Προηγούμενες Εκδηλώσεις

30 Σεπτεμβρίου 2012

 

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών πραγματοποίησε εκδήλωση την Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012 και ώρα 11:00, στην αίθουσα εκδηλώσεών της, με θέμα: «Μουρούζη, μια ξακουστή ποντιακή οικογένεια» και την παρουσίαση του βιβλίου «Η τραπεζουντιακή οικογένεια Μουρούζη: Γενεαλογική μελέτη» του Φλορίν Μαρινέσκου.

Εισηγητές της εκδήλωσης ήταν ο κ. Φλορίν Μαρινέσκου, ιστορικός-ερευνητής του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και ο κ. Αλέξιος Γ. Κ. Σαββίδης, καθηγητής Ιστορίας Μεσαιωνικών και Bυζαντινών Χρόνων στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

 

 

                       

 

 

11 Νοεμβρίου 2012

 

 

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών κατά την εκδήλωση που διοργάνωσε την  Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012 και ώρα 11:00, με θέμα: «Οι προσπάθειες των Ελλήνων του Πόντου για αυτοδιάθεση (1916-1922)» παρουσίασε στο κοινό το νέο Παράρτημα του «Αρχείου Πόντου» αρ. 28 με τίτλο «Η Δημοκρατία του Πόντου: Ένα ανέφικτο όνειρο ή μια ρεαλιστική επιδίωξη;» του Ευριπίδη Π. Γεωργανόπουλου.

Εισηγητές της εκδήλωσης ήταν ο κ. Ιωάννης Ερμόπουλος, ομότιμος καθηγητής Ε.Μ.Π. και ο ίδιος ο συγγραφέας κ. Ευριπίδης Π. Γεωργανόπουλος, φιλόλογος, διδάκτορας ιστορίας Α.Π.Θ.

 

                          

 

 

 

 

 

 

 

16 Δεκεμβρίου 2012

 

Απονομή βραβείου Άνθιμου Παπαδόπουλου και ανακήρυξη επιτίμου προέδρου της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών

 

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, με τη συμπλήρωση πενήντα χρόνων από την εκδημία του Αρχιμανδρίτη Άνθιμου Παπαδόπουλου, προέδρου της (1949-1962), πραγματοποίησε την Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012, στην αίθουσα εκδηλώσεων του κτηρίου της «Στέγη Κειμηλίων του Ελληνισμού του Πόντου», εκδήλωση κατά την οποία απονεμήθηκε το βραβείο Άνθιμου Παπαδόπουλου στον κ. Δημήτριο Τομπαΐδη, ομότιμο καθηγητή γλωσσολογίας και προέδρου της Ε.Π.Μ. (1990-2010), ο οποίος και ανακηρύχθηκε επίτιμος πρόεδρός της.

Σύμφωνα με το πρόγραμμα ο Πρόεδρος της Ε.Π.Μ. κ. Χρήστος Γαλανίδης, αφού καλωσόρισε το εκλεκτό ακροατήριο, απηύθυνε τον ακόλουθο χαιρετισμό:

 

«Αξιότιμε κύριε πρόεδρε Δημήτρη Τομπαΐδη,

Αγαπητές κυρίες και κύριοι,

  Σας ευχαριστώ όλους για την παρουσία σας στη σημερινή μας εκδήλωση. Για μας που υπηρετούμε την Ε.Π.Μ., η σημερινή ημέρα είναι ιδιαίτερα σημαντική, είναι ημέρα μνήμης, είναι ημέρα απόδοσης τιμής, είναι ημέρα γιορτής. Σήμερα θα γίνει η απονομή του βραβείου Άνθιμου Παπαδόπουλου και η ανακήρυξη επιτίμου προέδρου της Ε.Π.Μ.. Υλοποιούμε έτσι δύο αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου μας, της 19ης Απριλίου 2010 για ανακήρυξη επιτίμου προέδρου και της 15ης Ιουλίου 2012 για απονομή του βραβείου Άνθιμου Παπαδόπουλου, που συμπίπτει με τη συμπλήρωση πενήντα χρόνων (1962-2012) από την εκδημία του, δεύτερου προέδρου της Ε.Π.Μ. (1949-1962).

Οι δύο αυτές τιμητικές διακρίσεις απονέμονται στον κ. Δημήτρη Τομπαΐδη διακεκριμένο γλωσσολόγο, ομότιμο καθηγητή Α.Π.Θ., πρόεδρο της Ε.Π.Μ. για είκοσι έτη (1990-2010), σήμερα πρύτανη του πανεπιστημίου Φρέντερικ στη Κύπρο, ο οποίος μας τιμά με την παρουσία του και θα κλείσει την εκδήλωση μας με ομιλία με θέμα «Έρευνα και μελέτη της ποντιακής διαλέκτου», τον οποίο ευχαριστούμε θερμά. Ευχαριστίες εκφράζουμε και προς τον κ. Χριστόφορο Χαραλαμπάκη, καθηγητή γλωσσολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος δέχθηκε με προθυμία να μας μιλήσει για «το έργο και την προσωπικότητα του Δημήτρη Τομπαΐδη.

Την εκδήλωση επίσης τιμά με την παρουσία του ο τ. Υπουργός Παιδείας Κύπρου κ. Ουράνιος Ιωαννίδης, τον οποίο και ευχαριστούμε που βρίσκεται κοντά μας.»

 

  Στη συνέχεια λίγα λόγια για τη ζωή και το έργο του Άνθιμου Παπαδόπουλου ανέγνωσε ο Πρόεδρος κ. Χρήστος Γαλανίδης από την προσαγόρευση του κ. Νικολάου Παπαδόπουλου, Εισαγγελέα Εφετών επί τιμή και μέλος της Ε.Π.Μ., εγγονό του Ιωάννη Παπαδόπουλου, αδελφού του μακαριστού Άνθιμου Παπαδόπουλου, ο οποίος διαμένει στη Θεσσαλονίκη και δεν κατέστη δυνατόν να παραστεί στην εκδήλωση, παρά την επιθυμία του.

 

Προσαγόρευση (Νικολάου  Παπαδόπουλου)

 

«Κυρίες και κύριοι:

      Επειδή η υπό απονομή τιμητική διάκριση, φέρει το όνομα του Άνθιμου, κατά κόσμον Αλεξάνδρου Παπαδόπουλου, του οποίου η ζωή και το έργο συνδέονται άρρηκτα, τόσο με τη μελέτη της ποντιακής διαλέκτου, όσο και με την έκδοση του ιστορικού λεξικού, θεωρώ υποχρέωση μου, ως εγγύτερος συγγενής του (εγγονός του αδελφού του Ιωάννη) αλλά και ως μέλος της επιτροπής ποντιακών μελετών, να προσθέσω λίγα λόγια στο ιστορικό του ανδρός, καίτοι, η τιμή σήμερα ανήκει εις τον τιμώμενο, διακεκριμένο επιστήμονα για τον οποίο οι επαινετικοί λόγοι από εμέ, θ’ αποτελούσαν πλεονασμό.

      Ο ευπατρίδης ιερωμένος αρχιμανδρίτης Άνθιμος Παπαδόπουλος γεννήθηκε στο Μαυρολιθ (Καρά-Καγιά) της Αργυρουπόλεως του Πόντου. Ήταν γόνος της πολύκλωνης οικογένειας των Σαχινάντων – Παπαδάντων – Παπαδόπουλων, της οποίας τα άρρενα μέλη ως ιερείς, τα λοιπά δε ως ευσεβείς Χριστιανοί, ανέπεμψαν επί εκατονταετίες τις προσευχές το θυμίαμα των εις τον Ύψιστον!

      Αρχηγός της οικογένειας, γνωστός από τον 16ο αιώνα, ήταν ο Ιωάννης Σαχίνης, γιος του προκρίτου Κων/νου από την Τραπεζούντα. Ο Ι. Σαχίνης, για ν’ αποφύγει τον εξισλαμισμό, κατέφυγε μαζί με τη σύζυγό του Σουσάννα εις τα ενδότερα της Τραπεζούντος.  Ένας εκ των υιών του ο Μουράτιος με τη σύζυγό του Σουλτάνα, εγκατεστάθη εις την Μονή του Τιμίου Σταυρού Αργυρουπόλεως.

      Εκεί απέκτησε τέκνα, τα οποία, παρερχομένου του χρόνου, δημιούργησαν συνοικία και μετά την εγκατάσταση κι άλλων κατατρεγμένων, απετέλεσαν χωρίον, ονόματι Μονοβάντων (κατόπιν:Σταυρί). Ένας εκ των υιών του ο  1)Γεώργιος εχειροτονήθη ιερεύς.  Αυτόν διεδέχθη  2) ο Αναστάσιος.  Αυτόν  3) ο Κων/νος και κατά σειράν  4) ο Παύλος  5) ο Στέφανος  6) ο Χρυσόστομος  7) ο Χρυσόστομος (θείος)  8) ο Γεώργιος  9) ο Κων/νος  10) ο Γεώριος  11) ο Στέφανος  12) ο Χρυσόστομος  13) ο Κων/νος  14) ο Διονύσιος  15) ο Γεώργιος  16) ο Ιωάννης  17) ο Ιάκωβος.  Ο  τελευταίος ήτο πατέρας του Άνθιμου Παπαδόπουλου.  Η ιερατική αυτή οικογένεια (β΄. Κωδ. Σταυρίου Δ. Παπ.) συνεσώρευσε μεγάλο πλούτο οικογενειακής και εθνικής παραδόσεως.  Από την αστήρευτη πηγή της, ο Άνθ.Παπαδόπουλος, άντλησε τον θησαυρό, για την μελέτη της γλωσσικής διαδρομής της ποντιακής διαλέκτου, με την οποία ασχολήθηκε ύστερ’ από λαμπρές σπουδές και διακρίσεις.  Περί του επιστημονικού του έργου, οι εγκριτότεροι των γλωσσολόγων, ευφήμως αναφέρονται. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε τα λεξικογραφικά, ενός εγχειρήματος όπως το ιστορικό λεξικό, ήτο πέραν των ανθρωπίνων μέτρων στην πρώτη του σύλληψη και είναι υποδειγματικός στην επιστήμη της γλωσσολογίας.

      Η  επίτευξη των τεθέντων στόχων σε επιστημονικό βάθος, απέδειξε τη φυσική και πνευματική αλκή του ανδρός ως χαλκέντερου, που εργάστηκε μέχρι την προτεραία του θανάτου του.

      Στον επιστήμονα αυτόν πιστώνεται η έκδοση των τεσσάρων τόμων του εν λόγω λεξικού.  Ένα έργο 2.004 πυκνογραμμένων μεγάλου μεγέθους σελίδων.  Τα λήμματα που αρχειοθέτησε στα υπόγεια της Ακαδημίας Αθηνών, μόνο ο δάσκαλος, «ο παππάς», μπορούσε να αναδιφήσει.  Η, μετά το θάνατό του, πρόσβαση σ’ αυτά είναι πολύ δύσκολη από τους πολλούς!  Θεωρούσε το καθήκον της ενδελεχούς επιστημονικής έρευνας ιερό και λειτουργούσε, σύμφωνα με την ευαγγελική ρήση: «μη δότε τα άγια τοις κυσί».  Εις αυτήν την αρχή εστηρίζετο η αυστηρότης του.  Όμως αυτή, δεν ερχόταν σε αντίθεση με τη συμπεριφορά του ως ανθρώπου.  Η ιεροσύνη του ήταν εναρμονισμένη με το κοινωνικό του πρόσωπο.

Ήταν βαθειά εθνικός άνδρας. Ας μη λησμονηθεί, ότι τα όπλα που βρέθηκαν (κατά την επισκευή) σ’ ένα πατάρι της Ακαδημίας Αθηνών, καθ’ ομολογία του υπαλλήλου της Ρενιέρη τα έκρυψε κατά την κατοχή ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, βοηθώντας την εθνική αντίσταση εις την οποία ήταν οργανωμένος.

Ίσως αυτός να είναι «ο παπάς» των μυστικών υπηρεσιών!  Ο υπέροχος αυτός άνθρωπος την μερίδα του συσσιτίου του κατά την κατοχή, την έδιδε στον πρώτο πεινασμένο δυστυχή που συναντούσε.  Αγαπούσε την χαμένη του πατρίδα τον Πόντο.  Ένα από τα λαμπρότερα δείγματα της κοινωνικής του δράσης είναι η σύσταση με τον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο και την αμέριστη συμπαράσταση του Θ.Κ.Θεοφύλακτου το 1927, της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών της οποίας διετέλεσε ταμίας, Γεν.γραμματέας και πρόεδρος της από το 1949 έως το 1962, δηλ. μέχρι το θάνατό του.  Κάτω από την δική του αποκλειστική επιμέλεια εκδόθηκαν 18 τόμοι του Αρχείου του Πόντου της Επιτροπής.  Περί το τέλος του βίου του έφερε εις πέρας, τη μοναδική στη γλωσσολογία «Γραμματική της Ποντικής Διαλέκτου».

      Επιστέγασμα των πλέον των 250 δημοσιευθέντων επιστημονικών του εργασιών, είναι το «Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου» αποτελούμενο από 1097 πυκνογραμμένες σελίδες.

      Έργο τιτάνιο, κολοσσιαίο, πρωτοποριακό, από ένα και μόνο άνθρωπο οικοδομημένο.  Αποτέλεσε το επιστημονικό εφαλτήριο για την περαιτέρω συνέχιση της λεξικογραφίας.

      Οι προηγηθέντες ταπεινοί Λευίτες πρόγονοι του Άνθιμου Παπαδόπουλου τους οποίους κατονόμασα, με το συναξάρι στο χέρι, που στα περιθώρια του σημάδεψαν το πέρασμά τους, και δίδαξαν τα ελληνικά γράμματα και την Ελληνική ιστορία στις ακρώρειες του Ελληνισμού, αποτέλεσαν το δομικό υλικό, πάνω στο οποίο στήριξε με στερεά κρηπιδώματα, το επιστημονικό του έργο.

      Συσσώρευσε και εναπόθεσε με άκρα επιστημονική επιμέλεια, στις δέλτους της γλωσσολογίας και λαογραφίας μεταξύ άλλων, σχεδόν το όλον του ποντιακού ιδιώματος.

      Οι ιδέες και οι πεποιθήσεις του σφυριλατήθηκαν στο αμόνι της υπερήφανης ποντιακής του καταγωγής.

      Οι αξιώτεροι των συνεχιστών της επιστήμης της Ελληνικής Γλωσσολογίας πρέπει να επιδεικνύουν τη διάκριση, που φέρει το όνομα του, με υπερηφάνεια και θέτοντας κάθε φορά ένα λιθάρι στο ναό της, ν’ αναμιμνήσκονται το θεμελιωτή της. Τον άνθρωπο που η επιβλητική του παρουσία κατά την τέλεση της θείας λειτουργίας στην εκκλησία του Βασιλικού Αμαλίειου Ορφανοτροφείου, διαγράφονταν ως παρουσία διαχρονική προερχόμενη από τα βάθη του Βυζαντινού μας παρελθόντος. «Γύρω από τα ράσα του πλανιέται ένα αντιφέγγισμα θολού ρόδινου σύννεφου.  Μοιάζει με θεϊκό θάμπος σκορπίζοντας γύρω του γαλήνη.  Εικόνα μοναδική που σε φέρνει σε βιβλικούς κόσμους».  Έτσι τον περιγράφει η βιογράφος του (βλ. «Άνθιμου Παπαδόπουλου» Της Τσ.Λιαπίκου).  Κι έτσι τον γνώρισα. Του ανδρός αυτού η ζωή και το έργο, ας αποτελέσουν ένα εκ των γνωμόνων, των ερευνητών εκείνων της γλώσσας, που θα τύχουν της διακρίσεως, από την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, όπως ο τιμώμενος σήμερα καθηγητής κ. Δημήτριος Τομπαϊδης οι μελέτες του οποίου πάνω στο έργο του Άνθιμου Παπαδόπουλου παρουσιάζουν μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον.

      Τον συγχαίρω.

 

 

      Θεσσαλονίκη  11/12/2012

 

Ευχαριστώ

Νικόλαος Παπαδόπουλος

Εισαγγελεύς Εφετών επί τιμή».

 

        

Κατόπιν ο Πρόεδρος κ. Χρήστος Γαλανίδης κάλεσε στο βήμα τον κ. Χριστόφορο Χαραλαμπάκη, καθηγητή γλωσσολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος μίλησε στο εκλεκτό ακροατήριο για το έργο και την προσωπικότητα του Δημήτρη Τομπαΐδη.

 

Ακολούθησε η βράβευση του τιμωμένου από τον Πρόεδρο της Ε.Π.Μ. κ. Χρήστο Γαλανίδη, αφού προηγουμένως αναφέρθηκε στο ιστορικό της διαδικασίας:

 

«Κυρίες και κύριοι,

 Το παρόν Δ.Σ. στην πρώτη του συνεδρίαση της 19ης Απριλίου 2010 δέχθηκε εισήγηση του Γενικού Εφόρου κ. Δημήτρη Τομπουλίδη για την ανακήρυξη του απερχόμενου προέδρου μας, κ. Δημήτρη Τομπαΐδη, ως επιτίμου προέδρου της Ε.Π.Μ. Διαβάζω απόσπασμα από αυτό το πρακτικό.

Η προσφορά του Δημήτρη Τομπαΐδη υπήρξε σημαντική στα είκοσι χρόνια της θητείας του ως πρόεδρου (1990-2010). Ιδιαίτερα ως διευθυντής του «Αρχείου Πόντου» εξέδωσε τους τόμους 43 έως 52 και τα παραρτήματα 18 έως 25, για να συμπληρώσω ότι, επί της προεδρίας του ολοκληρώθηκαν οι εργασίες του Μουσείου Ποντιακού Ελληνισμού, που στεγάζει τα κειμήλια μας, τα εγκαίνια του οποίου πραγματοποιήθηκαν από τον πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο. Το Δ.Σ. αποφάσισε ομόφωνα να ανακηρύξει τον κ. Δημήτρη Τομπαΐδη επίτιμο πρόεδρο της Ε.Π.Μ., να του ανακοινωθεί η απόφαση και να ορισθεί από κοινού ημερομηνία για τη διοργάνωση τιμητικής εκδήλωσης. Αξίζει να επισημανθεί ότι, στα 85 έτη λειτουργίας της Ε.Π.Μ., από το 1987 έως και σήμερα, ο κ. Δημήτρης Τομπαΐδης είναι ο τρίτος κατά σειρά επίτιμος πρόεδρος μας, με πρώτο τον Γεώργιο Χατζηδάκη, σπουδαίο γλωσσολόγο, καθηγητή και ακαδημαϊκό το 1927 και δεύτερο τον Ισαάκ Λαυρεντίδη νομικό, πολιτικό, αντιπρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων το 1995, επί προεδρίας του τιμωμένου σήμερα κ. Δημήτρη Τομπαΐδη.

 

Εκλεκτοί προσκεκλημένοι,

Επί προεδρίας, επίσης, του Δημήτρη Τομπαΐδη θεσπίσθηκαν 5 βραβεία στη μνήμη πέντε (5) σημαντικών προσωπικοτήτων που υπηρέτησαν την Ε.Π.Μ., ανέδειξαν το έργο της και την καθιέρωσαν σαν το κορυφαίο πνευματικό ίδρυμα του ποντιακού ελληνισμού, εξέχουσες φυσιογνωμίες, προσωπικότητες με κύρος και αναγνωρισμένη προσφορά επιστημονική και κοινωνική, συντάχθηκε σχετικός κανονισμός απονομής αυτών των βραβείων που ενσωματώθηκε στο καταστατικό της Ε.Π.Μ. Τα βραβεία αυτά όπως αναφέρονται στο κανονισμό είναι:

α) Βραβείο του από Τραπεζούντος Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρύσανθου, Ακαδημαϊκού, πρώτου προέδρου της Ε.Π.Μ. (1927-1949). Απονέμεται σε πρόσωπα που δημοσιεύουν αξιόλογες επιστημονικές εργασίες, σχετικές με τη θεολογική και εκκλησιαστική ιστορία του Πόντου.

β) Βραβείο Αρχιμανδρίτη Άνθιμου Παπαδόπουλου, γλωσσολόγου, δεύτερου προέδρου της Ε.Π.Μ. (1949-1962) Απονέμεται σε πρόσωπα που ασχολούνται με τη έρευνα, μελέτη και δημοσίευση επιστημονικών γλωσσικών εργασιών σχετικών με την ποντιακή διάλεκτο.

γ) Βραβείο Οδυσσέα Λαμψίδη, ιστορικού-βυζαντινολόγου, τρίτου προέδρου της Ε.Π.Μ. (1962-1990). Απονέμεται σε πρόσωπα που ασχολούνται με την έρευνα, μελέτη και δημοσίευση επιστημονικών εργασιών σχετικών με την ιστορία, τη λαογραφία και τον πολιτισμό εν γένει του Πόντου και των Ποντίων Ελλήνων.

δ) Βραβείο Αποστόλου Σουμελίδη, γεωφυσικού επιστήμονα, διακεκριμένου μέλους και μεγάλου ευεργέτου της Ε.Π.Μ. Απονέμεται σε πρόσωπα ή συλλογικά όργανα τα οποία με την εν γένει πνευματική, κοινωνική, πολιτιστική κλπ δράση τους αναδεικνύουν και προβάλλουν σοβαρώς επιτεύγματα και επιδόσεις των Ελλήνων Ποντίων.

ε) Βραβείο Ισαάκ Λαυρεντίδη, νομικού, διακεκριμένου μέλους και ευεργέτου της Ε.Π.Μ. Απονέμεται σε πρόσωπα ποντιακής καταγωγής, τα οποία διαπρέπουν στην Ελλάδα και το εξωτερικό στην επιστήμη, στα γράμματα και στις τέχνες γενικώς ή διακρίνονται για την προσφορά τους υπέρ του κοινωνικού συνόλου.

 

Το Δ.Σ. της Ε.Π.Μ. κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουνίου 2012, έκανε ομόφωνα αποδεκτή την πρόταση της Επιτροπής Απονομής βραβείων, να απονεμηθεί το βραβείο Άνθιμου Παπαδόπουλου στον κύριο Δημήτρη Τομπαΐδη για τη συνολική προσφορά του στα γράμματα, την επιστήμη και ειδικότερα την έρευνα, μελέτη και δημοσίευση επιστημονικών εργασιών σχετικών με την ποντιακή διάλεκτο και τον πολιτισμό των Ελλήνων Ποντίων. Πέραν όμως αυτών, επί της προεδρίας του τιμωμένου και με πρωτοβουλία του, η Ε.Π.Μ. οργάνωσε και διεκπεραίωσε με επιτυχία μια πολύ σημαντική επιστημονική διημερίδα με θέμα: «Η ποντιακή διάλεκτος άλλοτε και τώρα» με συμμετοχή των πιο έγκριτων γλωσσολόγων από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Οι ανακοινώσεις αυτής της Διημερίδας δημοσιεύθηκαν στο «ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΝΤΟΥ» τόμος 46. Επίσης οι κύριοι Δ. Τομπαΐδης και Χ. Συμεωνίδης, συνεπικουρούμενοι από ομάδα νεότερων γλωσσολόγων, πραγματοποίησαν έρευνα στην Ουκρανία για το γλωσσικό ιδίωμα που ομιλείται στην περιοχή της Μαριούπολης, συνέγραψαν δε το έργο: «Η σημερινή ελληνική διάλεκτος της Ουκρανίας» δηλ. τα Μαριουπολίτικα που εκδόθηκε το 1999 από την Ε.Π.Μ. παράρτημα 20 του «Αρχείο Πόντου».

 

Αγαπητέ κύριε Τομπαΐδη

Στην ταπεινότητά μου, που σας διαδέχθηκε στην προεδρία της Ε.Π.Μ., έλαχε η μεγάλη τιμή να σας επιδώσω σήμερα, εκ μέρους του Δ.Σ., τις περγαμηνές αυτών των διακρίσεων και το επίχρυσο μετάλλιο του βραβείου Άνθιμου Παπαδόπουλου, όπως προβλέπεται από τον κανονισμό μας ως μία πράξη που συμβολίζει την αδιατάρακτη και συνεχή λειτουργία της επιστημονικής μας Επιτροπής και να τονίσω (όπως έχω κάνει και άλλοτε), ότι όσοι ασχολούνται με τα κοινά πρέπει να είναι περισσότεροι τιμημένοι και λιγότεροι πλούσιοι.

Για μας, την Ε.Π.Μ., η πιο τιμητική διάκριση είναι αυτή του επιτίμου προέδρου, την οποία σου αποδίδουμε με την πεποίθηση και τη βεβαιότητα ότι κάνουμε το καθήκον μας  ως πνευματικό ίδρυμα και ευελπιστούμε ότι η μακροχρόνια και γόνιμη συνεργασία μας θα συνεχισθεί και ότι, κι από αυτή τη θέση θα προσφέρετε τις υπηρεσίες σας, ως επιστημονικός σύμβουλος και πνευματικός ταγός.»

 

Το λόγο πήρε στη συνέχεια ο βραβευόμενος, ο οποίος αφού ευχαρίστησε για την τιμή που του γίνεται, έκανε την ακόλουθη ομιλία:

 

«Αγαπητοί φίλοι,

Σας ευχαριστώ για τη σημερινή εκδήλωση. Θέλω να δηλώσω εξαρχής ότι για ανθρώπους κάποιας ηλικίας, όπως καληώρα, δεν είναι σπάνιες οι «τιμητικές εκδηλώσεις» (τις οποίες – το λέω παρένθετα – άλλοι επιζητούν και άλλοι υπομένουν). Όμως την απονομή του βραβείου Άνθιμου Παπαδόπουλου από την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών τη θεωρώ εξαιρετική τιμή για μένα, και τούτο για τους εξής λόγους:

 

1) Γιατί προέρχεται από μια επιστημονική εταιρεία υψηλού επιπέδου και διεθνούς αναγνώρισης και αναφέρεται σε έναν ιδιαίτερα προσφιλή τομέα των επιστημονικών απασχολήσεών μου, την ποντιακή διάλεκτο. Είναι η διάλεκτος που πρωτομίλησα η ποντιακή, για να γίνει σιγά-σιγά ένας από τους κύριους τομείς των επιστημονικών μου ενασχολήσεων. Πραγματικά – το έχω πει δημόσια κι άλλες φορές και το έχω γράψει – η ενασχόλησή μου με θέματα της ποντιακής διαλέκτου για μένα δεν είχε ποτέ το χαρακτήρα μιας απλής επιστημονικής αναζήτησης.  Ήταν – πιο πολύ και πιο χαρακτηριστικά – επιστροφή σε δικά μου, οικεία, πρόσωπα και πράγματα, και επομένως μια πηγή διαρκούς συγκίνησης.

 

2) Γιατί συνδέεται με μια προσωπικότητα, τον Άνθιμο Παπαδόπουλο, ο οποίος μπορούμε να πούμε ότι αφιέρωσε τη ζωή του στην έρευνα και μελέτη της ποντιακής. Βέβαια κι εκείνος ασχολήθηκε και με άλλες μορφές της ελληνικής, αρχαίας και νέας. (Θυμίζω λ.χ. τη Γραμματική των βορείων ιδιωμάτων της νέας ελληνικής, Αθήναι 1926, που έμεινε βιβλίο κλασικό για τη μελέτη των βορείων ιδιωμάτων, βιβλίο που μνημονεύεται σε κάθε σοβαρή εργασία για τα ιδιώματα αυτά. Θυμίζω, επίσης, την ευδόκιμη θητεία του στο Αρχείο του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών, όπου διαδέχτηκε τον μεγάλο γλωσσολόγο και πατέρα της γλωσσολογίας στην Ελλάδα Γεώργιο Χατζηδάκη. Σημειώνω ότι, στο δυσκίνητο αυτό λεξικό, με τις εγγενείς δυσκολίες του, επί των ημερών του Άνθιμου Παπαδόπουλου έχει εκδοθεί το μεγαλύτερο μέρος από τους τόμους που κυκλοφορούν.)  Όμως η βασική και κύρια απασχόλησή του υπήρξε η ποντιακή διάλεκτος για την οποία μας έδωσε και μνημειώδεις και μικρότερες εργασίες, πάντα ενδιαφέρουσες. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αμφισβητήθηκαν μερικά από όσα έγραψε – και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά; Κι εγώ ο ίδιος σε αρκετά δημοσιεύματά μου επιχειρώ να διορθώσω κάτι εσφαλμένο που έγραψε ή να συμπληρώσω κάτι που δεν ολοκλήρωσε. (Επιτρέψτε μου να θεωρώ  σημαδιακό το ότι η πρώτη μου επιστημονική εργασία, τα Ποντιακά Γραμματικά, δημοσιεύτηκε στο Αρχείον Πόντου, τ. 29, το 1964, που ήταν αφιερωμένος στον Άνθιμο Παπαδόπουλο, λόγω του πρόσφατου θανάτου του. Στην εργασία μου εκείνη διορθώνω αρκετά σημεία από όσα σχετικά είχε δημοσιεύσει ο Άνθιμος).

   Όλα όμως αυτά είναι κάτι συνηθισμένο, σχεδόν αυτονόητο, στην επιστημονική έρευνα. Ο καθένας διορθώνει ή προσθέτει κάτι σ’ εκείνο που έγραψε κάποιος άλλος  πριν. Γεγονός είναι ότι ο  Άνθιμος Παπαδόπουλος παραμένει στη συνείδησή μου – σίγουρα και πολλών άλλων – ένας σπουδαίος επιστήμονας, με βασικές ερευνητικές εργασίες για την ποντιακή διάλεκτο και με έργο υποδομής, που δεν μπορεί να μη λαμβάνεται υπόψη από κανένα μελετητή.

 

3) Ο τρίτος λόγος γιατί θεωρώ εξαιρετικά τιμητική για μένα τη σημερινή εκδήλωση είναι επειδή προέρχεται από την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών. Θέλω να σας πω ετούτη την ώρα ότι ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου έχει συναφθεί με την Επιτροπή με διάφορους τρόπους. Στην αρχή, από το 1964, με τη δημοσίευση εργασιών μου στο Αρχείον Πόντου. Έπειτα, μετά το 1975, όταν είχα εγκατασταθεί στην Αθήνα, λόγω της εκλογής μου στο ΚΕΜΕ - Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, με την εμπλοκή μου ως μέλους του ΔΣ της Επιτροπής, από τον αείμνηστο Οδυσσέα Λαμψίδη, και από το 1990-2010 ως προέδρου του Δ.Σ. της. Καταλαβαίνετε ότι όλα αυτά δημιούργησαν έναν ισχυρότατο δεσμό της ζωής μου με την Επιτροπή και το έργο της, δεσμό που με τίποτε δεν μπορεί να αγνοηθεί ή να παραγνωριστεί.

 

     Δεν μπορώ να κλείσω την αντιφώνησή μου αυτή χωρίς να εκφράσω τις πολύ θερμές ευχαριστίες μου στον αγαπητό μου φίλο και συνάδελφο, τον κ. Χριστόφορο Χαραλαμπάκη, για όσα καλά λόγια είπε για την αφεντιά μου. Εντάξει, αγαπητέ Χριστόφορε, σε τέτοιες περιστάσεις λέγονται και κάποιες παραπανίσιες κουβέντες και οι έπαινοι είναι καθ’ υπερβολήν, αλλά, βρε παιδί μου, έχω την εντύπωση ότι τα παραλές. Και δεν είναι η πρώτη φορά. Όπως και να ‘ναι, σε ευχαριστώ εκ βάθους καρδίας.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Αγαπητοί φίλοι,

 

Στη συνέχεια θα πω μερικά πράγματα – λίγα, σας καθησυχάζω – για την «έρευνα και μελέτη της ποντιακής διαλέκτου».

 

                  Η ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΑΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ                                  

 

Η γενική διαπίστωση των μελετητών ότι «η ποντιακή είναι η πιο μελετημένη νεοελληνική διάλεκτος» είναι, σήμερα πια, κοινός τόπος και στο ευρύ κοινό και στον επιστημονικό κόσμο. Θα μιλήσω στη συνέχεια για τα μελετήματα – τα βασικά, βέβαια – που έχουν γίνει γι’ αυτήν. Προηγουμένως θα ήθελα να εξηγήσω το γιατί, κατά τη γνώμη μου, συνέβη αυτό (δηλ. να θεωρείται η ποντιακή η πιο μελετημένη νεοελληνική διάλεκτος). Κι αυτό επειδή χωρίς κάποιον σοβαρό λόγο οι μελετητές δε θα έδειχναν τέτοιο ενδιαφέρον για τη μελέτη της.

      Πιστεύω ότι οι βασικοί λόγοι είναι δύο: α) Για τους νεότερους μελετητές έπαιξε κάποιο ρόλο το παράξενο άκουσμα της λαλιάς αυτής, όταν πρωτοακούστηκε στον ελλαδικό χώρο από τους πρόσφυγες μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας και Τουρκίας. Ο κόσμος ήθελε να μάθει τι ακριβώς είναι ο τρόπος αυτός της ομιλίας που ξεχώριζε στο άκουσμά της από τις γνωστές του άλλες γλωσσικές μορφές.          β) Ο δεύτερος λόγος  είναι ο σοβαρότερος. Όταν έγιναν γνωστά τα πρώτα επιστημονικά κείμενα για την ποντιακή διάλεκτο, στα μέσα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα (Γ. Σουμελίδης 1870, Μιχαήλ Δέφνερ 1878), οι  Έλληνες (και οι ξένοι) επιστήμονες είδαν σ’ αυτά μια μοναδική ευκαιρία για εθνική εκμετάλλευση. Εννοώ συγκεκριμένα το εξής (το έχω ξαναγράψει): Ήταν ο 19ος αιώνας, από τα μέσα του οποίου και μετά είχε εμφανιστεί κι έκανε θραύση η θεωρία του Fallmerayer για την καταγωγή των Ελλήνων. Μέσα σ’ εκείνο το περιβάλλον οι επιστήμονες όλων των ειδικοτήτων είχαν επιδοθεί στην ανεύρεση και προβολή στοιχείων της αρχαιότητας, που να αποδεικνύουν ότι οι Νεοέλληνες είναι γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Όσο αφορά τη γλωσσική επιστήμη, η μέριμνα όλων επικεντρωνόταν στην επισήμανση των λεγόμενων αρχαϊσμών, δηλαδή των στοιχείων της αρχαίας ελληνικής γλώσσας τα οποία διασώθηκαν διαμέσου των αιώνων, με την προφορική ομιλία, στη νέα ελληνική γλώσσα και τις νεοελληνικές διαλέκτους. [Στο σημείο αυτό θυμάμαι ότι όταν συνέλεγα το γλωσσικό υλικό για την πρώτη μου διδακτορική διατριβή που ετοίμαζα για «το γλωσσικό ιδίωμα της Θάσου», ο επόπτης καθηγητής μου, ο αείμνηστος Νικόλαος Ανδριώτης, ένας από τους λαμπρότερους γλωσσολόγους της προηγούμενης γενιάς, κάθε τόσο μου θύμιζε να προσέξω και να επισημάνω κατάλοιπα της αρχαίας ελληνικής στο ιδίωμα της Θάσου.] Πιστεύω ακόμα ότι η τάση εκείνη για την ανεύρεση αρχαϊσμών στους διάφορους τομείς της κοινωνικής ζωής των Νεοελλήνων (αρχαιολογία, λαογραφία και ιδίως γλώσσα) μπορεί να ενίσχυσε την ελληνική επιχειρηματολογία, τελικά όμως απέβη σε βάρος της γλωσσικής επιστήμης. Γιατί την κράτησε στο χαρακτήρα της ιστορικής επιστήμης, της μελέτης της μεμονωμένης λέξης (της ετυμολογίας της και της ιστορικής διαδρομής της) και αγνόησε τη συστηματικότητά της και την κανονικότητά της, οι οποίες είναι χαρακτηριστικά όχι μόνο της κοινής γλώσσας, αλλά και των διαλέκτων  (έχουν κι αυτές κανονικότητα και συστηματικότητα). Και οι καθηγητές μας της γλωσσολογίας στο πανεπιστήμιο μάς δίδασκαν ουσιαστικά την ιστορία της ελληνικής γλώσσας και, όσο για τις διαλέκτους, ενδιέφερε μόνο να μάθουμε ποια αρχαία στοιχεία διασώζουν. [Εντωμεταξύ στο εξωτερικό, Ευρώπη και Αμερική, από τις αρχές του 20ού αιώνα, η γλωσσολογία άλλαζε αλματωδώς και από ιστορική μετατράπηκε σε συστηματική επιστήμη και παρουσίαζε θεαματικές εξελίξεις – αλλά όλα αυτά εμείς οι Έλληνες θα έπρεπε να πάμε στα πανεπιστήμια του εξωτερικού για να τα πληροφορηθούμε.]  Γι’ αυτό είπα ότι αυτός ο ιστορισμός της ελληνικής επιστήμης συνέβαλε βέβαια αποφασιστικά στην αντιμετώπιση του εθνικού θέματος της εποχής εκείνης, το οποίο δημιουργήθηκε από έναν Γερμανό φιλόλογο κάποιας υποκατηγορίας, έλαβε στη χώρα μας δυσανάλογα με τη σοβαρότητά της διαστάσεις, τελικά όμως κράτησε την ελληνική επιστήμη σ’ ένα περιορισμένο πλαίσιο.  

    Τα στοιχεία της ποντιακής που ήταν εκμεταλλεύσιμα για την εποχή εκείνη είναι βασικά δύο: Ο ιωνικός χαρακτήρας της ποντιακής και οι αρχαϊσμοί της. Ο ιωνικός χαρακτήρας της, που, κατά τον Άνθιμο Παπαδόπουλο, αποτελεί «το θεμελιωδέστερον γνώρισμα της καταγωγής της» (ΑΠ 11, 1941) είναι η προφορά του η ως ε (νύφε, κλέφτες, εγάπεσα, ζεμία, πεγάδ’ κτλ.), διατήρηση συμφωνικών συμπλεγμάτων της αρχαίας ιωνικής αντί της αττικής διαλέκτου (σπίγγω, ασπαλίζω, σποντύλ’ κτλ.) και άλλα λείψανα της ιωνικής [κοσσάρα, έγκα , ‘κί (ουκί) , για το οποίο έγραψε ο Γ.Ν. Χατζιδάκης (ΜΝΕ 1,85): «… ο Πόντος διά του ουκί αντί ουχί /…/ ελέγχει αριδήλως την Ιωνικήν αυτού εποίκισιν»]. Οι λεξιλογικοί αρχαϊσμοί της ποντιακής είναι αρχαιότατες ελληνικές λέξεις, ακόμα και ομηρικές: αίχτρια, αιχτριάζω, βοτρύδιν, μοθόπωρον, οστούδιν, ωβόν, ωτίν κτλ.

 

   Σε ποιο γλωσσικό υλικό βασίστηκε η μελέτη της ποντιακής; Το υλικό αυτό έχει ποικιλία ως προς την προέλευσή του. Μπορεί να προέρχεται από προσωπική γνώση της διαλέκτου (όταν διάφοροι συγγραφείς, ομιλητές της διαλέκτου, είτε παραθέτουν κάποιο γλωσσικό υλικό, με λαογραφικό βασικά περιεχόμενο, είτε, με βάση τη γνώση της διαλέκτου που διαθέτουν, επιχειρούν να περιγράψουν κάποιο φαινόμενο. Ή μπορεί να είναι εργασίες από μη ομιλητές της, οι οποίοι, βασιζόμενοι σε γλωσσικό υλικό, δημοσιευμένο ή συγκεντρωμένο από τους ίδιους, περιγράφουν κάποιο φαινόμενο (γλωσσικό, λαογραφικό κτλ.). Η αξία των εργασιών αυτών σχετίζεται φυσικά με διάφορους παράγοντες: αξιοπιστία, καταλληλότητα, προσεκτικότητα του συγγραφέα, γνώση του αντικειμένου και της μεθόδου προσέγγισης του θέματος κτλ.

     Ένα σημαντικό στοιχείο που ευνοεί τη μελέτη της ποντιακής είναι ότι η ποντιακή διάλεκτος δεν εξαφανίστηκε (όπως συνέβη με άλλες μικρασιατικές διαλέκτους) αλλά εξακολουθεί και σήμερα να μιλιέται. Να μιλιέται και στον ελλαδικό χώρο, κυρίως σε περιοχές με συμπαγείς εγκαταστάσεις Ποντίων, αλλά και από Ποντίους, σε διάφορα μέρη, στην Αμερική, Αυστραλία, Ευρώπη (ιδίως Γερμανία), σε χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης (Γεωργία, περιοχή Μαριούπολης κτλ.) και στην Τουρκία (περιοχή  Όφη). Πάντως δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι τα σημερινά ποντιακά δεν είναι πάντα τα ποντιακά του Πόντου, πριν από την ανταλλαγή. Γιατί – και είναι φυσικό αυτό – η ποντιακή διάλεκτος, που από το 1922 κι εδώ μιλιέται στην Ελλάδα, έχει υποστεί την επίδραση και της κοινής νεοελληνικής και των γειτονικών γλωσσικών ιδιωμάτων. (Τα τελευταία μάλιστα χρόνια, με την καθολική διάδοση της τηλεόρασης σε κάθε σπίτι, η επίδραση αυτή υπήρξε καταλυτική.) Γι’ αυτό και - όπως έγραψα και άλλοτε – υπήρξε πολύ χρήσιμη η απόφαση των ιδρυτών της ΕΠΜ να συλλεγεί και καταγραφεί το γλωσσικό υλικό από τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης των Ποντίων στην Ελλάδα. Τις ίδιες επιδράσεις δέχτηκε η ποντιακή διάλεκτος και στις άλλες περιοχές του κόσμου όπου μιλιόταν  (όπως είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε για την ποντιακή της περιοχής Μαριούπολης (που δημοσίευσε η ΕΠΜ). [Σημειώνω παρενθετικά ότι όλα αυτά δεν λέγονται για να μειωθούν τα σημερινά ποντιακά από τα ποντιακά πριν από την ανταλλαγή. Σημαίνουν απλώς ότι οι ζωντανές γλώσσες, δηλαδή οι γλώσσες που μιλιούνται, επηρεάζονται και επηρεάζουν τις γλώσσες με τις οποίες έρχονται σε επαφή, και με τον τρόπο αυτόν εξελίσσονται. Οι μόνες γλώσσες που κρατούν αναλλοίωτη τη μορφή τους είναι εκείνες που έπαψαν να μιλιούνται, οι νεκρές γλώσσες. Τα λέω αυτά για να δείξω ότι δεν είναι «καλύτερα» τα ποντιακά πριν από την ανταλλαγή από τα ποντιακά μετά την ανταλλαγή. Έχω ξαναπεί ότι το «καλός» και το «κακός», το «ωραίος» και το «άσχημος» δεν είναι τα κατάλληλα επίθετα για να χαρακτηρίσεις μια γλωσσική μορφή, δηλαδή στη γλώσσα δε χωρούν ούτε ηθικοί ούτε αισθητικοί χαρακτηρισμοί.] 

 

     Σήμερα για την ποντιακή διάλεκτο διαθέτουμε μερικές εργασίες που θεωρούνται βασικές: Τέτοιες εργασίες μνημονεύω τη Φωνητική του Δημοσθένη Οικονομίδη (Lautlehre des Pontischen, Λειψία 1908) και τη Γραμματική του (Γραμματική της ελληνικής διαλέκτου του Πόντου, Αθήναι 1958, έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών), κυρίως όμως την Ιστορική Γραμματική της Ποντικής διαλέκτου και το Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής διαλέκτου του Άνθιμου Παπαδόπουλου και το Συμπλήρωμά του. Με την ευκαιρία θα μου επιτραπεί να πω ότι ο Άνθιμος Παπαδόπουλος μπορεί να θεωρηθεί ο κατεξοχήν μελετητής της ποντιακής, με έργο ευρύ σε θεματολογία, με επιστημονική μέθοδο και αντίληψη. (Στο σημείο αυτό θα διαφωνήσω με το φίλο μου Μιχάλη Σετάτο, ο οποίος, γράφοντας στο Αρχείον Πόντου για τα βοηθήματα αυτά, τα οποία χαρακτηρίζει κι αυτός βασικά, προσθέτει: «Τα βοηθήματα αυτά ακολουθούν την ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία, χωρίς νεότερους γλωσσολογικούς προβληματισμούς και μεθόδους, συχνά με έκδηλο ελληνοκεντρισμό (προσπάθεια ερμηνείας με αφετηρία πάντα την αρχαία ελληνική, π.χ. στην ετυμολογία των λέξεων), που είναι αυτονόητος βέβαια ως αφετηρία, δεν πρέπει όμως να ξεχνούμε ότι οι Πόντιοι έζησαν μεταξύ πολλών γλωσσών (πρβλ. τουρκικές επιδράσεις κλπ.). Το επίπεδο πολλών εργασιών είναι χαμηλό (γνώσεις απλώς της παραδοσιακής γραμματικής).» Και δεν συμφωνώ, γιατί τα έργα αυτά είναι προϊόντα μιας εποχής όπου, όπως έχουμε  πει, κυριαρχούσαν οι αντιλήψεις εκείνης της εποχής. Αν είναι να καταδικάζουμε επιστημονικά έργα μιας εποχής ή να τα υποτιμούμε, επειδή σήμερα επικρατούν διαφορετικές αντιλήψεις στην επιστήμη, τότε πρέπει να απορρίψουμε όλη την προηγούμενη επιστημονική γραμματεία, επειδή η επιστήμη σήμερα έχει διαμορφώσει άλλες αντιλήψεις. Με το σκεπτικό αυτό θα καταδικαστεί και η σημερινή επιστημονική παραγωγή, γιατί αύριο θα επικρατήσουν άλλες αντιλήψεις. Έχω τη γνώμη – που δεν είναι καθόλου πρωτότυπη – ότι και τα επιστημονικά έργα κρίνονται μέσα στο ιστορικό πλαίσιο στο οποίο έχουν παραχθεί. Αν ήταν σωστά τα πορίσματά τους στην εποχή τους, εξακολουθούν να είναι σωστά, κι αν όχι, έχουν απορριφθεί ήδη στην εποχή τους.

 

Τα τελευταία χρόνια έχουν εκδοθεί και διδακτορικές διατριβές που σχετίζονται, άμεσα ή έμμεσα, με την ποντιακή διάλεκτο. Έτσι πρόχειρα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης θυμίζω τη διατριβή της Μυρτώς Κουτίτα-Καϊμάκη, Ο υποκορισμός στην ποντιακή διάλεκτο, το 1984, και του Σωφρόνη Χατζησαββίδη, Φωνολογική ανάλυση της ποντιακής διαλέκτου (ιδίωμα της Ματσούκας), το 1985. Οι διατριβές αυτές, που εκπονήθηκαν με βάση τις νεότερες γλωσσολογικές απόψεις, έχουν παρουσιαστεί αναλυτικά από τον υποφαινόμενο στο Αρχείον Πόντου τόμος 44 και 45 (1992-93 και 1994). Έμμεσα σχετίζονται με την ποντιακή άλλες διατριβές, από τις οποίες μνημονεύω: του Βασίλη Αναστασιάδη, Η σύνταξη στο φαρασιώτικο ιδίωμα της Καππαδοκίας, το 1976, όπου γίνονται πολλοί παραλληλισμοί με τα της ποντιακής, και του Γερμανού Stefhen Henrick, Κλητικές και γενικές σε –ο από αρσενικά σε –ος στα μεσαιωνικά και νέα ελληνικά, το 1976, η οποία επίσης έχει παρουσιαστεί στο Αρχείον Πόντου τ. 43 (1990-91) από τον υποφαινόμενο επίσης. [Ο κ. Henrick, θυμίζω, έχει δημοσιεύσει και άλλες εργασίες με αποκλειστικά ποντιακή θεματογραφία.]            

 

Έχουμε πει ότι «η ποντιακή είναι η πιο μελετημένη διάλεκτος της ελληνικής». Αυτό είναι αλήθεια, αλλά αυτό, φυσικά, δε σημαίνει ότι αρκεί, πια σταματάει η περαιτέρω έρευνά της. Πρώτον, γιατί υπάρχουν πάντα αδιερεύνητα θέματα, τα οποία αξίζει να μελετηθούν, και, δεύτερον, γιατί και θέματα που μελετήθηκαν παλαιότερα μπορούν να κοιταχθούν κάτω από το πρίσμα των σύγχρονων γλωσσολογικών αντιλήψεων και μεθόδων. Τέτοια θέματα, που αξίζει να μελετηθούν ή να μελετηθούν περαιτέρω, θα μνημόνευα ενδεικτικά:

 

α)  Φωνολογικά ζητήματα της ποντιακής (σε σχέση με τα φωνητικά), επιτονισμοί (intonations) στην ποντιακή (που είναι πολλοί) κ.ά.

 

β) Μορφολογικά ζητήματα, όπως το γένος των ουσιαστικών στην ποντιακή και η κλίση τους, οι αντωνυμίες, η αύξηση των ρημάτων κ.ά.

 

 [Σχετικά με το γένος των ουσιαστικών στην ποντιακή αναφέρω, για παράδειγμα, ότι παρατηρούμε στην ποντιακή πως ένα μεγάλο μέρος από  τουρκικές λέξεις που πέρασαν αφομοιωμένες στην ελληνική γλώσσα, ενώ στην κοινή νεοελληνική χρησιμοποιούνται στο αρσενικό γένος, στην ποντιακή εκφέρονται στο θηλυκό: η παρά (ο παράς στην κοινή νε), η τορβά, η μαχαλά, η τεμενά, η σεβντά, η παχτσά, η χαλβά  κ.ά.π.)].

 

γ)  Συντακτικά, όπως η σειρά των όρων της φράσης, η χρήση των χρόνων, το aspect (δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο ο ομιλητής παρουσιάζει ένα γεγονός – συνοπτικά, εξελικτικά, συντελεσμένα κτλ.) και οι τροπικότητες (δηλαδή η στάση του ομιλητή σχετικά με το περιεχόμενο του εκφωνήματος, με την αλήθεια που περιέχει ή την αναγκαιότητα πραγματοποίησής του), οι σύνδεσμοι (π.χ. το πολύσημα πα).

 

δ)  Κοινωνιογλωσσολογικά και διαλεκτολογικά θέματα, όπως οι υποδιάλεκτοι στον Πόντο, επιδράσεις και αλληλεπιδράσεις, διαφορές στην ομιλία της ποντιακής κατά ηλικία, φύλο, κοινωνικό status.

 

ε)  Ψυχογλωσσολογία, κειμενογλωσσολογία και πραγματολογία στην ποντιακή, π.χ. δείξη- deixis (δηλαδή ο προσδιορισμός του χώρου και του χρόνου του εκφωνήματος), θέμα-ρήμα-εστία (δηλαδή η σειρά των όρων της φράσης και η αξία τους), πράξεις λόγου και ανάλυση λόγου, κ.ά. όπως το θέμα της ταξινόμησης των ιδιωμάτων της ποντιακής διαλέκτου, που δεν έχει κλείσει ακόμα κτλ.

 

     Αυτά και άλλα παρόμοια θέματα αξίζει να ερευνηθούν, γιατί πρέπει πια να ξεπεράσουμε τις παραδοσιακές γραμματικές και συντακτικές αναλύσεις. Εκείνες ήταν απαραίτητες τον πρώτο καιρό, για να έχουμε τη γνώση των βασικών παραμέτρων της διαλέκτου μας, όμως τώρα είναι καιρός να προχωρήσουμε σε πιο εξειδικευμένα θέματα. Αυτό είναι δυνατόν να γίνει τώρα, γιατί τώρα έχουμε την απαραίτητη τεχνογνωσία αλλά και γιατί, όπως είπαμε, έχει προηγηθεί η μέχρι σήμερα έρευνα, και χωρίς αυτήν θα ήταν αδύνατο να κάνουμε τα βήματα για τα οποία μιλάμε.

    Τέλος, μη λησμονούμε και μία άλλη παράμετρο: είπαμε πριν ότι η ποντιακή διάλεκτος δεν είναι μόνο η γλώσσα που μιλήθηκε από τους προγόνους μας στον Πόντο. Εξακολουθεί να μιλιέται μέχρι και σήμερα, και μάλιστα από όσους συμπατριώτες μας έχουν εγκατασταθεί σε συμπαγείς και αμιγείς προσφυγικές εγκαταστάσεις μιλιέται αποκλειστικά, ως γλώσσα καθημερινής επικοινωνίας, χωρίς πολλές γλωσσικές προσμείξεις (ενώ στις μεμονωμένες εγκαταστάσεις η ομιλούμενη ποντιακή – όπως εξάλλου και οι άλλες νεοελληνικές διάλεκτοι – δέχτηκε τις ισχυρές επιδράσεις της νεοελληνικής). Όπως και να έχει το ζήτημα, εφόσον η ποντιακή δεν έπαψε να μιλιέται, αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις από την ποντιακή του Πόντου, γιατί, όπως έχουμε  πει, μόνο οι ομιλούμενες γλώσσες έχουν το προνόμιο να αλλάζουν, να εξελίσσονται. Το γεγονός είναι ότι αγνοούμε την ακριβή έκταση των αλλαγών αυτών. Γιατί εκτός από κάποιες παρατηρήσεις, περισσότερο ενδεικτικού χαρακτήρα, (Χατζησαββίδης 1985 και 1995 και άλλοι), δεν έχουμε κάτι συστηματικό.

     Για να γνωρίσουμε λοιπόν τα σημερινά ποντιακά, δηλαδή τα ποντιακά των Ποντίων που τα έμαθαν και τα μίλησαν εδώ στην Ελλάδα, δε χρειάζεται να κάνουμε κάτι συνταρακτικό. Απλώς χρειάζεται αλλαγή ερευνητικής νοοτροπίας. Να καταγράφουμε και να αποτυπώνουμε τη σημερινή  ποντιακή ομιλία. Να δούμε αν και πόσο αλλοιώνεται η ποντιακή, με την πάροδο του χρόνου, από τις διάφορες γλωσσικές επιδράσεις. Να δούμε ποια είναι τα στοιχεία της ποντιακής (γραμματικά, συντακτικά, λεξιλογικά) που αλλάζουν κατά προτεραιότητα και πόσο. Να δούμε πόσο επηρεάζεται από την κοινή νεοελληνική (πολύ, υποθέτουμε) και πόσο από τις διαλέκτους ή τα ιδιώματα. Με δυο λόγια να γνωρίσουμε τη σημερινή φυσιογνωμία της ποντιακής διαλέκτου, τα σημερινά ποντιακά. Το να μένουμε στην αποκλειστική μελέτη της ποντιακής όπως μιλήθηκε στον Πόντο είναι σαν να μελετούμε σήμερα μονάχα την αρχαία ελληνική και να αγνοούμε, από ερευνητική άποψη, τη μεσαιωνική ή τη νέα ελληνική γλώσσα. Δεν πιστεύω ότι είναι κανείς που δε συμφωνεί με την άποψη αυτή.

 Δε θέλω να σας κουράσω περισσότερο. Σας ευχαριστώ».

 

Η εκδήλωση έκλεισε με δεξίωση κατά την οποία οι προσκεκλημένοι είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν και ν’ ανταλλάξουν απόψεις.

 

 

 

 

2 Φεβρουαρίου 2013

 

Τιμητική εκδήλωση για την Δέσποινα Βαρβέρη-Κωνσταντινίδου

 

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών πραγματοποίησε το Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013 και ώρα 18:30, στην αίθουσα εκδηλώσεων του κτηρίου της «Στέγη Κειμηλίων του Ελληνισμού του Πόντου», εκδήλωση προς τιμήν της Δέσποινας Βαρβέρη-Κωνσταντινίδου, εκπαιδευτικού–σχολάρχη και επί σειρά ετών Γενικής Γραμματέως της. Κατά την εκδήλωση έγινε παρουσίαση του βιβλίου της «Τα σωζόμενα έγγραφα της Επιτροπείας Ποντίων Ελλήνων Κωνσταντινουπόλεως», Παράρτημα 29 του «Αρχείου Πόντου».

 

Σύμφωνα με το πρόγραμμα ο Πρόεδρος της Ε.Π.Μ. κ. Χρήστος Γαλανίδης, αφού καλωσόρισε το εκλεκτό ακροατήριο, απηύθυνε τον ακόλουθο χαιρετισμό:

 

Εκλεκτοί  προσκεκλημένοι,

Μου  έχει  δοθεί  η  ευκαιρία, κι  άλλη  φορά, να  πω  ότι  στη  ζωή  μου  υπήρξα  τυχερός,  γιατί  γεννήθηκα  και  μεγάλωσα  μέσα  σε  μια  παραδοσιακή  ποντιακή  εννεαμελή  οικογένεια  από  γονείς  Πόντιους,  έξι  παιδιά  και  τον  παππού  μαζί  μας,  απέκτησα  κι  εγώ  πολυμελή  οικογένεια  με  πέντε  παιδιά  και  τη  γιαγιά  κοντά  μας  και  τέλος  ανήκω  και  βιώνω  τις  ομορφιές  και  τα  προβλήματα  της  μεγάλης  ποντιακής  οικογένειας  στην  οποία  ανήκουμε  όλοι  σχεδόν  οι  Πόντιοι  και  νιώθουμε  υπερήφανοι  γι’ αυτό. 

Στη σημερινή μας σύναξη, ως καλοί οικοδεσπότες, καλέσαμε και τους φίλους μας  για να τιμήσουμε ένα ξεχωριστό μέλος αυτής της οικογένειας, την αείμνηστη Δέσποινα Βαρβέρη–Κωνσταντινίδου που έφυγε από κοντά μας το 2009, να παρουσιάσουμε το βιβλίο της «Τα σωζόμενα  έγγραφα  της  Επιτροπείας  Ελλήνων Ποντίων Κωνσταντινουπόλεως», το  οποίο  αποτελεί  προϊόν  μακροχρόνιας  έρευνας  και  μελέτης  αρχειακού  υλικού  που  πραγματοποίησε  η  ίδια  όσο  ζούσε, αλλά  δεν  πρόλαβε  παρά τη μακροημέρευση της, να ζήσει να το χαρεί ολοκληρωμένο, είναι  όμως κοντά μας τα παιδιά της ο Σάββας και η Ελένη που χρηματοδότησαν  γενναιόδωρα την  έκδοση του ογκώδους αυτού έργου της και τους οποίους  ευχαριστούμε  ιδιαίτερα  γι’ αυτό και για  την  γενικότερη  συμπαράστασή τους, στην προσπάθεια που καταβάλουμε να  διατηρήσουμε  την  Ε.Π.Μ.  στο  επίπεδο  που  της  αρμόζει. Επίσης μαζί μας είναι οι  σύζυγοί  τους, τα  εγγόνια  της  και  πολλά  αγαπημένα  συγγενικά  της  πρόσωπα.

     Σ’ αυτή τη σεμνή τελετή, αντάξια του ήθους και της σεμνότητας της τιμωμένης,  η  Ε.Π.Μ. θα ανακηρύξει την αείμνηστη Δέσποινα Βαρβέρη–Κωνσταντινίδου  ευεργέτη  της,  απονέμοντας  το επίχρυσο μετάλλιο ευεργέτου και ειδική περγαμηνή που  ομόφωνα  αποφάσισε  το  Δ.Σ.  της  Επιτροπής μας.

     Η συγχωρεμένη μάνα μου έλεγε «το νερό του μικρού και ο λόγος του μεγάλου»,  και επειδή εγώ άκουγα πάντα τη μάνα μου, θα δώσω το λόγο στη μεγάλη μου  αδελφή Έλσα Γαλανίδου-Μπαλφούσια, φιλόλογο–λαογράφο, μέλος του Δ.Σ. της  Ε.Π.Μ., για να μας μιλήσει για τη ζωή και τη δράση της αείμνηστης Δέσποινας  Βαρβέρη–Κωνσταντινίδου, αφού πρώτα δούμε στην οθόνη μας φωτογραφικό  υλικό  που μας εμπιστεύθηκε η οικογένεια και το οποίο επεξεργάσθηκε και προβάλλει ο  βιβλιοθηκονόμος μας Στάθης  Καρούμπης.

 

Μετά την προβολή ο Πρόεδρος κ. Χρήστος Γαλανίδης κάλεσε στο βήμα την κ. Έλσα Γαλανίδου-Μπαλφούσια, η οποία μίλησε με τα παρακάτω λόγια:

 

Δέσποινα  Βαρβέρη – Κωνσταντινίδου 1914 – 2009

«Ο  Ουρανόν  ελίβωσεν, τ’ ελατοκλάδα  κλαίγ’νε,

κι  οι  μειζοτέρ’ τ’ εμέτερον, απ’ είνας  είνας φεύ’νε»

 

  Ουρανός  γέμισε  μαύρα  σύννεφα, τα  ελατόκλαδα  κλαίνε

και  οι  δικοί  μας  οι  πρεσβύτεροι (άρχοντες) από ένας – ένας  φεύγουν  απ’ τη  ζωή)

 

     Μία απ’ αυτούς, «τοί μειζοτέρτς» που μας εγκατέλειψε  στις 14 Σεπτεμβρίου του  2009, ήταν και η Δέσποινα Βαρβέρη–Κωνσταντινίδου, εκπαιδευτικός, ερευνήτρια  ποντιακών θεμάτων, Γενική Γραμματέας της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών (Ε.Π.Μ.), ενεργό μέλος Ποντιακών Σωματείων, μα πάνω απ’ όλα Άνθρωπος με Α  κεφαλαίο. Άνθρωπος με ήθος, καλοσύνη, ευγένεια, υπευθυνότητα, εργατικότητα, καρτερία, μεγαλοψυχία.

     Η  Δέσποινα γεννήθηκε στις 13 Οκτωβρίου του 1914 στην Αμισό, που από τους  Τούρκους έγινε Σαμψόν (εις Αμισόν–Σαμψόν) και οι Έλληνες τη λέγανε  Σαμψούντα.     Εδώ, στην Αμισό, ήρθε κάποτε ο παππούς της  Δέσποινας, Θεόδωρος  Βαρβέρης  από  το Λεωνίδιο της Λακωνίας, αγάπησε τον τόπο, παντρεύτηκε τη Μαρία το γένος  Βαμβακίδη και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αμισό.

     Η Αμισός είχε εξελιχθεί στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ουαιώνα σε μια  όμορφη και πλούσια πόλη, κράμα Ευρωπαϊκής και Ανατολίτικης πόλης. Οι κάτοικοι  πλούτισαν από το εξαγωγικό και εισαγωγικό εμπόριο, κόσμησαν την πόλη με  ωραιότατα κτίσματα, σπίτια, ναούς, σχολεία, ευαγή ιδρύματα κ.ά. και όλοι  προσπαθούσαν να γίνει η πόλη τους ακμαία κι ευτυχισμένη. Στην Αμισό, στο κέντρο της ελληνικής συνοικίας ήσαν τα σχολεία τους, ένα σε  κάθε γωνιά του υπέρλαμπρου Μητροπολιτικού Ναού τους, της Αγίας Τριάδος.  Σήμερα ο ναός δεν  υπάρχει. Οι Τούρκοι τον έκαναν στρατώνα, μετά κινηματογράφο  και τέλος στη θέση του έχτισαν σχολείο. Τα άλλα σχολεία υπάρχουν και τα  χρησιμοποιούν σήμερα ως διδακτήρια χωρίς καμία μεταβολή στα κτιριακά  συγκροτήματα.

     Τα πρώτα της γράμματα η Δέσποινα τα έμαθε στο Νηπιαγωγείο Αμισού που ήταν  τριτάξιο μικτό και είχε κτισθεί με χρήματα του ευεργέτη Χατζηδημητρίου Τσινεκίδη.  Το 1903 το  Νηπιαγωγείο είχε 400 παιδιά. Μου διηγήθηκε η Δέσποινα, κάποτε, τη  ζωή της στο Νηπιαγωγείο, αλλά ακριβώς την ίδια πληροφορία βρήκα και στο  προσωπικό της αρχείο.

 

 Γράφει  η  Δέσποινα:

     «Η  γράφουσα  την  παρούσα  εργασία  γεννήθηκα  στην  Αμισό (Σαμψούντα) και  φοίτησα  στο  Νηπιαγωγείο  έξι(6) μήνες  περίπου  το  1920–1921.  Στη  γιορτή  των  ¨Τριών  Ιεραρχών γινόταν  σχολική  γιορτή  στην  αυλή  της  εκκλησίας  της  Αγίας  Τριάδος  και  είχα  πει  το  παρακάτω  ποίημα:

 

     Εμείς  πουλάκια  εύθυμα

     στον  κάμπο  κελαηδούμε

     πολλά  τραγούδια  ξέρουμε

     κι  ελεύθερα  πετούμε.

     Τρα, λα, λα, λα (τέσσερις φορές)

 

     Μετά, όλα  τα  νήπια  το  τραγουδούσαμε  μαζί.  Εν  τω  μεταξύ  έγινε  μια  ταραχή …  και  η  νηπιαγωγός  μας  άφησε  και  έφυγε …».

 

     Όπως μου είπε η ίδια, τα παιδιά στην αρχή τα έχασαν, μετά άρχισαν να  σκορπίζονται  πανικόβλητα, γιατί στ’ αυτιά τους έφτασε η είδηση  ότι οι  Τούρκοι  θα  κόψουν τα κεφάλια των μαθητών που φορούσαν ναυτική στολή. Κ’ εδώ  λειτούργησε  το ένστικτο. Η  Δέσποινα φορούσε ναυτική στολή, μπλε φούστα και μπλούζα, με  τον  χαρακτηριστικό ναυτικό γιακά (μπελαμά). Φορούσε ακόμη και καπέλο που πάνω  έγραφε  «ΑΒΕΡΩΦ». 

 

     Τον λόγο δίνω και πάλι στην αείμνηστη Δέσποινα:

     «Αμέσως έβγαλα το καπέλο μου και το έβαλα στον κόρφο μου  και πήρα το δρόμο  για το σπίτι  μου. Επειδή η απόσταση του σπιτιού μου και του Νηπιαγωγείου ήταν  περίπου 3 χιλιόμετρα, η γιαγιά μου(Μαρία) με πήγαινε το πρωί και το μεσημέρι  ερχότανε και μ’ έπαιρνε. Όταν με είδε στη μέση του δρόμου, κοντά στη Φράγκικη  Εκκλησιά, απόρησε και στεναχωρημένη με ρώτησε. Της διηγήθηκα τι συνέβη, έκανε το  σταυρό της, με φίλησε, έβαλε το χέρι της στην πλάτη μου και προχωρήσαμε για το  σπίτι  και τα διηγήθηκε στη μητέρα μου, και η μητέρα μου έκανε το σταυρό της και με  φίλησε».

     Αυτά έχει γράψει στο προσωπικό της αρχείο. Τα ίδια μου τα διηγήθηκε το  Φεβρουάριο του 1996 και μετά κι άλλες  φορές.

 

     Η συμφορά άρχισε πια να χτυπά την πόρτα τους. Οι καιροί έγιναν πολύ δύσκολοι  για τους Έλληνες. Οι Τούρκοι του Κεμάλ ομαδικά και μεθοδικά ξεκλήριζαν τις  ελληνικές οικογένειες στέλνοντας τους άντρες άλλους στα «Αμελέ Ταμπουρού» (τάγματα εργασίας, ουσιαστικά τάγματα θανάτου), άλλους εξορία, άλλους στις  φυλακές και άλλους στις αγχόνες (Αμισού, Αμάσειας). Ήθελαν ν’αφήσουν  ακέφαλους τους αμάχους και στη συνέχεια να τους εξαφανίσουν. Τότε  συνέλαβαν  και τον πατέρα της Δέσποινας, Χαράλαμπο Βαρβέρη, και τον φυλάκισαν. Δύο φορές  επισκέφθηκε η μικρή Δέσποινα, μαζί με τη γιαγιά της Μαρία, τον πατέρα της στη  φυλακή.  Μετά  εξαφανίστηκαν τα ίχνη του, όπως, βέβαια, έγινε  με  χιλιάδες  άλλους  Έλληνες του Πόντου.

     Η χήρα πλέον Ελένη με την πεθερά της Μαρία και τα δύο παιδιά  τους  Δέσποινα  και  Θεόδωρο, ακολουθώντας τη μοίρα όλων, ήλθαν στην Ελλάδα το 1922, στην  αρχή, για  έξι  μήνες,  στην  Ηγουμενίτσα και μετά στον Πειραιά.

     Η Δέσποινα αγαπούσε τα  γράμματα, ήταν επιμελής, αρίστευε και ήθελε να γίνει  φαρμακοποιός για να βοηθάει τη φιλάσθενη μάνα της. Όμως, η δασκάλα της,  Δέσποινα  Κατρανίδου,  είχε διαβλέψει ότι η μικρή μαθητριούλα της θα γινόταν μια  άριστη δασκάλα – παιδαγωγός και τη συμβούλεψε να γίνει δασκάλα. Και δεν είχε πέσει έξω. Το πόσο επηρέασε και βοήθησε τη Δέσποινα φαίνεται από μια  ευχαριστήρια επιστολή της που έστειλε στη δασκάλα της όταν πια κι αυτή ήταν  δασκάλα. Μερικά αποσπάσματα από αυτή την επιστολή καταδεικνύουν την αξία της  συμπαράστασης, όταν κανείς βρίσκεται σε πολύ δύσκολή θέση, όπως το προσφυγάκι – ορφανό με τη φιλάσθενη μητέρα. Γράφει: «ΣΤΗ  ΔΑΣΚΑΛΑ  ΜΟΥ  σ’ εκείνη … που  φώτισε με γνώση τα σκοτάδια της ψυχής μου, στη  πνευματική  μου Μητέρα, αφιερώνω  τις  γεμάτες  μ’ ευγνωμοσύνη  τούτες  γραμμές.  Μικρή παιδούλα ήρθα κοντά σου και  με δέχτηκε η μητρική σου αγκάλη ο πόνος έγινε πόνος δικός σου, η χαρά μου δική σου  χαρά κι η ψυχή σου άκουσε κάθε φτερούγισμα της δικής μου ψυχής …Κάθε  γνώση και  μια χαρά, κάθε λέξη δική σου και μια πηγή γνώσης …Και τα χρόνια πέρασαν κι η  ψυχή  σφυρηλατήθηκε με τα διδάγματά σου κι η μικρή παιδούλα του χθες μεγάλωσε με το  όνειρο να κάνει πραγματικότητα το πιο ωραίο ιδανικό: να ακολουθήσει το δρόμο που  Συ, η  Πνευματική Μητέρα είχες διαλέξει …».

 

     Και δεν έπεσε έξω η δασκάλα της. Η Δέσποινα τελείωσε το «Διδασκαλείο  Θηλέων Πειραιώς» τη σχολική περίοδο 1932–1933 με γενικό βαθμό Άριστα, 9,96.  Σε δύο μόνον από τα δώδεκα (12) μαθήματα ο βαθμός της ήταν 9,75. Στα άλλα δέκα (10) ο βαθμός ήταν Άριστα 10. Πήρε μάλιστα και υποτροφία από το κληροδότημα  των «Αδελφών Ζωσιμά», «ως επιτυχούσα εις διενεργηθέντα σχετικόν  διαγωνισμόν…».  Και ήταν τότε η υποτροφία 500 δραχμές μηνιαίως από 11-12-1931  μέχρι τέλους  Ιουνίου 1933.

     Μετά τη λήψη του πτυχίου η Δέσποινα εργάστηκε δύο χρόνια (1933-1935) ως  δασκάλα στην Ιδιωτική Σχολή Δέσποινας Κατρανίδου στα Ταμπούρια. Ανήσυχη και  δημιουργική όπως ήταν άνοιξε δική της ιδιωτική σχολή στη Δραπετσώνα το 1935, σε  ηλικία μόλις 21 ετών, η οποία λειτούργησε μέχρι το 1941 και έκλεισε λόγω του  πολέμου. Μετά τον πόλεμο, το 1950 ανοίγει το  νέο της  Ιδιωτικό Δημοτικό  Σχολείο  στα όρια Καισαριανής – Παγκρατίου το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1964. Στη  συνέχεια εργάστηκε στο Δημόσιο σε διάφορα σχολεία της επικράτειας και  συνταξιοδοτήθηκε  το 1984. Απ’ όπου κι αν πέρασε η δασκάλα  Δέσποινα άφησε τη σφραγίδα του καλού και  τρυφερού εκπαιδευτικού, αλλά και του ανθρώπου που ενδιαφέρεται για τα κοινά. Τη  φλόγιζε συνεχώς η αγάπη της για το παιδί και την παιδεία. Μέχρι που  συνταξιοδοτήθηκε προσέφερε 39 χρόνια από τη ζωή της στην εκπλήρωση αυτής της  αγάπης, αυτού του τεράστιου έργου.

     Μια άγνωστη πτυχή της ζωής  της, σε πολλούς από εμάς, είναι η φιλανθρωπική  της δράση, γιατί, σεμνή όπως ήταν, φρόντιζε να εφαρμόζει την Ευαγγελική ρήση «Μη γνώτω η δεξιά σου, τι ποιεί η αριστερά σου». Ήδη από το 1939 ενδιαφέρεται  για τα φτωχά παιδιά της Δραπετσώνας. Στις 13 Ιουνίου 1939 ο Αρχιεπίσκοπος  Αθηνών Χρύσανθος ο από Τραπεζούντος την διόρισε μέλος του Δ.Σ. του  Φιλόπτωχου Ταμείου της Ενορίας του Αγίου Φανουρίου Δραπετσώνας. Στις 2  Δεκεμβρίου του 1940 ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος βεβαιώνει την ταυτότητά της  «δ/δος Δεσποίνης Βαρβέρη, μέλους της Επιτροπής Ενισχύσεως της Οικογενείας του  Αγωνιστού ενορίτου του Ι.Ναού Αγ.Φανουρίου Πειραιώς». Για το έργο της η  Αρχιεπισκοπή την τίμησε με Σταυρό που επάνω έγραφε  «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ». Τον  Σταυρό αυτό και την ταυτότητα παρέδωσε η ίδια στην Επιτροπή Ποντιακών  Μελετών (Ε.Π.Μ.) το 1996. Στις 16 Δεκεμβρίου του 1940 με επιστολή που φέρει την  υπογραφή του Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου, η Υπηρεσία Προνοίας Στρατευομένων  της Αρχιεπισκοπής, αφού την επαινεί για τις προσφερόμενες υπηρεσίες της, την  ορίζει «εντεταγμένη  σύμβουλο»  του Παραρτήματος της Ενορίας Αγίου Φανουρίου  Πειραιώς.

     Η προσφορά της αείμνηστης Δέσποινας ήταν συνεχής και δεν περιοριζότανε  μόνο  προς τους φτωχούς και τα ορφανά. Φρόντιζε και για την πνευματική τροφή,  για την  ενημέρωση των μελών των διαφόρων Συλλόγων  αλλά  και άλλων προσωπικοτήτων, πλουτίζοντας τις βιβλιοθήκες τους με διάφορα βιβλία κι  αυτό,  γιατί ήθελε όλοι να  μάθουν την ιστορία του Πόντου και τα δεινοπαθήματα των Ελλήνων του Πόντου.    

     Το 1943 η Δέσποινα παντρεύτηκε με τον Δημοκράτη Σάββα Κωνσταντινίδη, γεννημένο στα Σούρμενα του Πόντου, αποκτώντας έτσι έναν εξαίρετο  συμπαραστάτη στις πνευματικές της ανησυχίες και αναζητήσεις. Ο σύζυγός της  ήταν  ένας υπέροχος, ευαίσθητος πνευματικός άνθρωπος με σπουδές στις προξενικές και  εμπορικές επιστήμες και με διδακτορική διατριβή με θέμα: «Η βιομηχανία τάπητος  στην Ελλάδα».   Τον έχασε στις 3 Νοεμβρίου του 1977. Μαζί του απέκτησε  δύο  παιδιά, τον Σάββα και την Ελένη. Ευτύχησε να δει τα παιδιά της παντρεμένα και  αποκαταστημένα και να χαρεί εγγόνια και δισέγγονα.

     Οι πνευματικές ανησυχίες της Δέσποινας την οδήγησαν στην Επιτροπή  Ποντιακών Μελετών (Ε.Π.Μ.). Στις 11Μαΐου του ιδίου έτους εκλέχτηκε ομόφωνα  μέλος της Ε.Π.Μ. Εκεί, όπως και οι πιο πολλοί μας, άρχισε να εργάζεται υπό την  καθοδήγηση του τότε Προέδρου μας,  του αείμνηστου Δρ. Οδυσέα  Λαμψίδη. Θέμα  της: «Αποδελτίωση βιβλίων για την Επιτροπή Ποντίων Ελλήνων  Κωνσταντινουπόλεως».  Εφοδιάζεται με ειδική κάρτα αδείας εισόδου για το  «Ιστορικό  Αρχείο» του Υπουργείου Εξωτερικών και αρχίζει την έρευνα.  Καταφεύγει  σε διάφορα αρχεία για να συγκεντρώσει το υλικό της, μέρος του οποίου  δημοσιεύεται  στο  «Αρχείον  Πόντου», τόμος  40 του 1985, σελ.249-279.

     Με ενέργειές της ποικιλοτρόπως πλούτιζε το ταμείο και τη βιβλιοθήκη της  Ε.Π.Μ., είτε με δικές της προσφορές, είτε με προσφορές φίλων και συγγενών.  Σήμερα 2-2-2013 παρουσιάζουμε ολοκληρωμένη την  εργασία της στο ομότιτλο  βιβλίο  της.  Η ίδια έκανε διάφορες ομιλίες και αντιπροσώπευσε την Ε.Π.Μ. σε  πολλές πνευματικές εκδηλώσεις.

     Το 1992 με πράξη του το Δ.Σ. της Ε.Π.Μ. ανέθεσε στην Δέσποινα Βαρβέρη–Κωνσταντινίδου τα καθήκοντα της Γενικής Γραμματέως, σε αντικατάσταση της  ασθενούσης τότε αειμνήστου Αθηνάς Μακρίδου–Καλλιγά. Η τελευταία υπογραφή  της Δέσποινας βρίσκεται στα πεπραγμένα του Δ.Σ. της Ε.Π.Μ. του έτους 2005.

     Ο πανδαμάτωρ χρόνος την κράτησε μακριά από την Ε.Π.Μ. μόνο σωματικώς, γιατί πνευματικώς μέχρι την τελευταία της πνοή, ήθελε να ενημερώνεται για τον  αγαπημένο της Πόντο, για την αγαπημένη της γενέτειρα την Αμισό, που πάντα  πονούσε για το οικτρό τέλος της.

     Ήθελε ακόμη να ενημερώνεται για τους αγαπημένους φίλους και συνεργάτες  της.  Μας αγαπούσε όλους και πάντα ήταν με το χαμόγελο, πάντα ευγενική και  γλυκυτάτη, πάντα ειρηνοποιός. Το Δ.Σ. της Ε.Π.Μ. το  λάμπρυνε όχι μόνο με την  παρουσία της, αλλά και με τα καλούδια που φρόντιζε να μας φέρνει πάντα, σαν  στοργική μάνα και γιαγιά. Η νύφη της  Ελένη (από  αδελφό της Θεόδωρο) μου  τόνισε  κάποτε : «ότι η Δέσποινα σε όλους βλέπει μόνο τα καλά, τίποτε άσχημο και  κακό».

     Πώς να λησμονήσουμε την ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ των Ποντίων, τη Δέσποινα Βαρβέρη – Κωνσταντινίδου;  Πώς να λησμονήσουμε την αγαπημένη συνάδελφο και φίλη;

     Όσοι τη  γνώρισαν,  θα τη θυμούνται με πολλή αγάπη και θα ζει στη μνήμη και  στην καρδιά μας, γιατί οι νεκροί μας πεθαίνουν όταν τους λησμονούμε.

     Αγαπημένη φίλη Δέσποινα, αναπαύσου εν ειρήνη, ας είναι ελαφρύ το χώμα της  Αττικής γης που σε σκεπάζει.

 

Στη συνέχεια ο Πρόεδρος κ. Χρήστος Γαλανίδης απευθύνθηκε στο ακροατήριο και είπε:

      Πριν δώσω το λόγο στον αγαπητό και σεβαστό φίλο Πάνο Ηλιάδη, φιλόλογο τ. λυκειάρχη, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου μας,  ο οποίος θα μας παρουσιάσει  το  βιβλίο «Τα σωζόμενα έγγραφα της Επιτροπείας Ελλήνων Ποντίων  Κωνσταντινουπόλεως», 29ο Παράρτημα του «ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΟΝΤΟΥ», θα μου  επιτρέψετε να διαβάσω ένα απόσπασμα από την εισαγωγή μου στο  έργο αυτό.

    «…Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών θεώρησε χρέος αφ’ ενός προς την αείμνηστη  Δέσποινα Βαρβέρη–Κωνσταντινίδου, που εργάστηκε άοκνα πάνω σ’ αυτά τα  έγγραφα, και αφ’ ετέρου προς την «Επιτροπεία Ποντίων Ελλήνων  Κωνσταντινουπόλεως», η οποία έδρασε ποικιλοτρόπως υπέρ των Ποντίων Ελλήνων  και του Ποντιακού Ζητήματος μετά τα έτη 1918 και μέχρι την ανταλλαγή των  πληθυσμών του 1922, να ολοκληρώσει αυτή τη προσπάθεια και να δημοσιεύσει  αυτοτελώς σε ιδιαίτερο Παράρτημα όλο το επεξεργασμένο υλικό.

     Χωρίς αμφιβολία τα 138 έγγραφα που περιλαμβάνονται σε αυτό το Παράρτημα  είναι ένα μόνο τμήμα από τα έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο του παραπάνω  Συλλόγου και ευρίσκονται εις χείρας της Ε.Π.Μ. και τα οποία έχουν ψηφιοποιηθεί  και είναι στη διάθεση των ερευνητών για περαιτέρω επεξεργασία, σχολιασμό και  δημοσίευση.

..........................................................................................................................

     Παραδίδονται λοιπόν σήμερα στους μελετητές και αποτελούν μία από τις  σπουδαίες πηγές της ιστορίας του νεότερου Ποντιακού Ελληνισμού».

 

Ακολούθησε η παρουσίαση του βιβλίου της Δέσποινας Βαρβέρη– Κωνσταντινίδου, «Τα έγγραφα της Επιτροπείας Ποντίων Ελλήνων Κων/πόλεως 1919-1922», 29ο Παράρτημα του περιοδικού «Αρχείον Πόντου», από τον κ. Πάνο Ηλιάδη:

 

Κυρίες  και  Κύριοι,

    Το ιστορικό της ανευρέσεως των εγγράφων αυτών το αναφέρει ο κ. Πρόεδρος  συνοπτικά στη σύντομη εισαγωγή του βιβλίου: Σε μια επίσκεψη του αείμνηστου  Προέδρου της Ε.Π.Μ. Οδυσσέα Λαμψίδη στη Θεσσαλονίκη με σκοπό την ανεύρεση  εγγράφων σχετικών με την ιστορία του Πόντου, την πρόσφατη με την αποτυχημένη προσπάθεια για τη δημιουργία ανεξάρτητης δημοκρατίας στον Πόντο 1919-1922.

Στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης του έδειξαν μια σακούλα με έγγραφα και επιστολές, που διαπίστωσε ότι ήταν από την Επιτροπεία Ποντίων Κωνσταντινουπόλεως. Τους εζήτησε να τα δώσουν στην Επιτροπή Ποντιακών  Μελετών για να βγάλει αντίγραφα, αλλ’ αυτοί εδίσταζαν. Τότε έβαλε τον Γεν. Γραμματέα της Ε.Π.Μ. Σίμο Λιανίδη, εξαίρετο φιλόλογο, που είχε ιδιαίτερους δεσμούς με τη Θεσσαλονίκη, ως καταγόμενος από τη Νέα Σάντα Κιλκίς και τους έπεισε να τα εμπιστευθούν στην  Ε.Π.Μ.. Το 1958 ο ιατρός Θεοφύλακτος Κ. Θεοφυλάκτου στο βιβλίο του «Γύρω στην Άσβεστη Φλόγα» εκτός από τις προσωπικές του αναμνήσεις  περιλαμβάνει  και  περιλήψεις  των πρακτικών  της  Εθνοσυνελεύσεως των Ποντίων στο Βατούμ της Ρωσίας. Πρόεδρος της  Εθνοσυνελεύσεως  ήταν  ο Βασ. Ιωαννίδης και Γεν Γραμματέας ο Θ. Κ. Θεοφυλάκτου. Στην  Επιτροπεία Ελλήνων Ποντίων  Κωνσταντινουπόλεως  πρόεδρος  ήταν  ο  ιατρός  Γεωργ. Θωϊδης  (1918-1922), ενώ  στην  Επιτροπή  Αθηνών  πρόεδρος  ήταν  ο  Καλαντίδης,  μετέπειτα  από τα  ιδρυτικά  μέλη  της  Ε.Π.Μ.  Η  πολυφωνία  όπως θα δούμε έβλαψε τον αγώνα των  Ελλήνων  Ποντίων  για  ανεξάρτητη δημοκρατία.  Οι μικρόψυχοι μεγάλοι Άγγλοι και Γάλλοι έδιναν υποσχέσεις στους υπόδουλους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για ελευθερία και αυτοδιάθεση για να τις ξεχάσουν μετά την ανακωχή και να φανερώσουν το στυγνό πρόσωπο του ιμπεριαλιστή, που ήσαν πράγματι  και  παντού  έβλεπαν  μόνο  οικονομικά  συμφέροντα  και  τίποτε  άλλο.

      Επανέρχομαι στο βιβλίο۬. Ο τότε  πρόεδρος  Οδ. Λαμψίδης  επρότεινε  σε πολλούς  από εμάς τους φιλολόγους, τον Χρ. Ανδρεάδη, εμένα κ.ά. να αναλάβουν την  εργασία  αυτή, της  εκδόσεως  των  εγγράφων  με  σύντομο  σχολιασμό  δηλ. περίληψη  του  κειμένου (επιστολής ή εγγράφου) και ολίγα βιογραφικά του αποστολέα και του παραλήπτη για να είναι έτοιμο να χρησιμοποιηθεί από τους επιστήμονες ιστορικούς. Αλλά διστάζαμε βλέποντας το μέγεθος της εργασίας, εκατοντάδες εγγράφων, εργασία  ετών κοπιαστική (και εν πολλοίς άχαρη). Η μόνη που εδέχθηκε προθύμως να  αναλάβει το επίμοχθο τούτο έργο ήταν η Γραμματέας του συλλόγου μας κ. Δέσποινα Βαρβέρη-Κωνσταντινίδου, το εθεώρησε, όπως μας έλεγε, έργο ζωής.  Επί σειρά ετών εργαζόταν άοκνα για την αποπεράτωση του έργου.  Αλλά την επρόλαβε το γήρας, ο «πανδαμάτωρ χρόνος», που εξασθενίζει τις δυνάμεις  σωματικές  και  πνευματικές.

Έτσι λοιπόν το παρέδωσε αρκετά προχωρημένο στην Επιτροπή. Ανέλαβαν και άλλοι δυο μέλη της Επιτροπής να συνεχίσουν και τελικά το αποτελείωσε ο  Πρόεδρος  μαζί με τον  Ιωάννη  Ερμόπουλο και  τον  βιβλιοθηκονόμο  μας  κ. Στάθη  Καρούμπη.  Τολμώ  να  πω , κυρίες  και  κύριοι,   ότι εάν δεν ανελάμβανε η κ. Δέσποινα Βαρβέρη-Κωνσταντινίδου το επίμοχθο αυτό έργο θα παρέμενε ανέκδοτο.  Έχουμε  τώρα  μπροστά  μας  τον  επιβλητικό  αυτό  τόμο των 702 σελίδων με 137 από τα έγγραφα της Επιτροπείας Ελλήνων Ποντίων Κωνσταντινουπόλεως σχολιασμένα και έτοιμα να χρησιμοποιηθούν από τους ασχολούμενους με την ιστορία του ποντιακού ελληνισμού στα ταραχώδη εκείνα χρόνια (1919-1922) και  που  μαζί  με  το  βιβλίο  του Θεοφύλακτου Κ.Θεοφυλάκτου αποτελούν μια πρώτης τάξεως πηγή για τη  συγγραφή ιστορίας της περιόδου αυτής. Ήδη ο φίλος, συνάδελφος Χρ. Ανδρεάδης εχρησιμοποίησε μέρος των εγγράφων ως πηγή για να συγγράψει μια σύντομη επιστημονική ιστορία του ανταρτικού κινήματος στον Πόντο. Είναι από πάσης απόψεως άξια επαίνων η κ. Δέσποινα Βαρβέρη–Κωνσταντινίδου  για  το   μέγα   έργο   που επιτέλεσε καθώς και όλοι όσοι έβαλαν έστω και ένα λιθαράκι για την  αποπεράτωση του έργου. Και είναι αξιέπαινη και για ένα  άλλο λόγο: Μετάδωσε  στα  παιδιά της,  τον Σάββα και την Ελένη την αγάπη για την πατρίδα των πατέρων μας, τον Πόντο, ώστε να γίνουν μαζί με τη μητέρα τους ευεργέτες της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, που από το1928 μοχθεί και προσπαθεί να διαφυλάξει, ως  κόρην οφθαλμού την  πατρογονική μας κληρονομιά.

      Η σεβάσμια μορφή της Δέσποινας Βαρβέρη-Κωνσταντινίδου θα ζει και θα υπάρχει πάντα ανάμεσά μας.  Υπήρξε μια υπέροχη Ελληνίδα.

 

Το λόγο πήρε στη συνέχεια ο Πρόεδρος κ. Χρήστος Γαλανίδης

«Εμείς οι Πόντιοι έχουμε μία φράση που  λέει  «Όποιος παίρ’ γομούται  η  εγκάλια  τ’ κι’όποιος δι’ γομούται   η  κάρδια  τ’»  δηλαδή όποιος παίρνει γεμίζει η  αγκαλιά  του και όποιος δίνει γεμίζει η καρδιά  του.

      Κυρίες και  κύριοι,

      Η Δέσποινα Βαρβέρη–Κωνσταντινίδου, Δέσποινα και Αρχόντισσα  των  Ποντίων,  αυτή τη φράση την έκανε πράξη και βίωμα ζωής, εμείς που την γνωρίσαμε και  συνεργαστήκαμε μαζί της έχουμε την πιο γλυκιά ανάμνηση και το πιο όμορφο  παράδειγμα. Στη μορφή της καθρεπτιζόταν το μεγαλείο της ψυχής της, η πραότητα  και η καλοσύνη της πληρότητας  της  ζωής της, αυτές τις αρετές τις  κληροδότησε  στα παιδιά της, το Σάββα και την Ελένη, που με την ίδια αγάπη περιβάλουν την  Επιτροπή Ποντιακών Μελετών.

 

      Αγαπητοί μας φίλοι,  Σάββα και Ελένη,

      Η σύμφωνη γνώμη σας να ανακηρύξουμε ευεργέτιδα την αξιολάτρευτη μητέρα  σας φέρνει στο νου μου τον Κλεόβι και τον Βίτωνα παιδιά της Κυδίππης  ιέρειας  της  θεάς Ήρας, που ζεύχθηκαν  το όχημα της μητέρας τους και την οδήγησαν γρήγορα  στο Ηραίον στην Ολυμπία, στους Ολυμπιακούς αγώνες και η Ήρα για ανταμοιβή  τους προσέφερε «Νήδυμον ύπνον». «Προς τιμήν των δε ανετέθησαν στο εν Δελφοίς, υπό των Αργείων αι εικόνας αυτών», όπως αναφέρεται στην ιστορία.  Σας εύχομαι  να είσθε πάντα καλά και η ζωή να σας ανταποδίδει τα ανάλογα.      

Η  Επιτροπή Ποντιακών Μελετών,  με ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ. ανακηρύσσει την αείμνηστη Δέσποινα Βαρβέρη–Κωνσταντινίδου ευεργέτιδα της Επιτροπής μας  εκτιμώντας την προσφορά της στη διοίκηση, ως γενικής γραμματέως κατά τα έτη  1992-2006,  καθώς και την οικονομική αρωγή της για την επίτευξη των σκοπών της  και απονέμει το παρόν μετάλλιον και την αντίστοιχη περγαμηνή, σαν ελάχιστο φόρο  τιμής.

Το βραβείο παρέλαβε εκ μέρους της οικογένειας ο εγγονός της τιμωμένης, Γεώργιος Παπαδήμας, γιατρός, γιος της Ελένης Κωνσταντινίδου, ο οποίος βαθιά συγκινημένος, αφού ευχαρίστησε το Δ.Σ. της Ε.Π.Μ., μίλησε με γλυκά και περιεκτικά λόγια για την αξιοθαύμαστη γιαγιά του. Την εκδήλωση τίμησαν επίσης οι εγγονές της τιμωμένης, Δέσποινα και Δάφνη Κωνσταντινίδη, κόρες του Σάββα, οι οποίες ήλθαν, ειδικά για την εκδήλωση, από τη Νέα Υόρκη των Η.Π.Α., όπου γεννήθηκαν και εργάζονται στην επιχείρηση του πατέρα τους. Ειδικότερα η Δάφνη Κωνσταντινίδη, δικηγόρος, ανεβαίνοντας στο βήμα ευχαρίστησε με τη σειρά της την Ε.Π.Μ. για την τιμή που έκανε στη γιαγιά της, καθώς και για την έκδοση του βιβλίου της.

 

Η εκδήλωση έκλεισε με δεξίωση κατά την οποία οι προσκεκλημένοι είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν και να συζητήσουν με τα μέλη της οικογένειας της αείμνηστης Δέσποινας Βαρβέρη-Κωνσταντινίδου.

 

Οικογενειακά κειμήλια της Δέσποινας Βαρβέρη-Κωνσταντινίδου εκτίθενται ήδη στο Μουσείο μας από την ίδρυσή του, ενώ άλλα εκτέθηκαν σε ειδική προθήκη, ειδικά για την εκδήλωση, με επιμέλεια της Εφόρου Μουσείου κ. Λένας Καλπίδου.

 

 

 

 

 

7 Απριλίου 2013

 

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών διοργάνωσε εκδήλωση την Κυριακή 7 Απριλίου 2013 και ώρα 11:00 στην αίθουσα εκδηλώσεών της, με θέμα «Η παιδεία και η πνευματική ζωή στον Πόντο».

Εισηγητές της εκδήλωσης ήταν ο Δρ Στυλιανός Λαμπάκης, Διευθυντής Ερευνών, Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών/Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και o Δρ Αντώνης Παυλίδης, Σχολικός Σύμβουλος.