν στις κορφές».

………………..

Άμποτε, Σίμο Λιανίδη, το όραμά σου –και όραμα δικό μας- πράξη να γίνει. Άμποτες οι αδικητές όλοι να χαθούν από το πρόσωπο της γης. Άμποτες η λευτεριά και η δικαιοσύνη, τα πανανθρώπινα αυτά ιδανικά, να στεριώσουν σ’ αυτή τη γη, τη ματοποτισμένη απ’ τους αγώνες και τις θυσίες εκατομμυρίων ανθρώπων. Άμποτε μαζί με το δικό σου λόγο ν’ ακουστεί ακόμα μια φορά κι ο λόγος του μεγάλου Παλαμά, ο οποίος, αντιμετωπίζοντας, όπως κι εσύ, τους ίδιους αδικητές, δεν μπόρεσε παρά να μας καλέσει σε συναγερμό λέγοντας:

«Στου κόσμου τους αδικητές το βιος σου, εργάτη, νόμοι

το τρων αδικητές, χωρίς ντροπή,

Αγκαλιαστείτε, αδέρφια, ορθοί, με μια καρδιά, μια γνώμη,

Δικαιοσύνη βρόντηξε και λάμψε προκοπή».

 

4. Γενικές κρίσεις και παρατηρήσεις

………………..

Ό,τι ακριβώς συμβαίνει στην πεζογραφία, το ίδιο παρατηρείται και στην ποίησή του. Η ποίησή του απλή με πυκνότητα και οικονομία «ηδυσμένου λόγου» δεν έχει την ερμητικότητα των ποιητικών εκείνων συνθέσεων που πάντα, μετά την ανάγνωσή τους, αφήνουν ένα κενό και κάποια ερωτηματικά αδιευκρίνιστα, αλλά την απλότητα και καθαρότητα του λόγου. Πρόκειται για τον ποιητικόν εκείνο λόγο, που μονομιάς σε μαγνητίζει και σε καθηλώνει, αναγκάζοντάς σε να στοχαστείς για γεγονότα και ιδέες που δεν παύουν να θίγουν τα τόσο καίρια και φλέγοντα προβλήματα του ανθρώπου, τη ζωή και το θάνατο, τον έρωτα και τον πόνο, τη χαρά και τη λύπη, το δίκαιο και την αδικία και γενικά τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς εκείνους που μόνο η καθαρή, ατόφια και άδολη ποίηση είναι ικανή να προσφέρει στον άνθρωπο.

Κι αυτό το πέτυχε ο ποιητής Λιανίδης, το μικρό εκείνο και φτωχό προσφυγόπουλο της Καλαμαριάς, που, κυνηγώντας κάποτε το ουράνιο τόξο και ταξιδεύοντας στον κόσμο των ονείρων, ανέβηκε τα σκαλοπάτια της ποίησης, πάτησε τις ψηλές και απρόσιτες κορφές της, αντάμωσε τις Πιερίδες Μούσες και τραγούδησε μαζί τους εκεί στα Πιέρια όρη, αφού κι εκεί κοντά στον Καταχά της Κατερίνης είχε ζήσει τα παιδικά του χρόνια. Όμως δεν έμεινε εκεί ψηλά μαγεμένος από τις Μούσες και μόνο για τις Μούσες υμνολογώντας τες, δεν απομονώθηκε, δεν αποξενώθηκε, δεν απομακρύνθηκε από τον άνθρωπο που τόσο αγάπησε, δεν έμεινε μετέωρος, δεν «αεροβάτησε», όπως θα έλεγε και ο Αριστοφάνης, κατηγορώντας το Σωκράτη…

Απεναντίας προσγειώθηκε και, αφού τα μηνύματα της ποίησης τα έκαμε βιώματα, τη συνέδεσε με τη ζωή και τη δημιουργία, μ’ ολόκληρο τον ανθρώπινο οργανισμό, απομονώνοντας την τυποποιημένη και πεπερασμένη ποίηση του λυρικού μονάχα εγώ. Έτσι κατόρθωσε να κάμει τον άνθρωπο όχι «ομφαλοσκοπικό κέντρο του εαυτού του», αλλά κέντρο του σύμπαντος, όπως ακριβώς πρέπει να γίνεται με «την καθαρή ποίηση», την ποίηση εκείνη που ο Μπρεμόν τη θεωρεί «θεία χάρη, ένα μυστηριακό υγρό, που μπορεί να διαποτίζει ακόμα και τον πιο κούφιο στίχο», μια ποίηση που αποκλειστικά υπηρετεί τον άνθρωπο, αγωνίζεται για τον άνθρωπο και, υμνολογώντας τη δόξα και το μεγαλείο του, ταυτόχρονα δεν παύει να αποκαλύπτει και την τραγικότητα του προσώπου του.

 

Τέλος, ο κος Γιώργος Δεληκάρης, μέλος της Ε.Π.Μ., διάβασε διηγήματα και ποιήματα του Σίμου Λιανίδη, ενώ ανέγνωσε και δυο ανέκδοτα που διέσωσε:

1. Να ευρήκ’ς ποίος εκούντεσέ με

 

Τα Φώτα την ημέρα έτον. Πριν κάμποσα χρόνα οι Σέσλοβαληδες εκατήβαν αφκά σο ποτάμ κ’ ενέμεναν τον ποπάν να έρται σύρ’ τον σταυρόν σο νερόν.

 

Πολλά ‘κ’ επήεν κι ο ποπάς έρθεν έψαλλεν το εν Ιορδάνη βαφτιζομένου σου Κύριε κ’ έσυρεν τον σταυρόν σο ποτάμ’, άμαν κανείς ‘κ’ ερούξεν να πιάν ατο γιατί εποίνεν τρανόν παγωνίαν.

 

Ατότε ο πάρεδρον τη χωρί’ επαρακάλεσεν και είπεν:

- ΄Ηντζαν ρούζ’ σο ποτάμ’ και φέρ’ τον σταυρόν θα δίγ’ ατον ό,τι ψαλαφά με.

 

Καλά καλά ‘κι είπεν ό,τι ψαλαφά με και ο Κοσμάς ο Παυλίδης (το προσωνύμ’ν ατ’ ψαράς) ευρέθεν με τα λώματα σο ποτάμ’. Επέρεν τον σταυρόν κ’ επήεν ίσα σον πάρεδρον. Ο πάρεδρον εγκαλάστεν κ’ εφίλεσεν ατον και είπεν ατον:

 

- Κόσμα, ντο θελτς ας εμέν’;

- Πάρεδρε, ας εσέν δεν ‘κι θέλω, μαναχόν να ευρήκ’ς ποίος εκούντεσέ με κ΄ερούξε με σο ποτάμ’.

 

2. Δέκα ποτάμα ‘κι κατενίζ’νε ‘σε

 

Η Μελπομένη τη Κούσονος επήεν να ξαγουρεύκεται σον ποπά Νικόλαν.

- Πάτερ, είπεν ατον έχω πολλά αμαρτίας.

- Ντο αμαρτίας έεις, τέκνον μου;

- Πάτερ, επήγα μετ’ τον έναν και τον άλλον.

Επήγα με τον Κάκον τη Μαραντίνας, με τον Μούχον τη Τσουφράκας, με τον Αλέξην τη Στάμπαση, με τον Νάστον τη  Ζουρνατσή…

- Άναυα ατείντς τηνάν είπες, άλλο με την κανάν επήες;

- Επήγα και με τον ποπάν ας Αφκατοχώρ’.

- Εξ’, απαδαπέσ’ αγλήγορα. Να πας ρούεις σο βαθέν το ποτάμ’ και να φουρκίεσαι. Εσέν δέκα ποτάμα ‘κι κατενίζ’νε σε.

- Γιατί, πάτερ;

- Εφέκες εμέν τον γιοσμάν τον ποπάν κ΄επήες μετ’ εκείνον τον τσαμουρόχτιστο. Και ‘κ’ εντρέπεσαι και, λες ατο.

 

 

Τέλος, ο Πρόεδρος της Ε.Π.Μ. κάλεσε στο βήμα τη σύζυγο του αείμνηστου Σίμου Λιανίδη, όπως και την κόρη του Ευρύκλεια Λιανίδη και σε ατμόσφαιρα συγκίνησης τους απένειμε αναμνηστικές περγαμηνές και από ένα συλλεκτικό τεύχος της επετειακής έκδοσης της Ε.Π.Μ. «Μνήμη Αυτοκρατορίας Μεγάλων Κομνηνών» του έτους 1961 που επιμελήθηκε ο Σίμος Λιανίδης. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην εκδήλωση παραβρέθηκαν τα εγγόνια του τιμώμενου από την Αυστραλία, μεταξύ των οποίων και ο εγγονός του που φέρει το όνομά του, Σίμος Λιανίδης, καθώς και εκλεκτό ακροατήριο που παρέμειναν έως αργά στη δεξίωση που ακολούθησε.

 

 

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΡΓΩΝ ΣΙΜΟΥ ΛΙΑΝΙΔΗ

 

 

ΑΥΤΟΤΕΛΗ ΕΡΓΑ ΤΟΥ

1.                  Πρίαμος και Αχιλλεύς, Αθήνα: Απατσίδης, 1953.

2.                  Οδυσσεύς και Ναυσικά, Αθήνα: χ.ό., 1954.

3.                  Λιανίδης, Σίμος (επιμ.). Μνήμη αυτοκρατορίας Μεγάλων Κομνηνών 1461-1961, Αθήναι: Ε.Π.Μ., 1961.

4.                  Τα παραμύθια του ποντιακού λαού, «Αρχείου Πόντου», Παράρτημα 5, Αθήνα: Ε.Π.Μ., 1962.

5.                  Οι τρεις μεγάλοι τραγικοί για τις γυναίκες, 1966.

6.                  Ξομολογήματα: Ποιήματα, 1976.

7.                  Επείγοντα ποντιακά θέματα, Αθήνα: Ένωσις Ποντίων Νικαίας Κορυδαλλού, 1978.

8.                  Τρία ποντιακά θεατρικά έργα, «Αρχείου Πόντου», Παράρτημα 11, Αθήνα, 1980.

[Περιέχει: «Η σεβντά νικά» (1947), «Σα κρύα τη λουτρού» (1955) και «Το αίμαν νερόν ‘κι ίνεται» (1952)].

9.                  Τα νεανικά: Ποιήματα, 1981.

10.              Κεντίδια: Ποιήματα, 1982.

11.              Μνήμες και καημοί: Διηγήματα, 1982.

12.              Ματωμένα χιόνια: Διηγήματα από τον Αλβανικό πόλεμο, 1985.

13.              Τα όψιμα: Ποιήματα, 1990.

14.              Στις φλόγες της λευτεριάς: επικό δράμα, Θεσ/νίκη: Κυριακίδης, 1991.

15.              Πέντε μονόπρακτα, Αθήναι: Βησσαρίων, 1992.

[Περιέχει: Πρίαμος και Αχιλλεύς, Οδυσσεύς και Ναυσικά, Ο Οδυσσέας στην Ιθάκη, Βασίλειος ο Μακεδών, Ελευθερία ή θάνατος].

16.              Σαλονικιώτικα: ποιήματα, Αθήναι: Βησσαρίων, 1994.

17.              Η επιστροφή των αργοναυτών: μνήμες από τον ξεριζωμό του 1922, Θεσ/νίκη: Κυριακίδης, 1995.

18.              Τα ποιήματα, Αθήνα: χ.ό., 1997.

[Περιέχει τα ποιήματα των συλλογών: Ξομολογήματα, Τα νεανικά, Κεντίδια, Τα όψιμα, Σαλονικιώτικα].

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ  ΣΤΟ «ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΝΤΟΥ»

Αρχείον Πόντου τ. 23 (1959)

·                    Σύμμεικτα λαογραφικά Σάντας, σ. 55-76.

 

Αρχείον Πόντου τ. 24 (1961)

·                    Το επεισόδιο Κύκλωπα-Οδυσσέα στα ποντιακά παραμύθια, σ. 42-52.

 

Αρχείον Πόντου τ. 26 (1964)

·                    Νεκρικά και ταφικά στη Σάντα του Πόντου, σ. 159-176.

 

Αρχείον Πόντου τ. 27 (1965)

·                    Λαογραφικά κείμενα Σάντας, σ. 129-134.

·                    Μηλίτσα: ένας άγνωστος ποντιακός λαϊκός χορός, σ.302-303.

·                    Σταύρος Κανονίδης, σ. 327.

 

Αρχείον Πόντου τ. 29 (1968)

·                    Ευρετήριο των τοπωνυμίων Σάντας, σ. 158-161.

·                    Η πρώτη αποστολή συλλογής λαογραφικού και γλωσσικού υλικού, σ. 383-421.

 

Αρχείον Πόντου τ. 42 (1988-1989)

·                    Σύμμεικτα λαογραφικά, σ. 139-160.

Αρχείον Πόντου τ. 47 (1996-1997)

·                    Λιανίδης, Σίμος - Γαλανίδου-Μπαλφούσια, Έλσα. Συλλογή λαογραφικού υλικού, σ. 186-209.

Αρχείον Πόντου τ. 48 (1998-1999)

·                    Λαογραφικά κείμενα Σάντας, σ. 251-263)

 

Αρχείον Πόντου τ. 53 (2011)

·                    Γαλανίδου-Μπαλφούσια, Έλσα. Συλλογή λαογραφικού υλικού (14-07-1967), σ. 209-296.