Προηγούμενες Εκδηλώσεις

10 Νοεμβρίου 2013

 

Λεωνίδας Ιασονίδης (1884-1959)

Η ζωή, το έργο και η προσφορά του

 

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών πραγματοποίησε την Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013 και ώρα 11:00, στην αίθουσα εκδηλώσεων του κτηρίου της «Στέγη Κειμηλίων του Ελληνισμού του Πόντου», εκδήλωση προς τιμήν του Λεωνίδα Ιασονίδη, με αφορμή τη δωρεά κειμηλίων του προς το Μουσείο Ποντιακού Ελληνισμού, τα οποία προσέφεραν μέλη της οικογένειάς του και συγκεκριμένα οι ανεψιές του Αλεξάνδρα Ιασονίδου-Αργυροπούλου και Ναυσικά Ιασονίδου-Γκάγκα.

 

Σύμφωνα με το πρόγραμμα ο Πρόεδρος της Ε.Π.Μ. κ. Χρήστος Γαλανίδης, αφού καλωσόρισε το εκλεκτό ακροατήριο, απηύθυνε τον ακόλουθο χαιρετισμό:

 

Εκλεκτοί  προσκεκλημένοι, αγαπητά  μέλη  της  Ε.Π.Μ.,

«Ξηρανθήτω μν λάρυγξ, άν πιλαθώμεθά σου πάτριος ποντία γ».

 

Αλήθεια η φράση αυτή δεν μας πηγαίνει 25 περίπου αιώνες πίσω στο επίγραμμα  για τους τριακοσίους του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες: «Ω ξείν αγγέλλειν  Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι» σηματοδοτώντας, ίσως, τη διαχρονική συνέχεια του ελληνισμού; Η  Επιτροπή Ποντιακών Μελετών,  πιστή σ ’αυτή την ρήση που διατύπωσε και  μας άφησε ως ιερή παρακαταθήκη ο  αείμνηστος Λεωνίδας Ιασονίδης, ξεχωριστή προσωπικότητα με συνεχή και  σημαντική παρουσία στην πολιτική, κοινοβουλευτική και κοινωνική ζωή της  Ελλάδας, διοργανώνει τη σημερινή εκδήλωση μνήμης και τιμής, με παράλληλη  έκθεση και ανάδειξη των ιστορικών κειμηλίων του.

      Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών επιβεβαιώνει συνεχώς από της ιδρύσεώς της το  1927 με τις δραστηριότητές της, ότι είναι κιβωτός του ποντιακού ελληνισμού και της  «πατρώας  ποντίας  γης». Ενενήντα μία εκδόσεις επιστημονικού περιεχομένου, 53  τόμοι  του  «Αρχείου Πόντου, 31 παραρτήματα με αυτοτελείς πρωτότυπες εργασίες και 7 ειδικές εκδόσεις είναι αψευδείς μάρτυρες του έργου μας και επιβεβαιώνουν ότι  δεν λησμονούμε. Το εκδοτικό μας έργο δε σταματά, πριν 3 μήνες κυκλοφορήθηκε με  επιμέλεια του κου Αλέξιου Σαββίδη, καθηγητή πανεπιστημίου, ένας καλαίσθητος  τόμος με θέμα «Ο Βυζαντινός Πόντος» και έως το τέλος του χρόνου αναμένονται ο  54ος τόμος του «Αρχείου Πόντου» και η δημοσίευση, ως παράρτημα, μιας  εγκεκριμένης από το Α.Π.Θ. διδακτορικής διατριβής για τους προσφυγικούς  οικισμούς της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης περιοχής της.

      Το μουσείο μας εμπλουτίζεται συνεχώς με νέα κειμήλια, ευγενική προσφορά  των  συμπατριωτών μας, ενώ παραμένει ανοικτό καθημερινά από τις 10 το πρωί έως τις 4  το απόγευμα και κάθε μήνα γίνονται ξεναγήσεις σε σχολεία και συλλόγους από την  κα Λένα  Καλπίδου, έφορο Μουσείου.

      Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών παρακολουθεί τις σύγχρονες τεχνολογικές  εξελίξεις, εντάχθηκε ήδη στο πρόγραμμα «Ψηφιακή Σύγκλιση» που χρηματοδοτείται  από το Ε.Σ.Π.Α. και προκηρύξαμε διεθνή διαγωνισμό, ο οποίος δημοσιεύτηκε σε  τρεις ημερήσιες εφημερίδες, όπως προβλέπεται,  για την ανάδειξη αναδόχου για  ψηφιοποίηση του Μουσείου μας και εκμάθηση της ποντιακής διαλέκτου με  ηλεκτρονικό τρόπο με συνδέσεις προσβάσιμες σ’ όλο τον κόσμο.    

      Επίσης λειτουργεί η ιστοσελίδα μας, την οποία επισκέπτονται αρκετοί ερευνητές - μελετητές, επιπρόσθετα το κοινό μπορεί να ενημερώνεται και να παρακολουθεί τις  εκδηλώσεις μας μέσα από την  ιστοσελίδα  e-pontos.

      Στις 8-4-2009, σε  ειδική  εκδήλωση παράδοσης–παραλαβής των κειμηλίων  αυτών από την οικογένεια του Λεωνίδα Ιασονίδη, ο Δημήτριος Τομπουλίδης  προεδρεύων, εκείνη την περίοδο  της  Ε.Π.Μ.,  μεταξύ άλλων τόνισε «πριν 7 μήνες  περίπου οι ανεψιές του αείμνηστου συμπατριώτη μας Λεωνίδα Ιασονίδη, ιδρυτικού  μέλους της Ε.Π.Μ. και επί σειρά ετών μέλους του Δ.Σ. της, κυρίες  Άλεξ Ιασονίδου – Αργυροπούλου και  Ναυσικά  Ιασονίδου – Γκάγκα, εκδήλωσαν  την  απόφασή  τους  προς το Δ.Σ. της Ε.Π.Μ. να παραδώσουν στο μουσείο μας τρία ξεχωριστά μετάλλια  που τους είχε εμπιστευθεί ο θείος τους εν ζωή. Τα  μετάλλια αυτά είχαν απονεμηθεί  στον ίδιο κατά καιρούς από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων για την προσφορά του σ’ αυτό και τον ελληνισμό γενικότερα. Με το πρώτο μετάλλιο που του απένειμε το  Πατριαρχείο, τον αναγόρευσε και σε σταυροφόρο του Παναγίου Τάφου (έγγραφο  που μας παραδίδουν μαζί με τα μετάλλια).  

Για τα μετάλλια και τα κειμήλια αυτά θα  μας μιλήσει η κα Λένα Καλπίδου–Κορνάρου, αρχαιολόγος – μουσειολόγος μέλος  του  Δ.Σ., υπεύθυνη του Μουσείου μας,  η οποία επιμελήθηκε και την ειδική προθήκη  στην οποία  εκτίθενται εδώ στον 1ο όροφο του  κτιρίου  μας.

Για τη ζωή, το  έργο  και  την  προσφορά  του  Λεωνίδα  Ιασονίδη θα μας μιλήσει  η κα  Έλσα  Γαλανίδου– Μπαλφούσια, φιλόλογος–λαογράφος,  μέλος  του  Δ.Σ.

Ο κος Στάθης Καρούμπης, βιβλιοθηκονόμος της Ε.Π.Μ., επιμελήθηκε και θα  προβάλει φωτογραφικό υλικό που συγκέντρωσε από διάφορες εκδόσεις και από το  αρχείο της  κας  Ναυσικάς Ιασονίδου–Γκάγκα, η οποία θα κάνει την αντιφώνηση εκ μέρους της οικογένειας του τιμωμένου.

Ως πρόεδρος του Δ.Σ. της  Ε.Π.Μ. θέλω να σας ευχαριστήσω για τη σημερινή  παρουσία σας, ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλουμε στους συντελεστές της σημερινής  εκδήλωσης και στην οικογένεια «του νομικού και πολιτικού, του βουλευτή, γερουσιαστή  και  υπουργού, του απλού, ταπεινού, αμερόληπτου, δίκαιου, τίμιου  και  ευθύ, αλλά  πάνω απ’ όλα φλογερού Πόντιου Λεωνίδα Ιασονίδη» και να τονίσω πως  οι δημόσιοι άνδρες σ’ όλες τις εποχές και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες πρέπει  να βάζουν το εμείς πάνω από το εγώ και όταν εξέρχονται από το στίβο να είναι  περισσότερο τιμημένοι και λιγότερο πλούσιοι.     

 

Στη συνέχεια, ο πρόεδρος κ. Χρήστος Γαλανίδης κάλεσε στο βήμα την κ. Λένα Καλπίδου, η οποία παρουσίασε στο ακροατήριο τα δωρηθέντα κειμήλια με ταυτόχρονη προβολή:

 

Κυρίες και Κύριοι,

Το Μουσείο Ποντιακού Ελληνισμού της Επιτροπής μας, στα δεκαπέντε χρόνια λειτουργίας του δέχεται  συνεχώς νέα αντικείμενα. Το καθένα αποτελεί πολύτιμο κειμήλιο, ψηφίδα που συντελεί στην ολοκλήρωση της πολιτισμικής εικόνας των Ελλήνων του Πόντου πριν το 1922, αλλά και μετά την εγκατάστασή τους στον ελλαδικό χώρο. Από την ταπεινή ζουμοξύστρα της Ευριδίκης Λιανίδου, της Κορίννας Σουμελίδου τα πολύτιμα κοσμήματα και τις αυθεντικές χειροποίητες κούκλες έως τη συλλογή ξυλουργικών εργαλείων, που με αυτά ο Πάντζιον ο Μαυρόπουλος με τη δεξιοτεχνία του συντέλεσε  στην εγκατάσταση των Ποντίων στο Οχυρό  Δράμας, το ενδιαφέρον μας είναι αμείωτο και η φροντίδα μας επιμελής, έγκυρη και διαρκής.

 Στη σημερινή εκδήλωση θα σας παρουσιάσω τα παράσημα  του Λεωνίδα Ιασονίδη που δωρήθηκαν στην Επιτροπή από την ανεψιά του Αλεξάνδρα Αργυροπούλου, αλλά και το Επιβραβευτήριο Γράμμα που δωρήθηκε από την ανεψιά του Ναυσικά Γκάγκα.. Αυτά  θα παραμείνουν  εκτεθειμένα σε ειδική  προθήκη.

 

ΤΟ  ΠΑΡΑΣΗΜΟ

Aς γνωρίσουμε, όμως προηγουμένως, μερικά στοιχεία για το παράσημο, ώστε να αξιολογήσουμε σωστά τα κειμήλια,  την προσωπικότητα του Λεωνίδα Ιασονίδη και τη σημασία των δωρεών. Το παράσημο είναι σήμα διακριτικό που απονέμεται ως ηθική αμοιβή σε ανθρώπους που κρίνονται άριστοι, ή έχουν μεγάλη αξία, ή τους ταιριάζει να τους τιμούν, ή γιατί έχουν προσφέρει εξαιρετικές υπηρεσίες. Η ιστορία των παρασήμων ξεκινάει από τα ιπποτικά τάγματα του Μεσαίωνα. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν οργάνωσε ποτέ ανάλογο σχηματισμό ούτε καθιέρωσε ηθικές αμοιβές του δυτικού τύπου. Σήμερα, σχεδόν όλα τα κράτη έχουν συστήσει μία  ή περισσότερες  κατηγορίες παρασήμων  αριστείας, αξίας και τιμής. Το παράσημο είναι διακριτικό σήμα από μέταλλο (χαλκό, άργυρο, χρυσό). Κάθε ένα παράσημο έχει ξεχωριστό όνομα, ξεχωριστή θέση στη διαβάθμισή τους, ειδικό σχήμα, ιδιαίτερα χρώματα και παραστάσεις αλλά και τρόπο για να φορεθεί και συγκεκριμένη θέση στο σώμα του τιμώμενου.

 

Ας δούμε αναλυτικότερα τις ονομασίες και τη σειρά τους:

1) Αργυρός Σταυρός - Πρώτη βαθμίδα

2) Χρυσός  Σταυρός  - Δεύτερη βαθμίδα

3) Ταξιάρχης - Τρίτη βαθμίδα

4) Ανώτερος Ταξιάρχης - Τέταρτη βαθμίδα (συνοδεύεται συνήθως από αστέρα) και

5) Μεγαλόσταυρος - Πέμπτη και υψηλότερη βαθμίδα

 

Σχετικά με το σχήμα των παρασήμων παρατηρούμε ότι ο Σταυρός ή το Αστέρι είναι το συνηθέστερο. Τα παράσημα κατά γενικό κανόνα τα φορούν στο αριστερό πάνω μέρος του στήθους. Μερικά, μάλιστα, απαιτούν και ειδική στολή.

 

ΠΑΡΑΣΗΜΑ

ΤΡΟΠΟΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΘΕΣΗ

 

Ειδικότερα σχετικά με τον τρόπο που φοριούνται και τη θέση τους, είναι καθιερωμένα τα εξής:

Ο Σταυρός, στο αριστερό μέρος του στήθους εξαρτώμενος  από μικρή πλατειά ταινία.

Ο  Ταξιάρχης αναρτάται από τον τράχηλο με μεγαλύτερη ταινία.

Ο Ανώτερος Ταξιάρχης συνοδεύεται από αστέρι που φέρεται πάνω στο στήθος.

Ο Μεγαλόσταυρος αναρτάται,  με πλατειά ταινία ,από το δεξιό ώμο πλαγίως μέχρι τη μέση.

 

Καθημερινά με την απλή ενδυμασία τους οι τιμημένοι με παράσημο μπορούν να φέρουν στο πέτο τους  λεπτή ταινία  με τα χρώματα του παρασήμου ή ροζέτα . Αυτοί που έχουν τιμηθεί με πολλά παράσημα μπορούν να φέρουν  μικρογραφίες τους.

 

ΤΑ  ΠΑΡΑΣΗΜΑ  του  Λεωνίδα  Ιασονίδη

 

Από την κ. Αλεξάνδρα Αργυροπούλου δωρήθηκαν στο Μουσείο μας  μέσα σε δερμάτινη κασετίνα τα παράσημα που της είχαν κληροδοτηθεί. από το θείο της. Στοιχεία για την τεκμηρίωσή τους μπορέσαμε να αντλήσουμε από το  Επιβραβευτήριο  Γράμμα  του Πατριαρχείου και από το χειρόγραφο σημείωμα του ίδιου του τιμημένου, κειμήλιο που δωρήθηκε από την κ. Ναυσικά Γκάγκα.. Σύμφωνα λοιπόν με τα λίγα στοιχεία που είχαμε στη διάθεσή μας οδηγηθήκαμε σε συμπεράσματα, τα οποία θα σας παρουσιάσουμε μαζί με τις φωτογραφίες των παρασήμων,  που έγιναν από ειδικό συνεργάτη μας τον κ. Ανδρέα  Σαντρουζάνο.

 

- Κασετίνα δερμάτινη που περιέχει τα κειμήλια. Σφραγίδα:

 « Πατριαρχείον  Ιεροσολύμων ».

- Κασετίνα εσωτερικά, με τακτοποιημένα  όλα τα παράσημα.

- Κασετίνα με άλλο τρόπο διευθέτησης. Διακρίνονται οι μικρογραφίες τους για το πέτο σε καθημερινή χρήση.

 - ΣΤΑΥΡΟΣ Αυτό είναι το πρώτο, χρονολογικά,  παράσημο.

Του  απενεμήθη  μετά από πρόταση του Οικουμενικού Πατριάρχη το 1914, όταν ήταν φοιτητής  της Νομικής στο Παρίσι.

Συγκεκριμένα ο  Λεωνίδας Ιασονίδης αρνήθηκε να συμμετάσχει  στο ψηφοδέλτιο του Νεοτουρκικού Κομιτάτου, διότι δεν επιθυμούσε συμμετοχή και σύμπραξη με το παραπάνω κόμμα και αυτή η ενέργεια ικανοποίησε τόσο τον Πατριάρχη ώστε τον πρότεινε για βράβευση.

 - ΣΤΑΥΡΟΣ  Η μία όψη έχει από σμάλτο την εικόνα της γεννήσεως. Επιγραφή στα γαλλικά, « Jerusalem mere des  eglises» .            

 - ΣΤΑΥΡΟΣ  Η άλλη όψη έχει την εικόνα του Χριστού. Επιγραφή στα ελληνικά

« Ιερουσαλήμ μητέρα των εκκλησιών».

 

- 10 ΓΡΑΜΜΑ

Εδώ βλέπουμε ένα σπουδαίο τεκμήριο.

Το Επιβραβευτήριο Γράμμα που δόθηκε μαζί με το παράσημο του Σταυρού του Παναγίου Τάφου. Τον ανακηρύσσει  Σταυροφόρο του Παναγίου Τάφου. Υπογράφεται και σφραγίζεται από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων.

 

Το  Επιβραβευτήριο  Γράμμα. Αριθμ. 1479

 Η Μετριότης Ημών αμείβοντές τε και ενισχύοντες την ευσέβειαν και την προς τον Πανάγιον του Κυρίου Τάφον ευλάβειαν και αφοσίωσιν του αγαπητού Ημίν  εν πνεύματι υιού Εντιμοτάτου Κυρίου Λεωνίδου Ι. Ιασωνίδου.

Εν τη Αγία Πόλει Ιερουσαλήμ 1914  Ιουνίου 17

 

[Εμπεριέχει γνήσιο τμήμα του Τιμίου και Ζωηφόρου Ξύλου. Δικαιούται να το φέρει  αναρτημένο στο στήθος,  ως  Σταυροφόρος του Παναγίου Τάφου.]

 

- ΑΣΤΕΡΑΣ   Αστέρας με Σταυρό. Σύμφωνα με τα καθιερωμένα πρέπει να σχετίζεται τον προηγούμενο Σταυρό. Έχει τις ίδιες παραστάσεις.

 

- ΑΣΤΕΡΑΣ  Οπίσθια όψη του αστέρα.   

 

- 13   ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Προσέξετε τα εξαιρετικά στοιχεία:

Ο γραφικός χαρακτήρας του Λεωνίδα Ιασονίδη και το μονόγραμμά του. Πετυχαίνουν επιστημονική τεκμηρίωση και προκαλούν συγκίνηση με την αποκάλυψη τόσο προσωπικών του χαρακτηριστικών.

« Ο Σταυρός ούτος μοι απενεμήθη ότε ήμην φοιτητής της Νομικής εν Παρισίοις, 1914.

Μετά 17 έτη, ότε ήμην υπουργός Προνοίας , μοι απενεμήθη ο Μεγαλόσταυρος, 1931».            

  

- ΜΕΓΑΛΟΣΤΑΥΡΟΣ.  Ελληνική επιγραφή με το κουβούκλιο του Παναγίου Τάφου. (Ο ναός από όπου έρχεται το φως της αναστάσεως)

Σύμφωνα με τα στοιχεία που μας προσφέρουν οι γραπτές πηγές, η βράβευσή του αυτή  ήταν ηθική αμοιβή για τις εξαιρετικές υπηρεσίες του στον Πανάγιο Τάφο. Συγκεκριμένα είχε φροντίσει να παραχωρηθεί από τη Ρουμάνικη Κυβέρνηση στη Μητέρα των Εκκλησιών ένα μέρος από το κληροδότημα του Μεγάλου Ευεργέτη Ζάππα.. Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων ανταποκρινόμενο στο ενδιαφέρον του θέλησε να του προσφέρει χρηματική αμοιβή αλλά ο Ιασονίδης την αρνήθηκε. Έτσι ως ηθική αμοιβή, το 1931, όταν ήταν υπουργός Προνοίας, του απένειμε  το  Μεγαλόσταυρο και ήταν ο μόνος εν ζωή τιμημένος. Οι προγενέστεροί του  ήταν  ο Ανδρέας Συγγρός και ο  βασιλιάς  Κωνσταντίνος.

Αναμνηστική φωτογραφία της τελετής της παρασημοφορίας, στην οποία είχαν παραστεί μεταξύ άλλων ο από Τραπεζούντος Χρύσανθος και ο Θεσσαλονίκης  Γεννάδιος, θα τη δείτε στη συνέχεια της εκδήλωσης.

 

- ΜΕΓΑΛΟΣΤΑΥΡΟΣ . Γαλλική επιγραφή με το έμβλημα του Πατριαρχείου, που περιέχει εγγεγραμμένη την εικόνα του Παναγίου Τάφου.

 

 - ΜΕΓΑΛΟΣΤΑΥΡΟΣ , όπου διακρίνεται η λεπτομέρεια της μεταξωτής ταινίας του.

 - ΜΕΓΑΛΟΣΤΑΥΡΟΣ με την ταινία του αναπτυγμένη.

                        

Αυτά είναι τα παράσημα  του Λεωνίδα  Ιασονίδη

  .

 Η δωρεά τους στο Μουσείο Ποντιακού Ελληνισμού είναι ενέργεια συνετή και γενναία εκ μέρους των εγγυτέρων συγγενών του αλλά και ωφέλιμη, τιμητική και  σημαντική  για το  σύνολο των Νεοελλήνων. Τις  ευχαριστούμε!

 

Ακολούθησε προβολή φωτογραφικού υλικού από τη ζωή  και το έργο του αείμνηστου Λεωνίδα Ιασονίδη, ενώ η κ. Έλσα Γαλανίδου-Μπαλφούσια, μέλος του Δ.Σ. της Ε.Π.Μ., μίλησε στο εκλεκτό ακροατήριο για το ίδιο θέμα με τα παρακάτω λόγια:

 ΛΕΩΝΙΔΑΣ  ΙΑΣΟΝΙΔΗΣ

Πουλαντζάκη 1884 – Αθήνα 29 Ιουλίου 1959

 

«Ραχόπα κι ορμανόραχια κι απόμακρα παρχάρα

κρύα νερά τρεχούμενα κ’ έρημα ποταμέας

ντ’ εγ’εντανε οι έμορφοι, που είν’ τα παλληκάρα…»

 

Ο ποιητής μας Ηλίας Α. Τσιρκινίδης αναρωτιέται και ρωτάει τους τόπους του Πόντου:  Τι γίνανε οι όμορφες, τι γίνανε τα παλικάρια. Και ο ποιητής μας, αυτός ο ανύστακτος νοσταλγός του Πόντου μας, το γνωρίζει και απαντάει: «Ημ’ σοί τον Άδ’ ερμάτωσαν, ημ’ σοί την ξενιτείαν»,  δηλ. οι μισοί αρμάτωσαν, γέμισαν τον Άδη και οι άλλοι μισοί την ξενιτειά.

      Ένας από αυτούς που «γέμισε» την ξενιτειά ήταν και ο Λεωνίδας Ιασονίδης, που έφυγε κυνηγημένος από την πατρώα γη, καταδιωκόμενος, καταδικασμένος ερήμην σε θάνατο, αλλά! Ποτέ δεν έβγαλε από το νου και την καρδιά του τον τόπο των παιδικών και νεανικών του χρόνων, την αιώνια πατρίδα, τον Πόντο, όπου κι αν βρέθηκε, όπου κι αν έζησε: στην Ελλάδα, Παρίσι, Ρωσία. Αγγλία, Ρουμανία και όπου αλλού.

Παροιμιώδης ο λόγος του, που αναπαράγεται συνεχώς μέχρι σήμερα:

«Ξηρανθήτω ημίν ο λάρυγξ, εάν επιλαθώμεθά σου ω πάτριος Ποντία Γη»

Ποιος είναι ο ξενιτέας μας;

Ο Λεωνίδας Ιασονίδης, ο Πόντιος επιστήμων, ο πολιτευτής, ο βουλευτής – υπουργός, ο γερουσιαστής, μα πάνω απ’ όλα ο οραματιστής και συντελεστής της αποκατάστασης των προσφύγων της Μικρασιατικής  καταστροφής και της ανταλλαγής των πληθυσμών. Ο ανιδιοτελής υπηρέτης του Ποντιακού Ελληνισμού, ο αθεράπευτος νοσταλγός της πατρικής γης.

Ο Λεωνίδας Ιασονίδης γεννήθηκε στην Ορντού (Κοτύωρα) το 1884, αλλά πατρίδα του όπως ο ίδιος ομολογεί είναι η πολίχνη Πολαντζάκη, η Ιερουσαλήμ των παιδικών του χρόνων.  Πατέρας  του ήταν ο Ιωάννης Ιασονίδης του Παναγιώτη και μητέρα του η Φωτεινή, το γένος Μωυσή Μελιάδου.  Είχε ακόμη έξι αδέλφια. Η οικογένειά του ήταν εύπορη, έτσι είχε τα μέσα και ικανοποίησε την έμφυτη κλίση του στα γράμματα. Τελείωσε το δημοτικό στη γενέτειρά του, μετά φοίτησε στο Ημιγυμνάσιο Κερασούντας και τέλος αποφοίτησε από το περίφημο Φροντιστήριο Τραπεζούντας.

Χαρακτηριστικό είναι το εξής γεγονός. Κατά την απονομή των απολυτηρίων του 1902 των τελειόφοιτων του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας ανέθεσε ο Γυμνασιάρχης στον Λεωνίδα Ιασονίδη να προσφωνήσει τους παρευρισκόμενους, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Βαλής, δηλ. ο Γενικός Διοικητής. Οι Τραπεζούντιοι τότε του παραπονέθηκαν, γιατί  αυτή την προσφώνηση την ανέθεσε στον επαρχιώτη – Πουλαντζακλή και όχι στα δικά τους παιδιά; Ο Γυμνασιάρχης τους απάντησε: «Καλά και τα δικά σας παιδιά, με τη διαφορά ότι στεναχωριούνται κάπως όταν λένε το μάθημα ενώπιον μου, ενώ ο επαρχιώτης δεν στεναχωριέται ούτε από εμένα, ούτε από τον Βαλή».

      Ήδη από μαθητής είχε επιδείξει τα πλούσια πνευματικά του προσόντα. Το 1912 τελείωσε τις νομικές σπουδές στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινουπόλεως με άριστα. Τότε τον εκάλεσε το Υπουργείο  Εξωτερικών της Τουρκίας να συνεχίσει τις σπουδές του στο Παρίσι ή στο Βερολίνο με κρατική υποτροφία. Ο υπερήφανος Λεωνίδας απάντησε: «Ο πατέρας μου είναι εύπορος. Είναι σε θέση να σπουδάσει κι όλα του τα τέκνα. Καλύτερα  να ευνοηθεί άλλος φοιτητής φτωχός».

      Η χειρονομία εκείνη έκανε βαθειά εντύπωση στην Οθωμανική κυβέρνηση και στον φοιτητικό κόσμο, η δε εφημερίδα «Ordou Sesi» (= η φωνή της Ορντούς) σχολίασε  με ενθουσιασμό το γεγονός. Ο δε Τούρκος υπουργός ξαφνιάστηκε και έγραψε στον Τούρκο πρεσβευτή των Παρισίων: Να καλείται ο φοιτητής Λεωνίδας  Ιασονίδης κάθε Παρασκευή, τιμητικά, στο γεύμα.

      Το πιο πάνω παράδειγμα είναι ένα μικρό δείγμα του χαρακτήρα του Λεωνίδα Ιασονίδη, που ποτέ δεν επεδίωξε αξιώματα, αλλά κι όταν του τα πρόσφεραν, αυτός διάλεγε ή τα απέρριπτε ή τα εγκατέλειπε, όταν έκρινε ότι δεν συμβιβαζόντουσαν με τη συνείδησή του.

     Το 1914 βρισκότανε στο Παρίσι για μεταπτυχιακές σπουδές, όταν είχαν προκηρυχθεί στην Τουρκία βουλευτικές εκλογές. Τότε τον κάλεσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης (που σαν Εθνάρχης, ήταν ο μόνος αρμόδιος να υποδείξει υποψήφιους Έλληνες) κατά σύσταση του Υπουργού Εσωτερικών της Τουρκίας, κι αυτός πρότεινε τον Λεωνίδα Ιασονίδη να βάλει βουλευτική υποψηφιότητα στο Νομό Τραπεζούντας.

      Ο Λεωνίδας Ιασονίδης αρνείται παρατάσσοντας τα επιχειρήματά του, τονίζοντας ότι σύντομα οι Νεότουρκοι θα αρχίσουν τις βιοπραγίες κατά των Ελλήνων και καταλήγει: «Πώς να δεχθώ το βουλευτικόν αξίωμα και να μείνω άφωνος ως Ιχθύς, ενώ σφάζονται οι ομογενείς μου εις την Θράκην και την Μικράν Ασίαν;». Τότε ο Πατριάρχης τον ασπάστηκε και του είπε, ότι ο θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως δεν διαθέτει ανάλογο παράσημο για να τον παρασημοφορήσει. Τελικά ο Λεωνίδας Ιασονίδης τιμήθηκε δύο φορές από το Πατριαρχείο αυτό. Με το παράσημο Ιππότου του Χρυσού Σταυρού Παναγίου Τάφου το 1913 και το Μεγαλόσταυρο Παναγίου Τάφου το 1931. Τότε είχαν παραστεί εκεί ο Μητροπολίτης Αθηνών και πάσης Ελλάδος ο από Τραπεζούντος Χρύσανθος και ο Γεννάδιος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.

      Και το 1936 επισκέφθηκε το Άγιον Όρος εκεί τον υποδέχτηκαν οι μοναχοί με κωδωνοκρουσίες και με ιδιαίτερες τιμές.  Στο Άγιο Όρος πήγε να μελετήσει (είχε κλείσει η Βουλή), τον φιλοξένησαν στα δώματα του Νικηφόρου Φωκά, δείχνοντάς του έτσι την εκτίμηση που του είχαν.

      Συνέχισε λοιπόν ο Λεωνίδας Ιασονίδης και συμπλήρωσε τις σπουδές του στη Σχολή Νομικών και Πολιτικών Επιστημών στο Παρίσι το 1915.  Εδώ  μυήθηκε στο σχέδιο για την ανεξαρτησία του Πόντου και τη δημιουργία της Δημοκρατίας του Πόντου από τον Κωνσταντίνο–Ιάσονα Κωνσταντινίδη εμπνευστή και πρωτεργάτη αυτού του σχεδίου.

Το 1916 βρέθηκε στη Ρουμανία και μαζί με άλλους εξήντα (60) Έλληνες συνελήφθησαν. Εδώ ο πρωθυπουργός της χώρας Τάκε Ιονέσκο τον θεώρησε επικίνδυνο, επειδή ήταν Οθωμανός υπήκοος και μαζί με τους άλλους εξήντα (60) τον φυλάκισε. Τότε ο Λεωνίδας Ιασονίδης, σε άπταιστα γαλλικά, υπέβαλε ένα υπόμνημα στη Ρουμανική κυβέρνηση και έλεγε: «Εάν ο μεγάλος φίλος της Ρουμανίας Ελευθέριος Βενιζέλος ήτο δυνατόν να βλάψη την Ρουμανίαν, τότε και μόνον και ημείς, οι οποίοι είμεθα πιστοί οπαδοί του, θα ήτο δυνατόν να βλάψωμεν».  Τότε ελευθέρωσαν τον Λεωνίδα Ιασονίδη και μαζί και τους άλλους 60. Εκεί του προσέφεραν τιμητική θέση, αυτός έφυγε για τη Ρωσία για να συναντήσει συγγενείς και συμπατριώτες του.

      Έφθασε στο Ροστώφ της Νότιας Ρωσίας και κατά παράκληση του νεοσύστατου Εθνικού Συμβουλίου των Ελληνικών Κοινοτήτων περιοδεύει σχεδόν όλον τον Καύκασο για να ανυψώσει το φρόνημα των ομογενών, που είχαν καταφύγει εκεί το 1917 αποφεύγοντας τον τουρικό ζυγό, την τυραννία, τις εξορίες, το θάνατο.  Εκεί, εκτός των άλλων, είχε ξεσπάσει και η επανάσταση των Μπολσεβίκων, πράγμα που βάρυνε κι άλλο τη ζωή των προσφύγων. Παρ’ όλα αυτά οι ελεύθεροι Έλληνες δρουν, κινούνται και φθάνουν ψηφίσματα απ’ όλα τα σημεία της Νοτίου Ρωσίας κι εκεί ανακηρύσσεται η ανεξαρτησία του Πόντου. Παρ’ όλες τις ενέργειες όλων των Ελλήνων, οι Σύμμαχοι ήσαν όχι μόνο επιφυλακτικοί αλλά και εχθρικοί σ’ αυτό το θέμα. Ελπίδα μόνη ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αλλά κι αυτός καταποντίστηκε κατά τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920.

      Ακολούθησαν τα τραγικά γεγονότα της καταστροφής που παρέσυραν στον τάφο και τα όνειρα όλων των Ποντίων και αυτά του Λεωνίδα Ιασονίδη.

      1922 Απρίλιος.  Τα  2/4 σχεδόν των Ελλήνων του Πόντου είχαν εξοντωθεί. Ο πολιτικός ορίζοντας σκοτεινός, ούτε σκιά ελευθερίας.

Στις 24 Απριλίου 1922 ο Λεωνίδας Ιασονίδης εκφωνεί τον επιμνημόσυνο λόγο του μπρος στον Οικουμενικό Πατριάρχη. Είναι άξιον προσοχής να προσέξει κανείς τα λόγια του, όπου φαίνεται ο πόνος μα και η αγάπη του για τους δυστυχείς συμπατριώτες του, κι όπου φαίνεται ακόμη η πατριδολατρεία του.

«Μελανίστιος εκ πένθους η Αργώ παραπλέει του Πόντου τας ακτάς, ρίπτει την λύραν ο Ορφεύς, ο δε Ιάσων, στηρίζων περίλυπος την κεφαλήν επί του πηδαλίου της ολκάδας, χύνει δάκρυ θαλερόν»…

«Οι Πόντιοι εζήτησαν άρτον και έλαβον πέτραν, εζήτησαν ιχθύν και έλαβον όφιν, εζήτησαν την ζωήν και έλαβον τον θάνατον, εζήτησαν την ελευθερίαν και έλαβον την δουλείαν, αρχάγγελον εζήτησαν και δαίμων τοις εστάλη, βοήθεια εζήτησαν και νώτα τοις εστράφησαν».

      Ο Λεωνίδας Ιασονίδης καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από τα κεμαλικά στρατοδικεία και προσέφυγε από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη, που έγινε η δεύτερη πατρίδα του και κέντρο της ψυχής του. Οι Τούρκοι σε αντίποινα έκαψαν ζωντανό τον 27χρόνο αδελφό του. Στη Θεσσαλονίκη του προσέφεραν θέσεις και δαπάνες για πολυτελή εγκατάσταση, ο Λεωνίδας Ιασονίδης αρνήθηκε λέγοντας: «Τι τα θέλω εγώ αυτά; Δεν μου χρειάζονται» και εγκαταστάθηκε με προσωπικά του έξοδα σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου Β’ τάξεως.

      Αυτός ήταν ο Λεωνίδας Ιασονίδης, απλός, λιτός, καταδεκτικός, υπερήφανος, αλλά πάνω απ’ όλα πατριδολάτρης, έδωσε τη ζωή του όλη,  την ικμάδα του στην υπεράσπιση των δικαίων των προσφύγων. Από την ώρα που έφθασε στη Θεσσαλονίκη άρχισε και η πολιτική του σταδιοδρομία στην Ελλάδα και ο αγώνας για μια καλύτερη ζωή των προσφύγων.

      Το 1922 η Κυβέρνηση Πλαστήρα τον τοποθέτησε στη Διεύθυνση Προνοίας Θεσσαλονίκης για να παρακολουθεί τη στέγαση και περίθαλψη των προσφύγων της Μακεδονίας. Σε μια περιοδεία του φτάνει και στην Κατερίνη, βλέποντας τη φρικτή κατάσταση των προσφύγων, επαναστατεί. Τηλεγραφεί αμέσως στον ίδιο τον Πλαστήρα, παραμερίζοντας την υπαλληλική ιεραρχία, με μια περίφημη, μέχρι σήμερα, έκθεση: «Κορυφάς Ολύμπου αθάνατοι θεοί ευοχούνται, πρόποδας δ’ αυτού πρόσφυγες άστεγοι λιμώ απόλλυνται», ήταν μια διαμαρτυρία, ένα χτύπημα στην αναλγησία  των υπευθύνων και μια προσπάθεια για την προώθηση των θεμάτων για τη σωτηρία των προσφύγων. Αυτό ήταν το εισιτήριο του στην Δ΄ Συντακτική Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων κατά τις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923. Ορκίζεται ως πληρεξούσιος Θεσσαλονίκης στις 2 Ιανουαρίου 1924 και αναλαμβάνει τα καθήκοντά του, τα οποία άσκησε μέχρι το 1952, επί 28 χρόνια. Εκλέχτηκε οχτώ φορές ως βουλευτής και μία φορά ως γερουσιαστής.

      Τον παρθενικό του λόγο τον εξεφώνησε στις 19 Φεβρουαρίου 1924 και ήταν ένας ύμνος στην Ελληνική Δημοκρατία. Μεταξύ των άλλων είπε: «Η Ελληνική Δημοκρατία αποτελεί κανόνα δια τον Ελληνικόν Λαόν. Δημοκρατικώς έζησεν ακόμη και υπό τον ζυγόν τον βαρβαρικόν, με την εσωτερικήν του αυτοδιοίκησιν». 

      Σε όλη τη ζωή υπήρξε πρόμαχος των προσφυγικών δικαίων και στρέφει, κυρίως, τα βλέμματα του στους Ακρίτες των βορείων συνόρων μας. Έφθασε μάλιστα να αρπάξει από το γιακά φωνάζοντας «έξω ανάξιε» και να πετάξει έξω από το γραφείο τον Αδοσίδη, που ήταν τότε Γενικός Διευθυντής Εποικισμού, όταν απείλησε ότι θα στείλει στρατό για να διαλύσει τον προσφυγικό συνοικισμό στο σημερινό Μεταλλικό Κιλκίς (τότε αγρόκτημα Γιάννες), όπου είχαν εγκατασταθεί 200 οικογένειες προσφύγων από το Βεζίνκιοϊ Καυκάσου.

      Το 1925 όταν είδε στο Μεσαίο (Κιλκίς) να τυραννιώνται οι γυναίκες πρόσφυγες για να κουβαλούν νερό από πολύ μακριά και άκουσε μία γυναίκα να λέει, απευθυνόμενη μάλλον στον Θεό «θα ευρίεται άτσαπα κανένας να εγλυτών την ψήν εμουν απ’ άβουτο το καθημερινόν το μαρτύριον; Θα σκουτουλίζνε τη κυρού ατ’ τα στούδια, πη θα φτάγ’ μας έναν πεγάδ’ ς’ σό χωρίον!».  Ο Ιασονίδης έφυγε χωρίς να πει τίποτε, μετά από λίγο καιρό πέτυχε τη χορήγηση πιστώσεων ώστε να φθάσει το νερό στο Μεσαίο άφθονο, καθαρό και από πολύ μακριά.

      Το 1928 ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον κάλεσε να αναλάβει το Υπουργείο Προνοίας, κι αυτός αρνήθηκε, υποδεικνύοντας να το πάρει ο Εμμ. Εμμανουηλίδης ως πρεσβύτερος και διότι είχε πολιτευτεί σε πολύ δύσκολες περιστάσεις ως Αντιπρόσωπος των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, στην τουρκική Βουλή. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ξαφνιάστηκε με τη στάση του αυτή, τον εξετίμησε ακόμη περισσότερο, τελικά αναπτύχθηκε μεταξύ τους μία όμορφη φιλία, χάρισε στον Ιασονίδη το δίκωχο καπέλο του, κι αυτός το φορούσε συνέχεια, σε όλη του τη ζωή.  Και ο Ιασονίδης δήλωσε και έμεινε φιλελεύθερος, πιστός στον Ελευθέριο Βενιζέλο και έμβλημα της πολιτικής του ζωής ήταν «Με το Βενιζέλο και στο θάνατο».

      Κλασσική θα παραμείνει η ομιλία του επί των Συμβάσεων της Ελληνοτουρκικής φιλίας, κατά τη συνεδρίαση της 24ης Ιουνίου 1930 και κρίσιμη στιγμή για τους πρόσφυγες βουλευτές. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επί πολλές ώρες αγόρευε στη Βουλή γι’ αυτό το θέμα. Οι πρόσφυγες βουλευτές  έπαθαν κρίση συνειδήσεως, γιατί ήταν φανερή η ζημιά του προσφυγικού κόσμου από αυτές τις συμβάσεις χάρη του συνόλου των Ελλήνων. Ο Λεωνίδας Ιασονίδης ανέβηκε στο βήμα της Βουλής σοβαρός και αποφασιστικός και τόνισε μεταξύ των άλλων: Άσπρισαν τα μαλλιά της κεφαλής μου σε αγώνες εθνικούς. Όσα θα πω, ας μην αποδοθούν σε κάμψη της κομματικής πίεσης, αυτά που συζητάμε εδώ είναι κολοσσιαίας σημασίας και θα φθάσουν μέχρι τα πέρατα της Ελλάδος, τονίζοντας επί λέξει: «Δηλώ εκ προοιμίων, ότι κατερχόμενος του βήματος θα υπερψηφίσω την κύρωσιν της Συμφωνίας (δηλ. Ελληνοτουρκική φιλία). Η Συμφωνία αυτή αποτελεί ανάγκην εθνικήν. Οφείλομεν να ακούσωμεν την έκκλησιν των εν Κωνσταντινουπόλει 120.000 ελληνικών ψυχών, όπως υποστώμεν θυσίας υλικών αγαθών, δια να καταστήσωμεν δυνατήν την ζωήν των εκεί αδελφών και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δια την απερίσπαστον προσήλωσιν εις τον ύψιστον προορισμόν του». Ζήτησε μόνο  να ληφθεί πρόνοια, ώστε κάθε χρόνο να μπορεί ένας αριθμός Ελλήνων προσφύγων να επισκέπτεται τα μέρη εκείνα, τους τάφους των δικών τους κλπ, ως προσκυνητής. Κατέβηκε από το βήμα με δάκρυα στα μάτια. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον εξετίμησε πολύ και τον είχε ανεκτίμητο συνεργάτη και στις καλές και στις κακές μέρες του έθνους μας.  Άλλωστε ο Λεωνίδας Ιασονίδης από το 1909 είχε γίνει οπαδός του Ελ. Βενιζέλου και έμεινε μέχρι το θάνατό του πιστός στον φιλελευθερισμό και δηλώνοντας φανερά πλέον τα αντιμοναρχικά του φρονήματα.

      Στην Εθνοσυνέλευση, κατά  την 22α συνεδρίαν της 19 Φεβρουαρίου 1924 συνεζητείτο το πολιτειακό θέμα, δηλ. αν θα λυθεί με δημοψήφισμα ή με απόφαση της Εθνοσυνελεύσεως και τότε, μεταξύ των άλλων, τόνισε: «Ο προσφυγικός κόσμος δεν εγνώρισε ποτέ βασιλικούς πειρασμούς, έζησε δημοκρατικώς και με αυτοδιοίκησιν. Τοιούτος λαός δεν ερωτάται, εάν θέλη ή όχι την Δημοκρατίαν. Η Βασιλεία αποτελεί εξαίρεσιν, ενώ η Δημοκρατία αποτελεί κανόνα δια τον Ελληνικόν Λαόν».

Ο Λεωνίδας Ιασονίδης έταξε τον εαυτό του στην  υπηρεσία των προσφύγων. Μοχθούσε για την οικονομική ανύψωση του δοκιμαζομένου και φτωχού Λαού και για τη βελτίωση των αποδοχών των υπαλλήλων  ήδη από το 1933 και των Υπουργείων Δικαιοσύνης, Πρόνοιας, στηλιτεύοντας τη στάση των Υπουργών των Οικονομικών που στερεότυπα υπόσχονται μεταρρύθμιση του μισθολογίου των υπαλλήλων, αλλά ποτέ δεν τους μένει καιρός να πραγματοποιήσουν τις υποσχέσεις τους.  Και υψώνοντας τη φωνή του τόνισε:  «Η πείνα δεν έχει αντοχή».

      Σε άλλη περίπτωση, ο Λεωνίδας Ιασονίδης καταλαμβάνεται από ιερή αγανάκτηση, όταν στην Γερουσία υποβλήθηκε νομοσχέδιο «Περί αποζημιώσεως ατυχησάντων χρηματιστών» και ζητά να απορριφθεί, γιατί τα λεφτά που θα δοθούν, θα πέσουν στις πλάτες του Ελληνικού Λαού, τη στιγμή που δεν έχομε να ιδρύσουμε ένα σχολείο για 90-100 μαθητές σε συνοικισμούς. Και τονίζει: «Είναι αληθινή πρόκληση προς το δημόσιο αίσθημα να διασπαθίζουμε τον ιδρώτα του λαού για μια τάξη του λαού που δεν είναι καθόλου αναξιοπαθής.

      Το  1922  είχαν  ξεσπάσει  οι  διωγμοί  στον  Πόντο, οι Μοναχοί  της  Παναγίας  Σουμελά  δεν  αμφέβαλλαν  ότι  θα  φτάσει  κι  εδώ  η  λαίλαπα, φρόντισαν  να  κρύψουν  τα  διάφορα  κειμήλια  και  τιμαλφή.  Την  εικόνα  όμως  της  Παναγίας  Σουμελά, το  χειρόγραφο  επί  μεμβράνης  ευαγγέλιο  του  Οσίου  Χριστοφόρου  (644 μ.Χ.) και  τον  βαρύτιμο  Σταυρό  του  Αυτοκράτορος  Μανουήλ  Κομνηνού, που  έφερε  και  τεμάχιο  Τίμιου  Ξύλου δεν  τα  έκρυψαν  μέσα  στη  Μονή. Σε  απόσταση  περίπου  ένα  χιλιόμετρο  από  τη  Μονή  υπήρχε  το  Μετόχι  τιμώμενο στο  όνομα  της  Αγ. Βαρβάρας , εκεί  τα  έθαψαν, και  όπως  είχαν  προβλέψει  οι  Μοναχοί  τον  Αύγουστο  του  1924  εξεδιώχθησαν  όλοι  από  τον  Πόντο  και  τη  Μονή. Και  θα  έμεναν  θαμμένα  για  πάντα  εκεί, αν  δεν  συνέβαινε  το 1931  το  βαρυσήμαντο  γεγονός,  ο  τότε  πρωθυπουργός  της  Τουρκίας  Ισμέτ  Ινονού  να επισκεφθεί  την  Ελλάδα.  Πρωθυπουργός  της  Ελλάδος ο  Ελευθέριος  Βενιζέλος, ο  οποίος  είχε  ήδη  πληροφορηθεί  από  τον  αοίδιμο  Μητροπολίτη  της  Ξάνθης  Πολύκαρπο (Πόντιος) στις  29  Μαΐου 1930, ότι  η  εικόνα  της  Παναγίας  Σουμελάς  βρίσκεται  κρυμμένη  στον  Πόντο.

      Στη  συνάντηση  που  είχαν  Ελευθέριος  Βενιζέλος  και  Ισμέτ  Ινονού, εκλήθη  να  χαιρετίσει  τον  Τούρκο  πρωθυπουργό  ο  Λεωνίδας  Ιασονίδης.  Ο  Λεωνίδας Ιασονίδης  μίλησε  με  παρρησία  και  ο  λόγος  του  έκαμε  εντύπωση  στον  Ισμέτ  Ινονού.  Πώς   μιλάει  τόσο  άπταιστα  και  όμορφα  τα  τουρκικά.  Ο  Λεωνίδας  Ιασονίδης του είπε  ότι  σπούδασε  νομικά  στα  Πανεπιστήμιο  Κωνσταντινουπόλεως  και  ότι  ήτανε  Οθωμανός  υπήκοος  τότε.  Ο  Ισμέτ  Ινονού  ενθουσιάστηκε  και  του  είπε  να  ζητήσει  ότι  θέλει.  Ο  Λεωνίδας  Ιασονίδης  ζήτησε  να πάνε  στον  Πόντο  να πάρουν  την  εικόνα  της  Παναγίας  Σουμελά  και  τ’  άλλα  κειμήλια. Ο  Ισμέτ  συγκατένευσε  και  κατόπιν  συνεννοήσεως  του  Βενιζέλου  με  τον  Χρύσανθο  τον  από  Τραπεζούντος  και  μετέπειτα  Αρχιεπίσκοπο  Αθηνών  απεστάλη  στον  Πόντο, ένας από τους μοναχούς  της  Μονής, ο Αμβρόσιος  Σουμελιώτης.  Ο  Αμβρόσιος  Σουμελιώτης  αναχώρησε  στις  27  Οκτωβρίου  1931, έφθασε  στην  Τραπεζούντα  και  από  εκεί  στη  Μονή  της  Παναγίας  Σουμελά με  συνοδεία  Τούρκων  χωροφυλάκων, που  θα  διευκόλυναν  το  όλον  έργον.  Πράγματι, βρήκε  την  εικόνα, και  τα  2  κειμήλια, τον  Σταυρό  των  Κομνηνών  και  το  Ευαγγέλιον  του  Οσίου  Χριστοφόρου (του  οποίου  το  εσωτερικό  κατεστράφη).  Ο  Αμβρόσιος  Σουμελιώτης  αποβιβάστηκε  στον  Πειραιά  στις  11 Νοεμβρίου  1931.  Από  τότε  η  Εικόνα  της  Παναγίας  και  τα  κειμήλια  φυλάχτηκαν  στις  αποθήκες  του  Ταμείου  Αναλλαξίμων (και στη  συνέχεια  στο  Βυζαντινό  Μουσείο  Αθηνών.  Μέχρι  που  το  1952  μετά  από  πολλές  ενέργειες, αγώνες, αγωνία  ο  αείμνηστος, λαμπρός  εκείνος  πνευματικός  μας  άνθρωπος  ο  Φίλων  Κτενίδης  οραματίστηκε  και  κατάφερε  να  ιδρύσει  στην  Καστανιά  Βερμίου  τη  Νέα  Παναγία  Σουμελά. Μετά  δε  από  σκληρούς  αγώνες  κατάφερε  να  πάρει  και  την  εικόνα  της  Παναγίας, βοηθούμενος  και  από  άλλους, αλλά  και  από  τον  Λεωνίδα  Ιασονίδη  και  να την  εγκαταστήσει  στο  νέο  θρόνο  της, στην  Καστανιά  Βεροίας. Σήμερα  εκεί  βρίσκονται  και  τα  άλλα δύο  ιερά  κειμήλια, που  τιμούν, σέβονται  και  προσκυνούν  οι  απανταχού  Πόντιοι.   

      Το 1935 συλλαμβάνεται ως επαναστάτης και υποκινητής του κινήματος και φυλακίζεται στις φυλακές του Ωρωπού Αττικής.

      4η Αυγούστου 1936. Η δικτατορία του Μεταξά πλήγωσε τη φιλελεύθερη ψυχή του, που ήταν ποτισμένη με την πολιτική σκέψη και την κοινωνική φιλοσοφία του αιώνα.  Μη ανεχόμενος τη δικτατορία, μετά την αποφυλάκισή του αναγκάστηκε να εκπατριστεί και να εγκατασταθεί στην Αγγλία (στο Λονδίνο), από το 1939 μέχρι το 1945 σχεδόν.  Εδώ τον βρήκε ο Ελληνοϊταλικός  πόλεμος.

Στην Αγγλία εγγράφεται στα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης και Ρίτιγκ  για «ευγήρους» (= για ηλικιωμένους) όπως ονόμασε τις σπουδές του. Έδωσε τέλος εξετάσεις στην αγγλική γλώσσα μπροστά σε επιφανείς καθηγητές, διπλωμάτες, πολιτικούς και πνευματικούς παράγοντες με θέμα «Η μαχομένη Ελλάς» και ανακηρύχτηκε διδάκτωρ  αυτών των πανεπιστημίων. Στην Αγγλία μαζί με τον ξακουστό φίλο του, Δημήτριο Κακλαμάνο, πρεσβευτή, εκδίδει την εφημερίδα «ΕΛΛΑΣ» σε ελληνική και αγγλική γλώσσα, προσποριζόμενος τα προς το ζην.  Και τι δεν έγραψε σ’ αυτή την εφημερίδα, τα θέματά του άρχιζαν από την ελληνική μυθολογία και τη γλώσσα και έφθαναν μέχρι τα σύγχρονα καυτά θέματα του πολέμου  και της γερμανικής κατοχής.

Με την πέννα του μετέδιδε θάρρος και υπομονή, έκρινε και κατέκρινε τα πολιτικά σφάλματα, τις υπερβάσεις και τις σπατάλες της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης. Προσπαθούσε να ξυπνήσει τη συνείδηση των ξένων για την περίθαλψη του πεινασμένου ελληνικού λαού.

      Σε πολλές ιδιωτικές επιστολές του, που είδαν το φως χάρη σε άλλους (Οκτ.1945) φαίνεται η έγνοια του για τους πρόσφυγες που βρίσκονται τώρα κάτω από τη γερμανική κατοχή. Και πάντα τονίζει: «Να σπεύσουν ενεργώς και παγίως εις την επούλωσιν των αναγκών της πατρίδος και ιδία των συνόρων» (Εφημ. ΕΛΛΑΣ (Λονδίνο) 19-10-1945).

      Την αγωνία του για την έκβαση αυτού του πολέμου και για την επιβίωση του Έθνους κάτω από τη γερμανική κατοχή τη διοχέτευσε στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ που κρατούσε γράφοντας κάθε μέρα.  Και έγραφε συνεχώς, τονίζοντας τα εξής:  «Στοργή, φροντίς, διάσωσις δια παν προγονικόν κειμήλιον, έστω επί χάρτου, επί λίθου, επί ξύλου, έστω εν τοις μουσείοις, πριν ή απωλεσθή».

      1945.  Μετά τη λήξη του πολέμου η Κυβέρνηση Πλαστήρα έδωσε εντολή στον πρεσβευτή στο Λονδίνο να ειδοποιήσει τον Λεωνίδα Ιασονίδη να επιστρέψει γρήγορα στην Ελλάδα, με έξοδα του Δημοσίου, για να αναλάβει τη Γενική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος.  Ο Ιασονίδης απάντησε, ότι θα επιστρέψει αλλά με δικά του έξοδα.

      Το 1945 βρίσκομε τον Λεωνίδα Ιασονίδη στο Υπουργείο Προνοίας και όταν διαφώνησε με ένα συνάδελφό του, υπερασπιζόμενος τα δίκαια των προσφύγων, παραιτήθηκε και έφυγε αμέσως για τη Θεσσαλονίκη, για να μην υποστεί πιέσεις και υπαναχωρήσει.

      Ήδη είχε γίνει γνωστή σε όλο το  Πανελλήνιο η φτώχεια του, που τον ακολούθησε σε όλη του τη ζωή, είχε μείνει δε ανύπαντρος.  Ήταν λιτοδίαιτος, ασκητικός, απλός και όλα αυτά μόνο για τον εαυτό του, για τους πρόσφυγές (του) τα ήθελε όλα, ήθελε να έχουν πάνω απ’ όλα μια αξιοπρεπή ζωή και γι’ αυτό αγωνίστηκε μέσα και έξω από το κοινοβούλιο να πετυχαίνει ό,τι καλύτερο για όλους.

      Ήθελε να χορτάσουν όλοι, όλοι να γίνουν αυτάρκεις, όλοι να αποκτήσουν μια στέγη, παντού να υπάρχουν σχολεία για τα προσφυγόπουλα, να υπάρχουν νοσοκομεία, ιατρεία, πηγάδια, γεωργικός εξοπλισμός κλπ.  Ποτέ  δεν επεδίωξε οφέλη για τον εαυτό του.  Τα  παραδείγματα πολλά, πάρα πολλά. Όσοι τον γνώρισαν είχαν και έχουν να διηγηθούν πολλά, για το ήθος, για την ανιδιοτέλεια του, για την προσφυγολατρεία του.

      Είχε τρομερό μνημονικό, φοβερή ευφράδεια, χειριζότανε άριστα την ελληνική γλώσσα και εντυπωσίαζε τους πάντες πάνω σε θέματα ιστορικά, κοινωνικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά, ελληνικά  και ξένα. Π.χ. Το 1946 είχε δώσει τρεις διαλέξεις στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης για τον Πόντο.  Όλα  από στήθους, χωρίς να έχει καμία σημείωση.

      Γνωστή στους ασχολουμένους με την ανταλλάξιμη περιουσία των προσφύγων η βουλιμία αρκετών ατόμων, τοπικών παραγόντων, νομαρχών, βουλευτών, να αρπάξουν ότι και όσα μπορούσαν από τα κτήματα που άφησαν οι Τούρκοι, κυρίως στην Μακεδονία.

      Έμεινε γνωστή στο  πανελλήνιο η διένεξή του με ένα βουλευτή της Μακεδονίας πάνω στο θέμα των κτημάτων, που του είπε: «Έτσι όπως πας εσύ, θα τα φας όλα» και ο Λεωνίδας  Ιασονίδης του απάντησε: «Μάλιστα θα τα φάγωμεν όλα».  Αλλά  όλοι ήδη γνώριζαν ότι ο αγώνας του αυτός ήταν μόνο για τους πρόσφυγές του. Και πράγματι οι πρόσφυγες προσέφευγαν σ’ αυτόν, δεν ήξεραν άλλον, κι αυτός τους δεχόταν όλους και ενδιαφερόταν για όλους και έδινε λύσεις. Π.χ.  Κάποτε έφτασε στην Αθήνα ένας φτωχός καπνοπαραγωγός, που τον καταδίκασαν να πληρώσει 5.000 πρόστιμο, τότε, γιατί παρέβη «το νόμο περί κατοχής καπνού» (δηλ. καλλιεργούσαν τα καπνά οι πρόσφυγες, αλλά δεν επιτρεπότανε να κάνουν οι ίδιοι χρήση). Πήρε τηλέφωνο τον συνάδελφό του υπουργό των Οικονομικών, τσακώθηκε άγρια, του τόνισε ότι δεν πρέπει ο τύπος να φάει την ουσία και τέλος κατάφερε να απαλλαγεί ο φτωχός από το πρόστιμο. Π.χ. Αλλά κι όταν ένα πεντάρφανο και φτωχό κορίτσι, η Ελένη Π. που είχε μόνο μια γιαγιά 75 ετών φτωχή, του έγραψε για να εισαχθεί στη Σχολή Μαιών, εκείνος την προσέλαβε «καθ’ υπέρβασιν». 15-09-1951. Η γιαγιά της, που της υπαγόρεψε το γράμμα που του έστειλε στα ποντιακά, της είπε: Αξίζει να ακούσουμε τη γνώμη της γιαγιάς, ενός απλού ανθρώπου του λαού για τον Λεωνίδα Ιασονίδη. «Ελένε, ρίζαμ’, ο Υπουργόν καλός άνθρωπος λέγ’νε πως έν’, έν και τ’ εμέτερον άνθρωπος πα. Ατός, εξέρω, όνταν έρθαμε πρόσφυγες ’ς σήν Ελλάδα πολλά καλά εποίκεν και πολλά εβοήθησεν τον κόσμον. Ατός αν ’κ’ έτον τ’ ημ’σόν το μιλέτ θα εχάτον.  Ατός ο Υπουργόν τινάν λες, έν ο Ιασονίδης,  Πόντιος και τ’ εμέτερον…».

Και πράγματι ο Λεωνίδας Ιασονίδης έλυσε το πρόβλημα της Ελένης. Και η Ελένη κάθε Ψυχοσάββατο άναβε ένα κεράκι στον τάφο του Λεωνίδα Ιασονίδη, όταν αυτός έφυγε από τη ζωή.

      Ο Λεωνίδας Ιασονίδης ήταν μια ασυνήθιστη φυσιογνωμία. Ήταν προικισμένος από τη φύση με σπάνια πνευματικά και ψυχικά χαρίσματα, που τα ανέπτυξε σε υπέρτατο βαθμό, χάρη στη μόρφωση που πήρε. Κατείχε τρία πτυχία Πανεπιστημίων και γνώριζε τέσσερες  ξένες γλώσσες, που μιλούσε και έγραφε: γαλλική, αγγλική, ρωσική, τουρκική. Κατείχε (όπως προείπα) άριστα την ελληνική γλώσσα και τη μητρική του, την ποντιακή διάλεκτο. Σχετικά με αυτό το θέμα ο Μητροπολίτης Νευροκοπίου Αγαθάγγελος  Τσαούσης γράφει για τον φίλο του  Λεωνίδα Ιασονίδη.  «Αν και νομικός, ήταν βαθύς γνώστης της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Γι’ αυτό σε κάθε ομιλία του χρησιμοποιούσε αγιογραφικά ρητά με μεγαλύτερη ευχέρεια από μας τους θεολόγους».

      Ας ακούσουμε όμως τον ίδιο τον Λεωνίδα Ιασονίδη να σκιαγραφεί τον εαυτό του.

«Απεφοίτησα –και δη πρωτοαριστεύς- από την εν Κωνσταντινουπόλει Νομική Σχολήν, μετεξεπαιδεύθην εις Παρισίους, εγγύγηρως δε ήδη την ηλικίαν ων εσπούδασα επί μίαν εξαετίαν εν Αγγλία, αλλ’ ουδέποτε λησμονώ τον Πόντον, του οποίου είμαι γέννημα και θρέμμα, και όπως έλεγα κάποτε από του βήματος της Βουλής: «Θα αποθάνω νοσταλγός, θα αποθάνω πρόσφυξ, θα αποθάνω Πόντιος!...»  Είναι λοιπόν τιμητικός ο τίτλος: Πρόσφυξ και πρέπει να εμμείνωμεν εις αυτόν και όχι μόνον ημείς οι αληθείς πρόσφυγες, αλλά και τα τέκνα των τέκνων ημών».

      Ο  Λεωνίδας Ιασονίδης πικράθηκε πάρα πολύ, όταν απέτυχε, για πρώτη φορά, στις εκλογές του 1952 και ήταν ήδη 68 ετών.  Η υγεία του ήδη είχε κλονιστεί.  Αποσύρθηκε στο Ψυχικό το 1956 και αποξενώθηκε από τον κόσμο, έφυγε για το χωρίς γυρισμό ταξίδι στις 29 Ιουλίου 1959. Όμως το 1952 αξιώθηκε να επισκεφθεί τα άγια χώματα της αλησμόνητης πατρίδας του Πουλαντζάκης και να φιλοξενηθεί στο πατρικό του σπίτι (από τους Τούρκους πλέον ιδιοκτήτες που το κατείχαν). Το σπίτι του είχε ήδη γίνει τόπος προσκυνήματος των προσφύγων. Οι Τούρκοι όμως το γκρέμισαν, ακολουθώντας τώρα πια το πρόγραμμα της πνευματικής γενοκτονίας και αλλοίωσης και καταστροφής των ελληνικών μνημείων.

      Η είδηση του θανάτου του έφτασε σε όλη την Ελλάδα και συγκλόνισε τον ποντιακό κόσμο. Τον έθαψαν με τιμές στην Αττική γη.  Σήμερα αναπαύεται στα χώματα της προσφυγομάνας Θεσσαλονίκης μας.

Εμείς στη μνήμη του και στη μνήμη των προγόνων μας που υπέφεραν και θυσιάστηκαν στο βωμό των σκοπιμοτήτων, χωρίς να φταίνε σε τίποτε, παρά μόνο ότι γεννήθηκαν Έλληνες, θα κλίνουμε ευλαβικά το γόνυ και με τέτοιες εκδηλώσεις σαν τη σημερινή θα κρατάμε πάντα αναμμένο το καντηλάκι της ΜΝΗΜΗΣ, γιατί οι νεκροί μας πεθαίνουν, όταν τους λησμονούμε.

 

Εκ μέρους της οικογένειας Λ. Ιασονίδη την αντιφώνηση έκανε η κ. Ναυσικά Ιασονίδου-Γκάγκα, ενώ η εκδήλωση έκλεισε με δεξίωση, κατά την οποία οι προσκεκλημένοι είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν με τα μέλη της οικογένειας του αείμνηστου Λεωνίδα Ιασονίδη.

 

 

 

14 Δεκεμβρίου 2013

 

Απονομή βραβείου Απόστολου Σουμελίδη, μεγάλου ευεργέτη της Ε.Π.Μ.,

στην Άννα Θεοφυλάκτου, εξέχουσα προσωπικότητα του ποντιακού ελληνισμού

 

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, με τη συμπλήρωση δεκαπέντε χρόνων από την αποδημία του Αποστόλου Σουμελίδη, αντιπροέδρου και μεγάλου ευεργέτη της, πραγματοποίησε το Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013 και ώρα 19:00, στην αίθουσα εκδηλώσεων του κτηρίου της «Στέγη Κειμηλίων του Ελληνισμού του Πόντου», εκδήλωση κατά την οποία απονεμήθηκε το βραβείο Απόστολου Σουμελίδη στην κ. Άννα Θεοφυλάκτου για την πνευματική, κοινωνική, επιστημονική, πολιτιστική προσφορά και δράση της.

Σύμφωνα με το πρόγραμμα ο Πρόεδρος της Ε.Π.Μ. κ. Χρήστος Γαλανίδης, αφού καλωσόρισε το εκλεκτό ακροατήριο, αναφέρθηκε στο θεσμό απονομής βραβείων και στην προσωπικότητα του Απόστολου Σουμελίδη:

      «Εκλεκτοί  προσκεκλημένοι,

      Αγαπητά  μέλη  της  Ε.Π.Μ.,

      Αξιοσέβαστη κα  Άννα  Θεοφυλάκτου,

      Σε μένα τον ταπεινό υπηρέτη της ποντιακής ιδέας και κληρονομιάς έλαχε η μεγάλη τιμή να  σε υποδεχθώ ως πρόεδρος της Ε.Π.Μ. και να σου εκφράσω, εκ μέρους όλων των μελών του  Δ.Σ., τη μεγάλη χαρά και υπερηφάνεια που βρίσκεσαι ανάμεσά μας σ’ αυτή την εκδήλωση της  μεγάλης ποντιακής οικογένειας, για την εκδήλωση της απονομής του «Βραβείου  Αποστόλου  Σουμελίδη».

      Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών  εφαρμόζοντας τον κανονισμό καθιέρωσης και απονομής  βραβείων που η ίδια θέσπισε, απονέμει βραβεία σε πρόσωπα αδιακρίτως καταγωγής και  εθνικότητας, τα οποία ασχολούνται με την έρευνα, μελέτη και δημοσίευση ιστορικού, λαογραφικού, γλωσσικού κ.α. υλικού που αφορά στον Πόντο και στον ποντιακό ελληνισμό  γενικά, όπως επίσης σε πρόσωπα ποντιακής καταγωγής, τα  οποία με τις εξαίρετες επιδόσεις  τους  στην επιστήμη, στα γράμματα και τις τέχνες γενικώς ή με τις διακεκριμένες υπέρ του κοινωνικού  συνόλου προσφορές τους, τιμούν την ελληνική πατρίδα και την ποντιακή καταγωγή τους, ιδίως  όταν δραστηριοποιούνται στην αλλοδαπή.

      Η Ε.Π.Μ. καθιέρωσε τα εξής είδη βραβείων, οι  τίτλοι των οποίων φέρουν τα ονόματα  επιφανών αυτής ανδρών.

α) Βραβείο του από Τραπεζούντος Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσάνθου, Ακαδημαϊκού, πρώτου προέδρου της Ε.Π.Μ. (1927-1949).

Απονέμεται σε πρόσωπα που δημοσιεύουν αξιόλογες επιστημονικές εργασίες, σχετικές με τη θεολογική και εκκλησιαστική ιστορία του Πόντου.

β) Βραβείο Αρχιμανδρίτη Άνθιμου Παπαδόπουλου, γλωσσολόγου, δεύτερου προέδρου  της  Ε.Π.Μ. (1949-1962).

Απονέμεται σε πρόσωπα που ασχολούνται με την έρευνα, μελέτη και δημοσίευση επιστημονικών  γλωσσικών εργασιών με την ποντιακή διάλεκτο.

Απονεμήθηκε τον Δεκέμβριο του 2012 στον κο Δημήτριο Τομπαΐδη, ομότιμο καθηγητή  γλωσσολογίας.

γ) Βραβείο Οδυσσέα Λαμψίδη, ιστορικού-βυζαντινολόγου, τρίτου προέδρου της Ε.Π.Μ. (1962-1990).

Απονεμήθηκε τον Δεκέμβριο του 2011 στον  κο Χρήστο Ανδρεάδη, φιλόλογο-ιστορικό.

δ) Βραβείο Ισαάκ Λαυρεντίδη, νομικού, διακεκριμένου μέλους και ευεργέτου της Ε.Π.Μ.

Απονέμεται σε πρόσωπα ποντιακής καταγωγής, τα οποία διαπρέπουν στην Ελλάδα και το  εξωτερικό στην επιστήμη, στα γράμματα και στις τέχνες γενικώς ή διακρίνονται για την  προσφορά τους υπέρ του κοινωνικού συνόλου.

δ) Βραβείο Απόστολου Σουμελίδη, γεωφυσικού επιστήμονα, διακεκριμένου μέλους και μεγάλου ευεργέτου της Ε.Π.Μ.

Απονέμεται σε πρόσωπα ή συλλογικά όργανα, τα  οποία  με  την  εν γένει πνευματική, κοινωνική, πολιτιστική κτλ. δράση τους αναδεικνύουν και προβάλλουν σοβαρώς επιτεύγματα και επιδόσεις  των Ελλήνων Ποντίων.

Απονέμεται σήμερα 14  Δεκεμβρίου 2013 στην κα Άννα  Θεοφυλάκτου, ιατρό, επίτιμο πρόεδρο  της Μέριμνας Ποντίων Κυριών.

Είναι η τρίτη συνεχόμενη χρονιά απονομής βραβείου από την έναρξη  λειτουργίας του θεσμού. Σύμφωνα με τον κανονισμό η επιλογή των προς βράβευση προσώπων ή συλλογικών οργάνων γίνεται οίκοθεν από την Ε.Π.Μ. ή κατόπιν προτάσεων υπό τρίτων. Αυτοπροτεινόμενοι  αποκλείονται. Το Δ.Σ. της  Ε.Π.Μ. στην πρώτη και στην αρχή κάθε χρόνου συνεδρία του αναθέτει σε τριμελή ειδική Επιτροπή το έργο της επιλογής και αξιολόγησης των προς βράβευση προσώπων ή  συλλογικών  οργάνων. Το Δ.Σ. της Ε.Π.Μ. συνερχόμενο σε ειδική συνεδρία, κατά  μήνα Μάιο, αποφασίζει για την εκλογή των προς βράβευση προσώπων ή συλλογικών οργάνων, αφού λάβει υπόψη του τους συνταχθέντες σχετικούς πίνακες υπό της Επιτροπής και τις σχετικές  τεκμηριωμένες εισηγήσεις της. Η απόφαση λαμβάνεται με ομοφωνία, αν  είναι  δυνατόν, ελλείψει  δε αυτής, με απόλυτη πλειοψηφία· και οι τρεις μέχρι στιγμής βραβεύσεις έγιναν με ομοφωνία.

Η  τελετή απονομής των βραβείων γίνεται εντός του τελευταίου μηνός (Δεκέμβριος) του έτους.  Προσλαμβάνει δε αυτή επίσημο χαρακτήρα με την παρουσία εκπροσώπων της πολιτειακής και  πολιτικής ηγεσίας, των πνευματικών και επιστημονικών ιδρυμάτων, των σωματείων, συλλόγων  κτλ., καθώς και όλων των μελών της Ε.Π.Μ. Το βραβείο είναι επίχρυσο μετάλλιο με το έμβλημα  της Ε.Π.Μ., ήτοι τον μονοκέφαλο αετό (ο τύπος της Σινώπης), επί της μιας όψεως και επί της  άλλης το είδος του βραβείου και το όνομα του βραβευόμενου. Το μετάλλιο συνοδεύεται από  περγαμηνή, στην οποία αναγράφεται επίσης το είδος βραβείου και το όνομα του βραβευόμενου. 

     Θεωρώ απαραίτητο στη σημερινή εκδήλωση να σκιαγραφήσω, με λίγα λόγια την  προσωπικότητα του μεγάλου μας ευεργέτη, τον οποίο η Ε.Π.Μ. τίμησε στις 30 Ιανουαρίου 1994, για την επί πενήντα και πλέον χρόνια ηθική, πνευματική και υλική προσφορά του.  Προσφωνώντας τον τιμώμενο τότε ο πρόεδρος  κ. Τομπαΐδης Δημήτριος είπε ότι από όλη την  εργασία του αποδεικνύεται ότι είναι ένας επιστήμων κύρους και ένας μεγάλος εφευρέτης και  δάσκαλος.

Ο Απόστολος Σουμελίδης γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 1907. Πατέρας του ήταν ο γιατρός  Αλκιβιάδης Σουμελίδης, γόνος της πολύκλωνης οικογένειας των Σουμελίδων από τη Βαρενού  της Χαλδίας  και μητέρα του η  Θάλεια, το  γένος  Αποστόλου  Τζανιχίτου. Από νωρίς έχασε τον  πατέρα του (1915) και το 1922 ήρθε πρόσφυγας στην Αθήνα με την μητέρα του και τις τρεις  αδελφές του Κορίνα, Παρυσάτιδα (Μεταξά) και Σοφία (Παρηγόρη). Στην Αθήνα συνέχισε τις  γυμνασιακές σπουδές που ξεκίνησε στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας, εισήχθηκε στην Ανωτάτη  Γεωπονική Σχολή Αθηνών, μετά την αποφοίτησή του διορίστηκε ως γεωπόνος στο Υπουργείο  Γεωργίας σε διάφορες θέσεις και  πόλεις (Χανιά, Χίο, Καλαμάτα, Αθήνα) και συνταξιοδοτήθηκε  με το βαθμό του Γενικού Διευθυντή. Είχε πλούσιο επιστημονικό έργο που βοήθησε σημαντικά  στην πρόοδο της γεωργίας και κτηνοτροφίας και γενικά στην Εθνική μας οικονομία.  Ασχολήθηκε  με τη βρώσιμη ελιά της Χίου «Χουρμάδα», με τα εσπεριδοειδή της νήσου, με το πρόβατο της  Χιακής φυλής που σφράγισε την επιστημονική του ιδιότητα, με τη μικρόσωμη αγελάδα τύπου  Τζέρσεϋ και το πρόβλημα του νερού της Χίου. Για την αναγνώριση της πολύτιμης συμβολής  του  βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών (28-12-1972).

      Στην περίοδο της γερμανικής κατοχής (1941-1944), ευρισκόμενος στα Χανιά της Κρήτης συνελήφθη από τους Γερμανούς για την πατριωτική του δράση και οδηγήθηκε στο εκτελεστικό  απόσπασμα από το οποίο, ως εκ θαύματος, απέφυγε την εκτέλεση. Μετά την απελευθέρωση  υπηρέτησε επί μακρόν στο γραφείο του πρωθυπουργού Θεμιστοκλή Σοφούλη. Διετέλεσε μέλος  της Ε.Π.Μ. από το 1946 και αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της από το 1982 έως το 1996. Στον 36ο τόμο  του «Αρχείου  Πόντου» δημοσιεύθηκε μελέτη του με τίτλο: «Συμβολή επί την αναγνώρισιν και  βοτανικήν κατάταξιν  φυτών τινών της ποντιακής  χλωρίδος».

Ο Απόστολος Σουμελίδης ήταν ένας ευπατρίδης, γόνος μεγάλης αστικής οικογένειας της Τραπεζούντας, φύσει  ευγενής, απλός και καταδεκτικός παρά τη μεγάλη μόρφωση και κοινωνική του θέση, αξιοπρεπέστατος και γαλαντόμος. Όσο ζούσε, αυτός και η αδελφή του Κορίνα προσέφεραν για  το  Ιστορικό και Λαογραφικό μας Μουσείο περισσότερα από 100 σπάνια και αξιόλογα κειμήλια που χρονολογούνται  από το 1840 έως και το 1930 κατασκευές της ίδιας της δωρήτριας (χρυσά κοσμήματα, εκκλησιαστικά είδη, σκεύη και είδη λουτρού, λευκά είδη κεντητά, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, έγγραφα, κλπ), τα οποία έχουν ταυτοποιηθεί, καταλογογραφηθεί από τους υπεύθυνους του  Μουσείου μας και τα πλέον ενδιαφέροντα εκτίθενται στο Μουσείο μας. Δειγματοληπτικά θα σας  δείξουμε ένα χρυσό βραχιόλι «ψάθα» με εγχάρακτο μονόγραμμα, Τραπεζούντα  1850, δωρεά  του  Απόστολου Σουμελίδη και της αδελφής του Σοφίας Παρηγόρη, το σταυρό αγιασμού του  μητροπολίτη Χαλδίας Γερβασίου Σουμελίδη 19ου αιώνα και μία νυφική «ζουπούνα» από  μεταξωτό  ύφασμα  με ενυφασμένα σχέδια, Τραπεζούντα  1870.          

      Η  Επιτροπή Ποντιακών Μελετών με ομόφωνη απόφαση της 3-2-1985 έκανε αποδεκτή την  από 20-12-1983 δωρεά του αντιπροέδρου της  Απόστολου Σουμελίδη που έγινε στη μνήμη της  μητέρας του Θάλειας Σουμελίδη, (το γένος Αποστόλου Τζανιχίτου, τελευταίου απογόνου των  Τζανιχιτών) για τη βράβευση από την Ε.Π.Μ. ενός ή δύο έργων συγγραφής της ιστορίας του  Πόντου. Η Ε.Π.Μ. προκήρυξε  διαγωνισμό, (η προκήρυξη  δημοσιεύτηκε στον  40ο τόμο  1985 του  «Αρχείου Πόντου»)  για τη συγγραφή Γενικής Ιστορίας του ελληνικού Πόντου από τότε που  εμφανίστηκαν οι  Έλληνες στον ποντιακό χώρο μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή και την  αναγκαστική Ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922, για το σκοπό αυτό προσέφερε αρχικά το  ποσόν των 3.000.000 δρχ. και στη συνέχεια με την παράδοση του έργου θα έδινε άλλο 1.000.000 δρχ.  Για  την  ιστορία θα σας αναφέρω ότι ο διαγωνισμός  απέβη άκαρπος.

Με επιστολές τους το 1995 έως και το 1996 προς το Δ.Σ. της Ε.Π.Μ. οι αδελφοί Απόστολος και Κορίνα Σουμελίδη εδήλωναν: «εκτιμώντας το επιστημονικό και πνευματικό έργο της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών και επιθυμώντας να συμβάλλουμε στην απρόσκοπτη λειτουργία της στο διηνεκές, αποφασίσαμε να δωρίσουμε στην Ε.Π.Μ. ένα σημαντικό ποσό, στη  μνήμη των γονέων τους, με σκοπό την ολοκλήρωση και λειτουργία του Μουσείου μας, ως και την άρτια οργάνωση και λειτουργία της Βιβλιοθήκης μας και γενικά το δωρούμενο ποσό να αξιοποιηθεί κατά τον προσφορότερο τρόπο έτσι ώστε από το εισόδημά του να καλύπτονται μακροχρονίως λειτουργικά έξοδα της Ε.Π.Μ.».

 

    Η Ε.Π.Μ. σαν ελάχιστο φόρο τιμής και αναγνώρισης των μεγάλων προσφορών και των  υπηρεσιών που προσέφερε επί πενήντα και πλέον χρόνια τον ανακήρυξε μεγάλο ευεργέτη της  και  ενετοίχισε επιγραφή στην αίθουσα του Δ.Σ.  Το παρόν Δ.Σ. συνεχίζει απαρέγκλιτα να εφαρμόζει  πιστά τις αρχές του κληροδοτήματος που θέσπισε το προηγούμενο Δ.Σ. στις συνεδριάσεις του  στις 29/9/1995 και 26/1/1996, σύμφωνα με την επιθυμία του δωρητή και να  λειτουργεί  με γνώμονα ότι  «κρείττον εστίν διαφυλάξαι τα αγαθά του κτήσασθαι» δηλ. είναι πιο σημαντικό  να διαφυλάξεις τα αγαθά από το να τα αποκτήσεις.

 

      Αγαπητή  Άννα,

      Η αποδοχή της ομόφωνης απόφασης του Συμβουλίου μας να σου απονείμουμε το βραβείο  «Αποστόλου Σουμελίδη», μεγάλου ευεργέτη μας, φοβήθηκα προς στιγμήν ότι θα σκόνταφτε στη  σεμνότητα του χαρακτήρα σου, γνωρίζοντας το απαράμιλλο ήθος, την αξιοσύνη και την ταπεινοφροσύνη με την  οποία πορεύτηκες στη ζωή  σου. Μάς δίδαξες με το παράδειγμά σου, ότι οι άξιοι και ικανοί  αναγνωρίζονται από τις πράξεις και το έργο τους και όχι από το θόρυβο που προκαλούν γύρω  από το όνομά τους. Επίτρεψέ  μας,  στο σημείο αυτό, να σού εκμυστηρευθούμε, ότι τιμώντας μια  εξέχουσα προσωπικότητα του ποντιακού ελληνισμού, όπως είσαι εσύ, για την πνευματική, κοινωνική, επιστημονική, πολιτιστική  προσφορά και  δράση τιμάται και η ίδια η Ε.Π.Μ.

Εμείς εδώ στην Ε.Π.Μ., που κύριο μέλημά μας είναι η διαφύλαξη της ιστορίας και του   πολιτισμού του ελληνισμού του Πόντου, ως και η ανάδειξη και προβολή των πνευματικών αξιών,  παράλληλα με την απονομή του Βραβείου «Αποστόλου Σουμελίδη» σού προσφέρουμε τον  σεβασμό, την εκτίμηση και την αγάπη μας και κρατάμε για μας την ικανοποίηση ότι πράξαμε το  καθήκον μας».

 

Μετά την προβολή φωτογραφικού υλικού μίλησε ο κ. Δημήτριος Τομπουλίδης, γενικός έφορος της Ε.Π.Μ. και τ. Δήμαρχος Μελισσίων, με θέμα: «Άννα Θεοφυλάκτου, μια εξέχουσα προσωπικότητα του ποντιακού ελληνισμού».

 

«Σεβαστή μου κυρία Άννα Θεοφυλάκτου, εκλεκτοί προσκεκλημένοι,

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών κύριος Χρήστος Γαλανίδης, πριν δυο μήνες περίπου, μου ανέθεσε τη σημερινή παρουσίαση της βραβευόμενης Άννας Θεοφυλάκτου και ομολογώ ότι ξαφνιάστηκα ευχάριστα. Στο Δ.Σ. της επιτροπής υπάρχουν καταξιωμένοι φιλόλογοι με πολύ σπουδαίο έργο που είμαι σίγουρος ότι θα παρουσίαζαν πληρέστερα από τη δική μου αδύνατη πένα το έργο της τιμωμένης. Ωστόσο ο ίδιος γνώριζε από συζητήσεις που κατά καιρούς κάναμε, ότι για την Άννα Θεοφυλάκτου τρέφω βαθύ σεβασμό, αγάπη και θαυμασμό, για όλα αυτά που κατά καιρούς έκανε και συνεχίζει να κάνει. Ζήτησα λοιπόν δύο μέρες για να απαντήσω. Η τιμητική και συγχρόνως γοητευτική πρόκληση να σκιαγραφήσω μια τόσο ξεχωριστή προσωπικότητα όπως της Άννας, με οδήγησε στο να επικοινωνήσω μαζί της, να ζητήσω και τη δική της συναίνεση, συγχρόνως και τη συνεργασία της. Η Άννα με ενθάρρυνε και μου υποσχέθηκε να μου στείλει διάφορα στοιχεία. Αμέσως επικοινώνησα με τον πρόεδρο, τον ευχαρίστησα και του είπα πως θα καταβάλω κάθε δυνατή προσπάθεια να ανταποκριθώ.

Λίγες μέρες αργότερα έλαβα έναν φάκελο με ομιλίες για την Άννα, από σπουδαία πρόσωπα που κατά καιρούς την παρουσίασαν σε πολλές εκδηλώσεις που έγιναν προς τιμήν της. Διάβασα προσεκτικά τις παρουσιάσεις αυτές και κατέληξα να χρησιμοποιήσω πολλά στοιχεία από τρεις κυρίως ομιλίες που πιστεύω ότι καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της μεγάλης και πολυεπίπεδης προσφοράς της. Ευχαριστώ λοιπόν την κ. Υπατία Διονυσιάδου, την κ. Ευριδίκη Κεφαλίδου και τον κ. Γιάννη Τζανή και ζητώ συγγνώμη γιατί δεν πήρα επίσημα την άδειά τους. Οφείλω πριν την έναρξη της παρουσίασης της ζωής και του έργου της Άννας Θεοφυλάκτου, να συγχαρώ το Δ.Σ. της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών και τα μέλη της τριμελούς επιτροπής του Δ.Σ., για την επιλογή και αξιολόγηση των προς βράβευση προσώπων, που όλοι μαζί κατέληξαν στην απόφαση το πρώτο βραβείο «Απόστολου Σουμελίδη», να απονεμηθεί στην Άννα Θεοφυλάκτου. Είναι μια απόφαση που τιμά την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών και τα μέλη της.

«ΑΝΝΑ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ, ΜΙΑ ΠΟΛΥΣΥΝΘΕΤΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ»

Η Άννα Θεοφυλάκτου κατάγεται από οικογένεια με μεγάλη παράδοση αγώνων και προσφοράς στον ελληνισμό του Πόντου, πριν και μετά τον ξεριζωμό, αλλά και στην μητέρα Ελλάδα και ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη.

Ο πατέρας της, ο οφθαλμίατρος Θεοφύλακτος Θεοφύλακτος (1884-1961) γεννήθηκε στην Αργυρούπολη του Πόντου, φοίτησε στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας, σπούδασε ιατρική στην Αθήνα, έκανε ειδικότητα στην οφθαλμολογία και ωτορινολαρυγγολογία στο Παρίσι και τελικά εγκαταστάθηκε στην Τραπεζούντα το 1910. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στον Πόντο διετέλεσε υποδιευθυντής ρωσικού Νοσοκομείου στο Βατούμ του Καυκάσου, αντιπρόεδρος του «Εθνικού Συμβουλίου Πόντου» με πολλούς αγώνες για την απελευθέρωση της ιδιαίτερης πατρίδας μας, αντιπρόσωπος της κοινότητας Τραπεζούντας και εκδότης του περιοδικού «Κομνηνοί» και της εφημερίδας «Ελεύθερος Πόντος».

Το 1913 ο Θεοφύλακτος παντρεύτηκε την Ιφιγένεια Κογκαλίδου, εγγονή της πρώτης προέδρου της «Μέριμνας Ποντίων Κυριών (1904)»  Δόμνας Αμοιρόγλου-Καπαγιαννίδου. Η Ιφιγένεια βοήθησε σημαντικά τον άντρα της και τη Θάλεια Σαουλίδου να επανιδρύσουν στη Θεσσαλονίκη τη «Μέριμνα Ποντίων Κυριών», στην οποία διετέλεσε για πολλά χρόνια ταμίας,   προσφέροντας πολλά στην κοινωνία της Θεσσαλονίκης.

Ο Θεοφύλακτος μετά την εθνική τραγωδία της μικρασιατικής καταστροφής εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη μαζί με την οικογένειά του που στο μεταξύ είχε μεγαλώσει. Το 1914 γεννήθηκε ο μεγάλος του γιος, ο Παναγιώτης, το 1916 ο δεύτερος γιος, ο Κώστας, μετά ένα αγόρι που πέθανε μικρό και τέλος όταν η οικογένεια είχε πλέον έρθει στη Θεσσαλονίκη το 1924 γεννήθηκε η Άννα, η τιμώμενη σήμερα.

Το όνομά της το πήρε από τη γιαγιά του πατέρα της, η οποία πέθανε λίγο πριν από τη γέννηση της δισέγγονής της. Η γιαγιά είχε μεγαλώσει τον πατέρα της Άννας, Θεοφύλακτο, γιατί ήταν ορφανός και αυτός βέβαια την υπεραγαπούσε.

Ο πατέρας της αμέσως μετά την εγκατάσταση της οικογένειας στη Θεσσαλονίκη συνέχισε να ασχολείται  συστηματικά και δημιουργικά με τα κοινά. Εκτός της επανίδρυσης της «Μέριμνας Ποντίων Κυριών», ίδρυσε την «Εύξεινο Λέσχη» Θεσσαλονίκης μέσω της οποίας βοηθήθηκε πολύς κόσμος, τόσο κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής όσο και αργότερα. Επίσης πρωτοστάτησε στην ίδρυση της «Επιτροπής Ποντιακών Μελετών». Η φωτογραφία του Θεοφύλακτου Θεοφύλακτου κοσμεί μαζί με τις φωτογραφίες των ιδρυτικών μελών μας  την αίθουσα του Δ.Σ. στο ισόγειο. Επί κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου διετέλεσε Γενικός Διοικητής Θράκης. Πρωτοστάτησε στην  ίδρυση του πρώτου λαϊκού Πανεπιστημίου, έγραψε βιβλία και πληθώρα άρθρων σε ποντιακά περιοδικά.

 Η Άννα Θεοφυλάκτου, όπως θα δούμε παρακάτω, συνέχισε με μεγάλη επιτυχία το έργο των γονιών της, με ακατάπαυτη δραστηριότητα, δυναμισμό, ευαισθησία, ανθρωπιά και αποδείχθηκε αντάξια της παράδοσης και της βαριάς κληρονομιάς του ονόματος των Θεοφύλακτων.

Το 1923 οι γονείς της αγόρασαν ένα μεγάλο οικόπεδο στην οδό Αγ. Δημητρίου, μέσα στο οποίο υπήρχε ένα τούρκικο σπίτι με ένα θαυμάσιο χαμάμ, όπως θυμάται με νοσταλγία η Άννα. Ο κήπος ήταν περιφραγμένος με έναν ψηλό τοίχο που προστάτευε τις χανούμισσες από τα μάτια των περαστικών. Το σπίτι αυτό βρισκόταν στο ίδιο μέρος που μένει και σήμερα η Άννα.

Το 1923 ο πατέρας της ίδρυσε την πασίγνωστη οφθαλμολογική κλινική «Θεοφυλάκτου»,στην οδό Εγνατίας και το 1928 την μεταστέγασε σε νέο κτήριο μέσα στο οικόπεδο της οικογένειας στην οδό Αγίου Δημητρίου, όπου ήταν και το σπίτι τους. Η κλινική αυτή  ήταν και κέντρο ευεργεσίας για πολλούς κατατρεγμένους από τη μοίρα, Πόντιους και μη. Η τιμώμενη μεγάλωσε ουσιαστικά μέσα σε αυτή την οφθαλμολογική κλινική. Θυμάται ότι ο πατέρας της, (που την υπεραγαπούσε και της έκανε όλα τα χατίρια, σε αντίθεση με τη μητέρα της που μαζί με την αγάπη της προσδιόριζε με αυστηρότητα και τα όρια), την ξυπνούσε τα καλοκαίρια στις 6 το πρωί για να τον βοηθήσει να δουλέψουν μαζί, την ώρα εκείνη που είχε καλό φως. Μέσα σε αυτή την κλινική γεννήθηκε και η αγάπη της για την ιατρική και την οφθαλμολογία.

Εκτός όμως από την εξοικείωση με την ιατρική, η κλινική της προσέφερε και ένα άλλο σημαντικό όφελος. Καθώς ήταν μικρή και τριγυρνούσε όλη τη μέρα στην κλινική, οι ασθενείς που ανάρρωναν από τα οφθαλμολογικά τους προβλήματα αλλά κατά τα άλλα ήταν καλά στην υγειά τους, της έλεγαν διάφορα παραμύθια και ιστορίες που γνώριζε ο καθένας από τον τόπο που καταγόταν ή  που ζούσε, τα περισσότερα στην ποντιακή διάλεκτο. Αυτή ήταν μια δεύτερη επαφή της με την ιστορία και τη λαογραφία· η πρώτη ήταν μέσα από τη δραστηριότητα των γονιών της και τις ιστορίες που άκουγε από αυτούς. Αυτή η δεύτερη όμως, η επιβεβαιωτική επαφή με τρίτους, καθόρισε και επηρέασε τη  μετέπειτα πορεία της.

Στο γυμνάσιο ήταν άριστη στη φυσική και τα μαθηματικά, της άρεσε η ιστορία αλλά βαριόταν να γράφει εκθέσεις. Μπήκε στην Ιατρική Σχολή Θεσσαλονίκης την χρονιά που επανιδρύθηκε, το 1942-43, με καθηγητές που ήρθαν κυρίως από την Αθήνα. Η ίδρυση της Ιατρικής Σχολής Θεσσαλονίκης προβλεπόταν με νόμο το 1925. Η λειτουργία της αναβλήθηκε μέχρι που το 1937  καταργήθηκε. Επανιδρύθηκε το 1942 σε αντιστάθμισμα στην ίδρυση βουλγαρικού πανεπιστημίου και ιατρικής σχολής στα Σκόπια, έχοντας όμως αντιμέτωπους τον ιατρικό σύλλογο και γενικά τον ιατρικό κόσμο της Θεσσαλονίκης, που ήθελαν να κλείσει.

Η Άννα θυμάται πόσο δύσκολο ήταν να σπουδάζει κανείς στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και πόσες πρωτοβουλίες έπρεπε να παίρνουν οι φοιτητές, για να τα βγάζουν πέρα. Χαρακτηριστικά είναι αυτά που λέει για τα μαθήματα ανατομίας, τα οποία έκαναν σε ένα κτίριο χωρίς τζάμια. Επειδή ο χειμώνας ήταν βαρύς οι φοιτητές σκέφτηκαν κάτι πρωτότυπο. Πήρανε από το νοσοκομείο παλιές ακτινογραφίες, τις ξέπλυναν με βραστό νερό για να γίνουν διαφανείς και τις στερέωσαν στα ανοίγματα αντί για τζάμια. Το τραγικό της υπόθεσης είναι, ότι υπήρχε πολύ υλικό για μελέτη, γιατί το κάρο του Δήμου έφερνε στο ανατομείο κάθε μέρα καινούργια πτώματα, τα οποία δυστυχώς περίσσευαν εκείνη την εποχή, που οι άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα, αλλά πολλοί συγγενείς δεν δήλωναν την απώλεια, για να μπορέσουν να κρατήσουν τα δελτία τροφίμων των νεκρών.

Τελείωσε την ιατρική και στη συνέχεια με εμπνευστή και βοηθό τον πατέρα της διέλυσε την προκατάληψη και τις αμφισβητήσεις για την γυναικεία ικανότητα στην ιατρική και στη χειρουργική. Είναι η πρώτη γυναίκα οφθαλμίατρος στη Βόρεια Ελλάδα και η πρώτη γυναίκα χειρουργός οφθαλμίατρος σε όλη την Ελλάδα.

Στα φοιτητικά της χρόνια άρχισε και η ενασχόλησή της με τα κοινά. Όπως λέει η ίδια, έζησε μια «γεμάτη» φοιτητική ζωή με στόχους και ιδανικά. Συμμετείχε στις επιτροπές βελτίωσης του συσσιτίου για τους φοιτητές, πήγε στο Λύκειο Ελληνίδων, που στεγαζόταν στην οδό Εγνατίας και οργάνωσε βραδινό συσσίτιο για τις φοιτήτριες. Ασχολήθηκε με το σανατόριο και συμμετείχε στη «Μέριμνα του Παιδιού», σε μια ομάδα που έκανε παρέα στα άρρωστα παιδιά. Όπως ομολογεί η ίδια, τα παιδιά ήταν πάντα η πρώτη της προτεραιότητα και αν δεν γινόταν γιατρός θα ήθελε να γίνει δασκάλα.

Μέσα στην πλούσια κοινωνική και συνδικαλιστική δραστηριότητα που ανέπτυξε, δεν παρέλειψε και την πατριωτική-εθνική. Έγινε ενεργό μέλος της ΕΠΟΝ, όπου δούλεψε με την ψυχή της σε μια εποχή που οι αντιστασιακές δράσεις, μπορούσαν να στοιχίσουν και τη ζωή κάποιου. Ποτέ δεν θέλησε να οργανωθεί σε κομματική παράταξη, παρόλο που δέχθηκε πολλές προτάσεις.

Η οικογένεια της Άννας ήταν τυχερή, γιατί δεν πείνασαν στην κατοχή. Οι άρρωστοι που έρχονταν στην κλινική από την επαρχία συνήθιζαν να φέρνουν τρόφιμα για να τρώνε οι ίδιοι, αλλά και για να ευχαριστήσουν τον γιατρό τους, γιατί χρήματα δεν είχαν και έτσι κάθε μέρα υπήρχε ένα καζάνι φαγητό για να τρώνε οι ασθενείς, η οικογένεια, αλλά και όσοι περνούσαν από το άτυπο συσσίτιο που ετοίμαζε η οικογένεια Θεοφυλάκτου. Η Άννα θυμάται, ότι έδιναν φαγητό σε πολύ κόσμο, μάλιστα σε μερικούς αρρώστους που δεν μπορούσαν να έρθουν στην κλινική, το πήγαιναν οι ίδιοι.

Η ίδια όμως οικογένεια χτυπήθηκε πολύ σκληρά από τη μοίρα. Αφού της στέρησε ένα μικρό παιδί στον Πόντο, τους πήρε και τους άλλους δύο γιους, τον Παναγιώτη τον μεγάλο αδελφό της, ο οποίος σκοτώθηκε στον εμφύλιο και τον μικρό της αδελφό Κώστα που πέθανε από μηνιγγίτιδα όταν ήταν φοιτητής.

Μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, εντάχθηκε στο Σώμα Ελληνίδων Οδηγών, όπου προσέφερε υπηρεσίες επί 5 χρόνια ως υπαρχηγός ομάδας.

Τα χρόνια περνούν, η Άννα παντρεύεται, τον γιατρό Θεοφύλακτο Πανίδη και κάνει τρία παιδιά: την Ιφιγένεια, χειρουργό οφθαλμίατρο, διευθύντρια της οφθαλμολογικής κλινικής του νοσοκομείου Παπανικολάου και Πρόεδρο  της Μέριμνας Ποντίων Κυριών, τη Φιλιώ, αρχιτέκτονα μηχανικό και τον Θρασύβουλο, καθηγητή στο τμήμα μηχανολόγων και αεροναυπηγών μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Το 1961 και με διαφορά 80 ημερών πεθαίνουν και οι δύο πολυαγαπημένοι γονείς της. Ένα αγαπημένο ζευγάρι στη ζωή, δοκιμασμένο σκληρά, με τεράστια κοινωνική προσφορά, δεν άντεξαν για πολύ ο ένας χωρίς τον άλλον.

Παράλληλα με τις οικογενειακές υποχρεώσεις και την επιστημονική προσφορά της, η Άννα συνέχισε αναπτύσσοντας και μια αξιοθαύμαστη κοινωνική δραστηριότητα. Στο λίγο χρόνο που έχω θα προσπαθήσω να σας παρουσιάσω επιλεκτικά τα ουσιαστικότερα:

1. Ασχολήθηκε με τα κοινά, τα σωματεία και τις οργανώσεις από τα φοιτητικά της χρόνια και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση.

2. Είχε βάλει ως στόχο της κοινωνικής της δράσης την επαφή με όλα τα ποντιακά (λόγω καταγωγής) και τα γυναικεία (λόγω ιδεολογίας) σωματεία της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας ευρύτερα.

3. Ήταν δραστήριο μέλος σε διάφορα γυναικεία σωματεία, όπως ο «Σύλλογος Επιστημόνων Γυναικών», ο «Σύνδεσμος Επαγγελματιών και Επιχειρηματιών Γυναικών» και άλλα και μέσα από αυτά έδωσε και δίνει τον αγώνα της για την ισότητα των δύο φύλλων, το δικαίωμα ψήφου, την ίση εργασία και την ίση αμοιβή των δύο φύλων, την προστασία της μητρότητας και άλλα.

4. Δραστηριοποιήθηκε με μεγαλύτερο ζήλο στη «Μέριμνα Ποντίων Κυριών» που είχαν επανιδρύσει οι γονείς της το 1923 και διετέλεσε πρόεδρός της για εννέα χρόνια (1974-1983). Κατά την περίοδο της προεδρίας της η «Μέριμνα» ανέπτυξε  μεγάλη δραστηριότητα με πολλές επιτυχίες και μεγάλη προσφορά, μεταξύ των οποίων οι σημαντικότερες ήταν:

            Α) Η ίδρυση και λειτουργία του πρότυπου παιδικού σταθμού «Αργώ» για εργαζόμενες μητέρες, τότε που ήταν ελάχιστοι οι δημόσιοι παιδικοί σταθμοί.

            Β) Η πρότασή της προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδας, με την οποία καθιερώθηκε ο προστάτης της Τραπεζούντας Άγιος Ευγένιος ως προστάτης και πολιούχος της Καλαμαριάς το 1979.

            Γ) Η επίσκεψη της «Μέριμνας» στην Κύπρο το 1975, σχεδόν αμέσως μετά την εισβολή του Αττίλα και στη συνέχεια η πρόσκληση και φιλοξενία στη Θεσσαλονίκη 65 παιδιών  από την Κύπρο.

            Δ) Η πρότασή της το 1974 για την έκδοση του ιστορικού του σωματείου της «Μέριμνας Ποντίων Κυριών» το οποίο τελικά ολοκληρώθηκε και εκδόθηκε το 1979 με την συμπλήρωση των 75 χρόνων της «Μέριμνας». Έργο αφάνταστα κοπιαστικό, γιατί τα αρχεία της πρώτης περιόδου έμειναν και χάθηκαν στην Τραπεζούντα, ενώ στην κατοχή οι Γερμανοί επίταξαν το ιδιόκτητο κτίριο, όπου στεγάζονταν τα εργαστήρια κεντήματος, μαζί με τα γραφεία της «Μέριμνας», οπότε και κατέστρεψαν ολόκληρη την κινητή περιουσία της. Μαζί χάθηκαν για δεύτερη φορά και τα αρχεία της. Η πρόταση της Άννας έγινε αποδεκτή. Πολλοί ήθελαν να βοηθήσουν όχι όμως και να το αναλάβουν. Έτσι η Άννα έκανε την αρχή. Συμβουλεύτηκε τα αρχεία της οικογένειας, έσκυψε πάνω τους με αγάπη, με ενδιαφέρον και πολύ υπομονή και έβαλε σε τάξη τα πολύτιμα στοιχεία.

         Παράλληλα για να συμπληρώσει τα κενά που υπήρχαν, συγκέντρωνε πληροφορίες από όποιον ήθελε να βοηθήσει, με αφηγήσεις και με εμπειρίες που μπορούσε να καταθέσει. Πήραν συνεντεύξεις από παλιά μέλη του συμβουλίου αλλά και φίλους της «Μέριμνας».

         Στο μέρος των συνεντεύξεων βοήθησε καθοριστικά και η κ. Υπατία Διονυσιάδου, η οποία θυμάται την Άννα να της λέει: «Να μιλήσεις με τη Σοφία Περσίδου και την Παρθένα Σαχπατζίδου που δούλεψαν δέκα χρόνια και ετοίμαζαν φαγητό για τα κορίτσια του εργαστηρίου. Επίσης με την Ελένη Πουσουλίδου που έμαθε να κεντάει στο εργαστήριο της «Μέριμνας» στην Τραπεζούντα και με το κέντημα έβγαλε λεφτά και έκανε την προίκα της, όταν παντρεύτηκε στο Βατούμ. Και φυσικά να γράψεις για τη θεία Ρόδη, όπως τη φώναζαν όλοι, η οποία είχε δουλέψει στο εργαστήρι της Τραπεζούντας και συνέχισε στη Θεσσαλονίκη, μέχρι τα βαθιά της γεράματα». Και συνεχίζει η κ. Διονυσιάδου «αυτές τις γυναίκες ήθελε να τιμήσει η Άννα και να τους δώσει αναγνώριση για τη δουλειά που είχαν κάνει», γιατί όπως λέει «στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων της Άννας Θεοφυλάκτου πάντα ήταν ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, άσχετα με την καταγωγή, τη μόρφωση, τη δουλειά, ο άξιος άνθρωπος έχει την εκτίμησή της και μια θέση στην καρδιά της».

      Παράλληλά βεβαίως η «Μέριμνα Ποντίων Κυριών», με άξιες πάντα προέδρους και δυναμικά διοικητικά συμβούλια, είχε για δέκα χρόνια ειδικό ξενώνα φιλοξενίας για Ελληνοπόντιους, που έρχονταν από την πρώην Σοβιετική Ένωση, φρόντιζε για αποστολές φαρμάκων σε νοσοκομεία και φορείς που είχαν ανάγκη και χρηματοδοτούσε τη λειτουργία τμημάτων εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας στην Τιφλίδα της Γεωργίας από το 1999.

Σήμερα η Μέριμνα Ποντίων Κυριών προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο με:

Α. Τον παιδικό σταθμό «ΑΡΓΩ», που φιλοξενεί 150 παιδιά και λειτουργεί υποδειγματικά.

Β. Τη μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, τη «Διαμαντίδειο Στέγη», που φιλοξενεί 50 άτομα της τρίτης ηλικίας, σε ένα οικογενειακό περιβάλλον και σε ένα οίκημα υψηλών προδιαγραφών, καθώς και

Γ. Το μουσείο της «Μέριμνας», «Κεντώντας τη Μνήμη»

 

5. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του «Συνδέσμου Φιλίας Ελλάς-Κύπρος» (1976), αντιπρόεδρος του πρώτου διοικητικού συμβουλίου του και πρόεδρος μετά το θάνατο της αείμνηστης Χρυσάνθης Ζιτσαίας, από το 1995 έως το 2008. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας της ο «Σύνδεσμος» συνέχισε τη επιτυχημένη δράση του, τις επισκέψεις του στην Κύπρο,  τους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, τις αφιερωματικές-τιμητικές εκδηλώσεις. Μια από τις πιο σημαντικές προσφορές του «Συνδέσμου» ήταν η έκδοση το έτος 1999 ενός τόμου 500 περίπου σελίδων με τα βραβευμένα κείμενα όλων των μέχρι τότε λογοτεχνικών διαγωνισμών, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ», ο οποίος απαθανατίζει και παραδίδει στο κοινό, μια σειρά από αξιόλογα  λογοτεχνικά έργα, με θέματα γύρω από τον κυπριακό αγώνα, την εισβολή, την κατοχή, τους αγνοούμενους και άλλα σχετικά.

 

6. Η σημαντικότερη ίσως κοινωνική και παράλληλα επιστημονική προσφορά της στον τομέα της ιστορίας είναι η μεγάλη συλλογή παλαιών φωτογραφιών του Πόντου και της Μικράς Ασίας, που από πολλά χρόνια συγκεντρώνει με πολλά δαπανηρά ταξίδια και έρευνες, τις ταξινομεί και τις αρχειοθετεί με πολύ κόπο, με σοβαρότητα και επιστημονική συνέπεια. Για αυτό το σπουδαίο έργο της τιμώμενης, θα μας μιλήσει σε λίγο αναλυτικότερα, η υπεύθυνη του Μουσείου μας και μέλος του Δ.Σ. της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, η αρχαιολόγος Λένα Καλπίδου-Κορνάρου.

 

Η Άννα Θεοφυλάκτου δεν είναι άνθρωπος της θεωρίας, αλλά άνθρωπος της δράσης. Όμως παρόλα αυτά, παρακολούθησε αρκετά συνέδρια, κυρίως σχετικά με το ποντιακό και το προσφυγικό ζήτημα και δημοσίευσε πολλά άρθρα και εισηγήσεις, όπου φαίνεται η μεθοδικότητά της στην έρευνα, στη σωστή τεκμηρίωση και η ικανότητά της στο λόγο και στη λιτή αλλά ουσιαστική έκφραση. Χαρακτήρας με ευαισθησία, λεπτότητα, ευγένεια, πνευματική και αισθητική καλλιέργεια, είναι παρούσα κυρίως στις εκδηλώσεις ουσίας και ποιότητας (θέατρο, μουσική, εκθέσεις εικαστικών, διαλέξεις, παρουσιάσεις βιβλίων), για να απολαύσει την τέχνη και τον λόγο ή για να τιμήσει πρόσωπα και θεσμούς. Πάντα με μέτρο και χωρίς να σκορπίζεται και να αναλώνεται άσκοπα.

Πριν φτάσω στον επίλογο, πιστεύω ότι πρέπει να σας μεταφέρω δύο μικρούς διαλόγους με την Ευρυδίκη Κεφαλίδου, Επίκουρο καθηγήτρια αρχαιολογίας, τύπου ερωτο-απαντήσεων:

1. «Κυρία Άννα, ποιοι είναι οι άνθρωποι που σας επηρέασαν πιο πολλοί στη ζωή σας, εκτός φυσικά από τους γονείς σας;»

Η Άννα απάντησε,

«Ό ένας είναι ο γυμνασιάρχης που είχα στο Γ’ Γυμνάσιο Θηλέων Θεσσαλονίκης. Ο Κωνσταντίνος Γκράτσιος, ήταν ένας πραγματικός εκπαιδευτικός. Μας παρακολουθούσε παντού. Μας γνώριζε όλες και με τα μικρά μας ονόματα. Ήταν πραγματικός άνθρωπος και υπερασπιζόταν πολύ τις μαθήτριες που είχαν δυσκολίες ή προβλήματα. Οφείλουμε όλες οι συμμαθήτριες πολλά σε αυτόν.                Ο άλλος ήταν η κυρία Βιργινία Ζάννα, κόρη της Πηνελόπης Δέλτα και αρχηγός του σώματος Ελληνίδων Οδηγών. Η Βιργινία Ζάννα δεν ήταν μόνο η θρυλική αρχινοσοκόμα, με την εξαιρετική δράση στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό, αλλά και μια μητέρα που έστειλε την κόρη της, μόλις δεκαεννιά ετών στην πρώτη γραμμή, σαν νοσοκόμα χειρουργείου στο μέτωπο, ενάντια στους Ιταλούς. Επίσης ήταν από τις πρώτες γυναίκες που υπέβαλαν υποψηφιότητα για βουλευτής το 1953».

Δεν είναι δύσκολο λοιπόν να καταλάβουμε γιατί η Άννα την είχε ως πρότυπο.

2. «Για πιο πράγμα είστε πιο περήφανη στη ζωή σας;

Η Άννα απάντησε ότι:

«Το πιο σημαντικό για μένα είναι, ότι δεν χρειάστηκε να προδώσω τις αρχές μου. Και πρόσεξε» τόνισε «Δεν το λέω από υπερηφάνεια αυτό. Το δεν χρειάστηκε, το εννοώ κυριολεκτικά, δηλαδή είχα πάντα ανθρώπους που με πίστευαν και με στήριζαν και δεν χρειάστηκε να ευτελιστώ για να διαφυλάξω αυτά που ήταν σημαντικά για μένα».

Κυρίες και κύριοι,

Για όλα τα παραπάνω και για πολλά άλλα, που δεν φτάνει ο χρόνος να αναφέρουμε, η Άννα Θεοφυλάκτου τιμήθηκε με βραβεία και άλλες διακρίσεις από σωματεία ποντιακά, κυπριακά, γυναικεία και από άλλους φορείς. Ανάμεσα στις διακρίσεις, ξεχωρίζουν το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών που έλαβε το 1992, για τη συλλογή των φωτογραφιών και το σύνολο του κοινωνικού έργου της, καθώς και το «Μετάλλιο Κυπριακής Δημοκρατίας – Σόλοι» το 2004, για την προσφορά της στην Κύπρο με τη δράση της.

Εκλεκτοί προσκεκλημένοι, μέλη και φίλοι της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, η Άννα Θεοφυλάκτου παρά την καταγωγή της, αλλά το πιθανότερο λόγω της καταγωγής της, καλλιέργησε την τρανή αρετή της ταπεινοφροσύνης. Η αρετή της αυτή, που είναι γνώρισμα της συμπεριφοράς της, μπορεί να φαίνεται στα μάτια των ανθρώπων σαν αδυναμία, αλλά κρύβει μέσα της τη δύναμη της ζωής και το θεμέλιο των ιδανικών της. Είναι προικισμένη με το θείο δώρο της πραότητας και της αγαθοσύνης, της καλοσύνης και της ανθρωπιάς. Η ακτινοβολία της ψυχής της και ο πλούτος των αισθημάτων της για τον άνθρωπο και για τη ζωή, μαγεύει πάντα τους συνομιλητές της και τον περίγυρό της. Είχε και έχει πάντα κυβερνήτη στη συμπεριφορά της και στις σχέσεις της με τους ανθρώπους την καθαρή και ηθική συνείδηση, η οποία όσο αυστηρότερη είναι, τόσο καλύτερη γίνεται η συμπεριφορά των ανθρώπων.

Η ζωή της Άννας Θεοφυλάκτου είναι ένα θερμοκήπιο φιλίας και αγάπης για όλους μας. Φωτεινό παράδειγμα ζωτικότητας, καλού χαρακτήρος, συνέπειας στο καθήκον, όπως η ίδια το προσδιόρισε και το υπηρέτησε, με εργατικότητα, σωφροσύνη, τιμιότητα και ευσυνειδησία.

Ελληνίδα ποντιακής καταγωγής, κληρονόμος μεγάλου ονόματος, καταξιωμένη επιστήμονας και πρωτοπόρος για την εποχή της, με μεγάλη κοινωνική, πολιτιστική και πατριωτική προσφορά. Μια πολυσύνθετη πραγματικά προσωπικότητα που αξιώθηκε να πετύχει με ό,τι καταπιάστηκε.

Κυρίες και κύριοι, αισθάνομαι περίεργα να τελειώσω εδώ, λέγοντας ότι αυτή είναι με λίγα λόγια η αποψινή μας τιμώμενη, γιατί είναι πολύ δύσκολο να μιλήσεις με «λίγα λόγια» για έναν άνθρωπο με τόσο πλούσια μόρφωση, τόσο γεμάτη ζωή, τόσο σπουδαίο έργο, για μια πολυτάλαντη προσωπικότητα, όπως είναι η Άννα Θεοφυλάκτου.

Μια κυρία που ταξιδεύει σε όλη της τη ζωή αλλά μένει στο ίδιο μέρος από τότε που γεννήθηκε.

Μια κυρία που νοιάζεται τόσο πολύ για το παρελθόν, αλλά βρέθηκε τόσο κοντά και νοιάστηκε τόσο για τα παιδιά και τη νεολαία.

Μια κυρία που μετράει τα λόγια της, αλλά είναι πληθωρική μέσα από το έργο της και το φωτογραφικό φακό της.

Μια κυρία που είναι πάντα μέσα σε κόσμο, αλλά συχνά μοιάζει μοναχική.

Κυρίες και κύριοι συνοψίζοντας, καταλήγω απευθυνόμενος στην τιμώμενη,

Σεβαστή μου Άννα, πρέπει να αισθάνεσαι πολύ δικαιωμένη από την πορεία σου στη ζωή. Έδωσες στην κοινωνία μας τρία παιδιά, τρεις επιτυχημένους επιστήμονες και καμαρώνεις οκτώ εγγόνια και μια δισέγγονη.  Με τους αγώνες σου βοήθησες την πατρίδα και τους συμπατριώτες σου, σε σκοτεινούς αλλά και φωτεινούς καιρούς, με τα μαγικά σου χέρια έσωσες ή ξαναέδωσες το φως σε εκατοντάδες μάτια. Με το μεράκι και την επιμονή σου συγκέντρωσες έναν ολόκληρο θησαυρό για την ιστορία. Αξιώθηκες τιμές από οργανωμένους φορείς της πολιτείας, ένιωθες και νιώθεις την αναγνώριση του κόσμου, γνώρισες και συνεχίζεις να απολαμβάνεις την αγάπη των συγγενών, των φίλων αλλά και πολλών απλών ανθρώπων.

Σεβαστή μου Άννα, εμείς τα μέλη της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, μια οικογένεια στην οποία ανήκεις κι εσύ, σε ευχαριστούμε από καρδιάς για όλα όσα έχεις προσφέρει. Σου ευχόμαστε να κρατήσεις τη ζωντάνια σου, τον δυναμισμό σου και το χαμόγελό σου και να συνεχίσεις την αξιοθαύμαστη προσφορά σου. Το έργο σου είναι μια παρακαταθήκη που μας τιμά όλους».

Για τα κειμήλια της οικογένειας Θεοφύλακτου Θεοφύλακτου στο Μουσείο Ποντιακού Ελληνισμού και η σημασία του φωτογραφικού αρχείου της Άννας Θεοφυλάκτου μίλησε η κ. Λένα Καλπίδου, αρχαιολόγος, υπεύθυνη του Μουσείου της Ε.Π.Μ. 

«Ξεκινώ την αναφορά μου για τις δωρεές της οικογένειας της τιμώμενης σήμερα, με το θεμελιώδες δώρο, θεμελιώδες για την ύπαρξη του σωματείου μας, την ιδέα  και δράση που είχε ο Θεοφύλακτος Κωνσταντίνου Θεοφύλακτος να ιδρυθεί η Ε.Π.Μ  και την προτροπή του για τον πρώτο πρόεδρο.

Συνεχίζω επιγραμματικά με την παρουσίαση των αντικειμένων που δωρίθηκαν  από την κόρη του γιατρού την Άννα:

ΕΙΚΟΝΑ 1

1) Σταυρός αγιασμού από την ιδιαίτερη πατρίδα του Θεοφύλακτου την Τσίτε. Πιθανόν να προέρχεται από τη μονή της Παναγίας Γουμερά ή την εκκλησία της Yπαπαντής του χωριού Τσίτε. (υλικά: ξύλο, ασήμι, χρυσός, μαργαριτάρια και άλλες πολύτιμες πέτρες)

 [Σταυρός αγιασμού από την Παναγία Γουμερά ή την εκκλησία της Υπαπαντής του χωριού Τσίτε.]  1995.10.14

 

ΕΙΚΟΝΑ 2

2) Πατριαρχικό σιγίλλιο (χειρόγραφο σε περγαμηνή) του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε' προς το μοναστήρι Παναγίας  Γουμερά, Κων/πολη, Μάρτιος 1808.

1995.15.13

Τεκμηρίωση στον τόμο 8 του "Αρχείου Πόντου" σελ. 53, τόμος 13, σελ. 208.

                   

 

ΕΙΚΟΝΑ 3

3)  Εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΠΟΝΤΟΣ», ΕΤΟΣ Α΄Αριθμ.7, Σάββατο 6 Ιουλίου 1919. Εκδίδεται υπό της Εταιρείας « Ο Πόντος», υπεύθυνος Θ. Κ. Θεοφύλακτος.         

Και τα τρία είναι πολύτιμα, σπάνια, εξαιρετικής σημασίας κειμήλια που εκπροσωπούν σπουδαιότατες κατηγορίες του Μουσείου μας.

Προχωρώ γοργά στο θέμα της φωτογραφίας που διατρέχει την πορεία της οικογένειας και γιγαντώνεται με τη φωτογραφική δράση και συλλογή της Άννας.

Ποια η συμβολή της φωτογραφίας στη διάσωση του πολιτισμού, πράγμα που ενδιαφέρει τη συλλέκτρια;

Ακούστε την αξιολογική κρίση της Υπατίας Διονυσιάδου για τη σημασία  της φωτογραφίας:

 « Η φωτογραφία είναι άμεσο τεκμήριο. Διατηρεί πάντα τη γνησιότητα της στιγμής που αποτυπώνει. Αυτή η στιγμή της πραγματικότητας που αποτυπώνεται αποτελεί ένα μικρό κομμάτι ιστορίας. Ακόμα και το ύφος ή η στάση των φωτογραφούμενων  ανθρώπων μπορεί να αποδίδει πληροφορίες για τη θέση τους στην κοινωνία, το χαρακτήρα τους, την ταλαιπωρία ή την ευτυχία τους, την ατμόσφαιρα γενικά μέσα στην οποία ζούσαν, πληροφορίες που καμιά άλλη ιστορική πηγή δεν θα αποκάλυπτε».

Αυτά και την καταγραφή  των ελληνικών μνημείων σε Πόντο και υπόλοιπη Μικρά Ασία τα διασώζει το αρχείο της Άννα Θεοφυλάκτου.

Και συνεχίζω με το ιστορικό δημιουργίας του:

 Η συλλογή φωτογραφιών από το αρχείο των γονέων της προκαλεί το ενδιαφέρον της να την εμπλουτίσει. Αναζητά από γνωστούς και φίλους φωτογραφίες τις οποίες αναπαράγει και καταγράφει λεπτομερή στοιχεία για την απεικόνιση τους – τα οποία καταφέρνει να τα διατηρεί στη μνήμη της!

Στη συνέχεια  η ανάγκη  να καταγράψουν το ιστορικό του σωματείου της Μέριμνας Ποντίων Κυριών (1904-1980) και οι οδηγίες των συνεργατών της, Κωστή Μοσκώφ και Ντίνου Χριστιανόπουλου, καθόρισαν τους παραπέρα στόχους της και την οδήγησαν να αναλάβει ένα δύσκολο και χρονοβόρο έργο: τη συγκέντρωση και τον έλεγχο μαρτυριών και εικόνων σχετικά με τη δράση του σωματείου και την κοινωνία των Ελλήνων στον Πόντο.

Ας δούμε τον συνοπτικό  πίνακα περιεχομένου του αρχείου της :

ΕΙΚΟΝΑ 4

Φωτογραφικό  Αρχείο Άννας  Θεοφυλάκτου                                                                  Περιεχόμενο :

                           300     παλιές  φωτογραφίες

                        2.400  ανατυπώσεις  παλιών φωτογραφιών

                        2.500   σύγχρονες  φωτογραφίες

                        6.300   διαφάνειες  από πολλαπλά ταξίδια που έκανε η Άννα Θεοφυλάκτου  σε:

                                 Πόντο, Αρμενία, Γεωργία, Καππαδοκία, Ιωνία και Κύπρο: 1975- 1993

  Η  ίδια η Άννα Θεοφυλάκτου μας  λέει  για τη δράση και τους στόχους της:

« Από το 1980 μαζεύω με πολλή αγάπη και σεβασμό τις φωτογραφίες που μου φέρνουν φίλοι, γνωστοί, συγγενείς και ξένοι και καθημερινά το αρχείο εμπλουτίζεται με νέες φωτογραφίες .

Προσπάθειά μας είναι να σώσουμε και να διαφυλάξουμε ζωντανό ένα κόσμο που έφυγε, που δεν υπάρχει πια, είναι όμως το παρελθόν μας, υπήρξε και έγραψε ιστορία την οποία εμείς συνεχίζουμε».

Το εμπλουτισμένο αρχείο της Άννας Θεοφυλάκτου αποτέλεσε το υλικό  για το  Λεύκωμα «Ζωντανές Μνήμες του Πόντου», που εκδόθηκε από τη  Μέριμνα Ποντίων Κυριών το 1988.

 ΕΙΚΟΝΑ 5  

 «Ζωντανές Μνήμες του Πόντου», Μέριμνα Ποντίων Κυριών ,  Αφοί Κυριακίδη , Θεσσαλονίκη 1988.

Σε αυτό το έργο παρουσιάζονται όλες οι πτυχές  του ανθρώπινου  του  φυσικού  και του δομημένου από τους Έλληνες, τοπίου του Πόντου. Χάρη στη σπουδαιότητα της φωτογραφίας το Λεύκωμα αυτό αποτελεί καθαρή και αστείρευτη πηγή  πληροφοριών ιστορικών, κοινωνιολογικών, λαογραφικών. Η παλαιότητα, το πλήθος, η ποικιλία, η τεκμηρίωση και η οργάνωση των φωτογραφιών που παρουσιάζονται  χαρίζουν στον προσεκτικό και ερευνητικό θεατή τους - κάθε φορά που τις παρατηρεί  -  πλήθος μηνυμάτων για πάρα πολλούς τομείς της ζωής. Γι’ αυτό και το   Λεύκωμα « Ζωντανές Μνήμες του Πόντου», αποτελεί τη μοναδική, αξεπέραστη μέχρι τώρα, εικονογραφική - ιστορική  πηγή για τον Ελληνισμό του Πόντου.

Η πρώτη προσπάθεια οργάνωσης του Φωτογραφικού Αρχείου ολοκληρώνεται, μετά από πολύχρονη εργασία, το 1994, με την επιμέλεια της φιλολόγου Υπατίας  Διονυσιάδου.

Σε αυτή την έκδοση παρουσιάζεται «μέρος του Φ. Α. που αφορά τον Ποντιακό Ελληνισμό μέσα και έξω από τη γη του Πόντου, εκεί όπου έζησαν, εργάστηκαν, σπούδασαν ή ταξίδεψαν οι Πόντιοι» .

ΕΙΚΟΝΑ  6

Έλληνες του Πόντου, επιμ. Υπ .Διονυσιάδου , Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη,1994. 

 

Οι φωτογραφίες καλύπτουν την τελευταία περίοδο της παρουσίας του ελληνισμού στο Μικρασιατικό χώρο και τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής του στην Ελλάδα. (Τέλη  του 19. και έως τις αρχές του 20. αι.) 

«Είναι παλιές και δυσεύρετες φωτογραφίες, οι οποίες δεν θα ήταν εύκολο να εντοπιστούν. Αυτό το οργανωμένο αρχείο διευκολύνει σημαντικά το έργο των ερευνητών και μελετητών  της ιστορίας γενικά του μικρασιατικού ελληνισμού» .

 Στον επόμενο πίνακα μπορούμε να πληροφορηθούμε σε ποια θέματα αναφέρονται οι παλιές φωτογραφίες  που αφορούν  τους Έλληνες του  Πόντου.

ΕΙΚΟΝΑ   7    

 «Έλληνες του Πόντου»,  Φωτογραφικό Αρχείο Άννας  Θεοφυλάκτου,

   επιμέλεια  Υπατίας Διονυσιάδου , Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1994

            Πρώτη προσπάθεια οργάνωσης του φωτογραφικού Αρχείου.

                         Διάγραμμα ταξινόμησης του καταλόγου :

                                     1. Πόλεις και Χωριά

                                     2. Εκπαίδευση

                                     3. Θρησκευτική Ζωή

                                     4. Κοινωνική Ζωή

                                     5. Διωγμοί  - Αντίσταση

                                     6. Πρόσωπα

                                     7. Προσφυγιά

                                     8. Μέριμνα Ποντίων Κυριών

Αξίζει να επισημάνω ότι στην πρώτη ενότητα έχει μεγάλη αναφορά στην παλιά Θεσσαλονίκη, για το διάστημα 1914-1936, πράγμα που  επιβεβαιώνει την αγάπη της για την πόλη που γεννήθηκε και  τη νοιάζεται συνεχώς. Το ευρύ κοινό ίσως δεν γνωρίζει ότι η Θεσσαλονίκη ευτύχησε να έχει σώσει, μέσα στις εικόνες των συλλογών του Γάλλου τραπεζίτη Albert Kahn, τη γοητευτική  και εξαιρετικά σύνθετη μορφή της κατά την ενσωμάτωσή της στην Ελλάδα το 1913. Η μεγάλη συλλογή φωτογραφιών της Άννα Θεοφυλάκτου για τη Θεσσαλονίκη έρχεται να συμπληρώσει  το κομμάτι  της ιστορίας της πόλης που σχετίζεται με τους πρόσφυγες  του 1922. Πολύ εύστοχα ο Γ. Τζανής παρατήρησε για την Άννα Θεοφυλάκτου ότι έχει «Δυναμική συμμετοχή στη ροή της ιστορίας της Θεσσαλονίκης» .

 

ΕΙΚΟΝΑ  8

6.  ΠΡΟΣΩΠΑ

6.1 Οικογένειες

6.2 Ζευγάρια

6.3  Παιδιά

6.4  Πρόσωπα

6.5 Τοπικές ενδυμασίες

6.6  Νύφες

6.7 Θεοφύλακτος  Θεοφύλακτος

6.8 Φίλων Κτενίδης

 

Συνεχίζοντας  επιλέγω να κάνω αναλυτική αναφορά  στην έκτη ( 6 )ενότητα  με τον τίτλο: Πρόσωπα,  για δύο λόγους:                                                                                    

1)  Το πορτραίτο είναι είδος φωτογραφίας  σπουδαίο, έχει εκτεταμένη παρουσία στη συλλογή προσθέτοντας αξία στη σημασία της και  

2)  Καθοριστική είναι η συμβολή αυτής της ενότητας ειδικά στη μελέτη της ενδυματολογίας των Ελλήνων του Πόντου.

Εκτός από τις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες το Αρχείο της Άννας περιλαμβάνει  ένα πλήθος νεώτερες έγχρωμες φωτογραφίες με τη διαχρονική παρακολούθηση των μνημείων των Ελλήνων στον Πόντο. Κι αυτό το τμήμα αυξάνει  ακόμη την αξία του συνόλου του Φωτογραφικού Αρχείου της.

Κλείνοντας αποκαλύπτω τη σχέση της συλλέκτριας με τη διαδικασία οργάνωσης του υλικού μέσα από τις διαπιστώσεις της επιμελήτριας:

« Ανεκτίμητη ήταν η συμβολή της Άννας Θεοφυλάκοτυ σε όλη τη διάρκεια της συγκρότησης του καταλόγου. Η Άννα Θεοφυλάκοτυ είναι αστείρευτη πηγή γνώσης και πληροφοριών για κάθε τι που αφορά το αρχείο της, ταυτισμένη με αυτό  και πάντα πρόθυμη να συντρέξει» .

ΕΙΚΟΝΑ  9
Θεοφύλακτος Κ. Θεοφύλακτος

« Γύρω στην άσβεστη φλόγα»  Θεσσαλονίκη,1958.  

Σας καλώ τώρα να συνδέσουμε την παραπάνω διαπίστωση της συνεργάτιδάς της  με την παρουσίαση της «ηθικοπνευματικής» συγκρότησης της προηγούμενης  Άννας της οικογένειας. Ήταν η γιαγιά του Θεοφύλακτου Θεοφύλακτου, η οποία και τον ανάθρεψε.

ΕΙΚΟΝΑ  10

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ - ΓΙΑΓΙΑ ΑΝΝΑ

Κεντρικό πρόσωπο στην οικογενειακή φωτογραφία η « ΄κοδέσπαινα» Άννα.

Να τι  γράφει ο  Θεοφύλακτος Κ.  Θεοφύλακτος,  στο παραπάνω βιβλίο του: «Γύρω στην άσβεστη φλόγα», Θεσσαλονίκη, 1958:

 « Ποιες ήταν οι αρχές της;

«Τι θα καταλάβω, αν απολαύσω τούτο ή εκείνο το εξαιρετικό, όταν ο άλλος το στερείται, ενώ έχει απόλυτη ανάγκη από αυτό; …Στερούσε τον εαυτό της χάριν των άλλων. Θυσία προς όλους, προς το σύνολο…Τίποτα δεν κρατούσε για τον εαυτό της, απολύτως. Ήτανε σε αφάνταστο  βαθμό λιτοδίαιτη, και την ευχαριστούσε αυτό. Αλτρουισμός αυτούσιος η «μάννα » μου, αισθανόταν απόλαυση αληθινή με τις θυσίες της ως γονιός, φίλος , ως κοινωνικός άνθρωπος.

Μια άλλη αρχή της ήταν: Αδιάκοπη εργασία, συνδυασμένη με αφάνταστη συντόμευση χρόνου και απόδοση. Η εξαιρετική αυτή τροφός,  μού έγινε πρότυπο. Μού κληροδότησε κάτι από την ψυχή της. Και άθελά μου πολλές  φορές με χειραγωγούσε προς τ’ αχνάρια της. Το παράδειγμά της με δέσμευε, όχι λίγες φορές. Και η σκιά της γιαγιάς μου φτερούγιζε, πάντα, γύρω μου. Με τις πράξεις μου απέβλεπα διαρκώς στο κοινό συμβάδισμα, προς ένα ανώτερο μέλλον για όλους μαζί».

Απ’ όσο έχω την τιμή να γνωρίζω την Άννα Θεοφυλάκτου,  κόρη της Ιφιγένειας Κογκαλίδου και του Θεοφύλακτου Κ. Θεοφύλακτου διαπιστώνω ότι η ηθικοπνευματική συγκρότηση της γιαγιάς συνεχίζεται και στη δισεγγονή !

Ευχαριστώ την Άννα Θεοφυλάκτου για τη φιλία της και εσάς σας ευχαριστώ που δεχτήκατε να σας κάνουμε  κοινωνούς στην ποιότητα της προσωπικότητάς της!

Ακολούθησε η βράβευση της τιμωμένης με το βραβείο Απόστολου Σουμελίδη και η αντιφώνησή της με ομιλία και θέμα: «Ένα ταξίδι στο παρελθόν».

Η εκδήλωση έκλεισε με δεξίωση κατά την οποία η προσκεκλημένοι είχαν την ευκαιρία να συγχαρούν την τιμωμένη και να συνομιλήσουν μαζί της.

 

 

 

 

 

19 Ιανουαρίου 2014

 

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών τιμά τους ανθρώπους της

 

Την Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014 και ώρα 11:00 πραγματοποιήθηκε εκδήλωση με θέμα: «Η Ε.Π.Μ. τιμά τους ανθρώπους της» Διαμαντή Λαζαρίδη, γενικό έφορο (1987-1996, 2006-2010) και αντιπρόεδρο (1996-2003) του Δ.Σ. και Κυριακή (Κούλα) Ιορδανοπούλου, ταμία (1985-2007) του Δ.Σ., για τη μακροχρόνια και σημαντική προσφορά τους.

Ανοίγοντας την εκδήλωση ο πρόεδρος της Ε.Π.Μ. κ. Χρήστος Γαλανίδης, αφού καλωσόρισε το εκλεκτό ακροατήριο, ανέγνωσε πρώτα την ακόλουθη επιστολή του επιτίμου προέδρου κ. Δημητρίου Τομπαΐδη:

«Βρίσκω εξαιρετικά επιτυχημένη την πρωτοβουλία της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών να τιμήσει με ειδική εκδήλωση τον Διαμαντή Λαζαρίδη και την Κούλα Ιορδανοπούλου. Επειδή δεν μπορώ δυστυχώς να παρευρεθώ στην εκδήλωσή σας  (με ταλαιπωρεί εδώ και μερικές ημέρες κάποια ίωση) και, όπως επιθυμούσα, να τα πω διά ζώσης, θα παρακαλούσα να ακουστεί η άποψή μου και για τους δύο: Σε ανθρώπους σαν τον Διαμαντή και την Κούλα στηρίζονται σχεδόν όλοι οι σύλλογοι. Και είναι ευτυχείς οι σύλλογοι εκείνοι που τυχαίνει να βρίσκουν τέτοιους ανθρώπους, οι οποίοι έχουν τάξει και έχουν ταυτίσει τη ζωή τους με το έργο που ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας. Και οφείλω να ομολογήσω ότι σε όλη τη μακρόχρονη συνεργασία μας δεν ακούστηκε από τη μεριά τους παράπονο ή μεμψιμοιρία για οποιοδήποτε καθήκον τους ανετίθετο (και πέρα από τα καθορισμένα). Είμαι βέβαιος ότι υπάρχουν και άλλοι που, σαν τον Διαμαντή και την Κούλα, έχουν αφιερωθεί ψυχή και σώματι στο έργο του συλλόγου στον οποίο ανήκουν. Όμως και οι δυο τους αποτελούν λαμπρό παράδειγμα προς μίμηση. Προσωπικά τους συγχαίρω από βάθους καρδίας».

 

                                                                                                            Δ. Τομπαΐδης

 

Στη συνέχεια ο πρόεδρος κ. Χρήστος Γαλανίδης απευθυνόμενος στους παρευρισκομένους είπε:

 

     Εκλεκτοί  προσκεκλημένοι

     Αγαπητά μέλη

     Αγαπητή Κούλα

     Καλέ μου φίλε  Διαμαντή

 

    Σε  δύο  περίπου  μήνες  θα  λήξει η  τετραετής θητεία  του Διοικητικού  Συμβουλίου  μας.  Θυμάμαι  τώρα  ότι  τον πρώτο  χρόνο  λειτουργίας  μας  σε  μία  εκδήλωση  που  οργανώθηκε  προς  τιμήν  της  Ε.Π.Μ.  από  την  Εύξεινο  Λέσχη  Θεσσαλονίκης,  στη  Θεσσαλονίκη,  στον  χαιρετισμό  μου  μεταξύ  άλλων,  είχα  τονίσει  ότι  καθένας  μας, όπως  και οι φορείς κρίνονται  από το έργο  που παράγουν και όχι  από τις  καλές  προθέσεις  και τα ωραία λόγια  και ότι εμείς  σαν  Ε.Π.Μ. θα ’θελα να κριθούμε  όχι  μόνο  γι’ αυτά  που θα  πράξουμε  αλλά και γι’ αυτά ακόμη που θα παραλείψουμε  να κάνουμε, εφόσον είναι μέσα  στις  δυνατότητες  μας και στους  καταστατικούς  σκοπούς μας.

    Η  σημερινή  εκδήλωση  αφιερωμένη  στο Διαμαντή  Λαζαρίδη  γενικό  έφορο  και αντιπρόεδρο  μας,  από το  1987 έως το 2003,  και την  Κούλα  Ιορδανοπούλου  ταμία  μας  από το  1985  έως  το  2007,  όπως  και  άλλες  εκδηλώσεις  που πραγματοποιήσαμε  αυτή  την  τετραετία  εντάσσονται  σ’ αυτήν την  αντίληψη αλλά και στη λογική, ότι  στους  ανθρώπους  που προσφέρουν  ανιδιοτελώς  χρόνο, μόχθο και γνώση,  το ελάχιστο  που επιβάλλεται  από εμάς  είναι  η αναγνώριση  του έργου τους  και η  απόδοση  τιμής.

   Εξ’ άλλου  έχω  τονίσει  και με  άλλη  ευκαιρία,  ότι  για  την  πραγματοποίηση ενός  αξιόλογου  και σημαντικού έργου  απαιτούνται  τρεις  παράγοντες  σε  αρμονική  συνύπαρξη και συνεργασία: ένας  εμπνευσμένος  ηγέτης  με πρωτοπόρες  ιδέες, γνώση και ισχυρή  θέληση,  η εξεύρεση οικονομικών  πόρων   σε συνδυασμό με τη σωστή αξιοποίηση  τους  και η παρουσία  και στράτευση κατάλληλων  ανθρώπων  που θα  υπηρετήσουν  και θα  υλοποιήσουν το έργο  με  αφοσίωση, αγάπη  και ανιδιοτέλεια.  Αυτούς  τους  ανθρώπους  αξίζει  να  τους  επιβραβεύουμε  και να  τους  δικαιώνουμε και αυτό  θα  επιδιώξουμε  με  τη  σημερινή εκδήλωση.

     Η  γνωριμία  μου με τον Διαμαντή Λαζαρίδη και την Κούλα Ιορδανοπούλου  έγινε  μέσα  σ’ αυτό  τον υπέροχο  κόσμο  της  Ε.Π.Μ., τουλάχιστον  τριάντα  χρόνια  πίσω,  τότε  που κάτω από  την ομπρέλα  και καθοδήγηση  του μεγάλου  δασκάλου  μας  και οραματιστή  Οδυσσέα  Λαμψίδη,  μοιραστήκαμε  το κοινό όραμα  και την  ελπίδα  να φτιάξουμε  αυτή  τη «Στέγη  Κειμηλίων  του Ποντιακού  Ελληνισμού» που το  1980 σ’ αυτό το χώρο ήτανε  ένα χέρσο  οικόπεδο.   Ριχτήκαμε  στη  δουλειά,  ο  καθένας  στον  τομέα  του,  μαζί  και με πολλά  μέλη  του  σημερινού  Διοικητικού  Συμβουλίου, με  πίστη  και αφοσίωση  ότι  το  κοινό  μας  όνειρο θα το κάναμε  πραγματικότητα, όπως  και έγινε.

   Πρωτεργάτης  ο  Διαμαντής,  ακούραστος  και  μεθοδικός  και  από κοντά η Κούλα  σωστός  «Κέρβερος»  στη διαχείριση,  γιατί τα  χρήματα  τα  μαζεύαμε  με  προσπάθεια  και κόπο,  αμέριστη  βέβαια  η  συμπαράσταση  και η  συμβολή  του Νίκου  Ακριτίδη.

    Προγραμματίζαμε  τις  δουλειές με  τον  Διαμαντή, προσπαθούσαμε  να  κάνουμε  το καλύτερο  με το μικρότερο  κόστος,  είχαμε πάντα σαν γνώμονα  το  απαραίτητο  και το αναγκαίο  και  απορρίπταμε  το περιττό  και η  Κούλα  σαν μέλισσα,  πέταγε  μία εδώ  και  μία  εκεί  αβάρετη  και υπομονετική  να  συγκεντρώνει  πόρους  για  την ολοκλήρωση του  έργου  μας.

    Είχαμε  βάλει  όλοι  το εγώ  μας  κάτω  από το εμείς και δουλεύαμε  με  ενθουσιασμό  διέκρινες  σ’ όλους  ( τον  Διαμαντή, την Κούλα, τη Λένα,  την  Έλσα, τον Πάνο,  τον  Χρήστο,  τη  Δέσποινα,  τον  Απόστολο,  τον Ισαάκ, τον  Δημήτρη και όλους όσων  δεν  αναφέρω  τα  ονόματά  τους  για  να  μην  κουράσω)  το  χαμόγελο  της  χαράς  και της  αισιοδοξίας  στα  πρόσωπά  τους,  και μου άρεσε  αυτό  γιατί  ήθελα και θέλω  πάντα  μέσα  σ’ αυτό το πνευματικό  μας σπίτι  να κυριαρχεί  η  χαρά  της  συνάντησης  καλών φίλων  και η  αισιοδοξία  ότι θα  πετυχαίνουμε  τους  στόχους  που θέτουμε.

    Αγαπητέ  Διαμαντή,

    Όλα  αυτά  τα  χρόνια  συνεργαστήκαμε  άψογα  και δημιουργικά, επικρατούσε  ανάμεσά μας  εκτίμηση  σεβασμός  και αγάπη,  δεν  υπαινίχθηκε  ποτέ  κανένας  κάτι  εις βάρος  του άλλου.  Ήταν  απαράμιλλο το ήθος και το μεγαλείο  της  ψυχής  σου,  που το έδειξες  όταν  αναίτια  και για  ασήμαντη  αφορμή  κάποιος  προσπάθησε να σε πικράνει,  εσύ  το προσπέρασες και προχώρησες.

    Χαίρομαι  που για πολλά  χρόνια  είμαστε  συνοδοιπόροι  στον  αγώνα  τον καλό, στον αγώνα που γεμίζει την ψυχή  μας  μέχρι  και σήμερα  και ότι  αποτελούμε  κρίκους της ίδιας αλυσίδας  που κρατά ενωμένη  την Ε.Π.Μ. από την ίδρυσή της το 1927 με πρώτο πρόεδρο της  τον τελευταίο  Μητροπολίτη  Τραπεζούντας  Χρύσανθο  μέχρι και σήμερα,  όσο για την Κούλα ήταν  πάντοτε με ένα χαμόγελο στα χείλη  έτσι τη θυμάμαι κι’ έτσι  θέλω να μείνει στη μνήμη μου.  Κλείνοντας  αυτό τον χαιρετισμό μου θα πω πως νιώθω υπερηφάνεια που συνεργάστηκα μαζί τους και χαίρομαι που είμαστε φίλοι.

 

Ακολούθησε προβολή φωτογραφικού υλικού σχετικού με τη δράση και το έργο των τιμωμένων.

Σύμφωνα με το πρόγραμμα για την προσφορά της Κυριακής (Κούλας) Ιορδανοπούλου μίλησε ο κ. Πάνος Ηλιάδης, μέλος του Δ.Σ., φιλόλογος-τ. λυκειάρχης.

 

Στη συνέχεια μίλησε ο πρόεδρος με τα ακόλουθα λόγια:

Πριν  προχωρήσω  στην απονομή  της τιμητικής  διάκρισης  στην Κυριακή (Κούλα)  Ιορδανοπούλου  θέλω  να  αφηγηθώ  κάτι  από την προσωπική  συνεργασία  μας.  Όταν κάναμε  αγώνα να βρούμε χορηγούς  και συμπαραστάτες  στη προσπάθειά μας είχα απευθυνθεί σ’ ένα γνωστό μου Πόντιο επιχειρηματία, πολύ μεγάλου οικονομικού διαμετρήματος σήμερα, και μου έδωσε μία επιταγή 50.000 δρχ., την έδωσα λοιπόν στη Κούλα να πάει να την εισπράξει, πέρασαν λίγες ημέρες και συναντιόμαστε με την Κούλα, η οποία όλο γλύκα και χαμόγελο μου λέει, Χρήστο μερ’  εύρες  ατόν  τον φίλον;  - γιατί  Κούλα,  την ρωτώ-  την ψην εξέγκεν ους’ να παίρω τα παράδας,  δέκα φοράς  πήγα  κι’ έρθα, άμα εγώ  κι’ αφήνατο ήσυχον, ους’ να πέρα’ τα, κι’ αετ’ς έδέβα πλάν. 

Σας διαβάζω τώρα από το βιβλίο της αδελφής μου Έλσας «Λαογραφικά του Πόντου…. από όσα μου είπαν  και άλλα»  ένα  κείμενο  που αναφέρεται  στο χιούμορ  της  Κούλας…..

Η  Κούλα και  ο  «Παρακείμενον»

    Από την  Επιτροπή  Ποντιακών  Μελετών  (Ε.Π.Μ.)  διοργανώθηκε στις 8-9 Οκτωβρίου1994  ΔΙΕΘΝΗΣ  ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ  ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ με θέμα: «Η ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ ΑΛΛΟΤΕ  ΚΑΙ ΤΩΡΑ». Σ’ αυτήν μετείχαν εκλεκτοί  επιστήμονες ως σύνεδροι και εισηγητές, Έλληνες και ξένοι, όπου παρουσίασαν τις εργασίες τους και την πορεία των ερευνών τους  σχετικά  με  την ποντιακή  διάλεκτο τόσο τοπικά όσο και χρονικά…… Σε  κάποια  στιγμή, και αφού είχε περάσει η ώρα,  ανεβαίνει από το γραφείο η κ. Ιορδανοπούλου στην αίθουσα συνεδριάσεων για  να  πει  κάτι  επείγον. Σε λίγο κατεβαίνει  σταυροκοπούμενη  με  ένα χαμόγελο  απορίας.

    Τότε τη ρώτησε ο Α.Μ.  «Τι  έγινε; τι  λένε  εκεί  μέσα κ. Ιορδανοπούλου;» Κι αυτή γελαστή τού απαντά: «Δεν κατάλαβα τίποτε, μάλωναν μεταξύ τους για κάποιον  Παρακείμενο και Υπερσυντέλικο», και συνεχίζοντας συμπλήρωσε: «Μω τήν πίστη σ’! για τ’ έναν παρακείμενον εδώκαμε  ατόσα  παράδες;»

 

    Αγαπητή  Κούλα

    Η  απονομή  αυτής  της  περγαμηνής  και του ανάγλυφου  επίχρυσου  μεταλλίου  της  Επιτροπής Ποντιακών Μελετών είναι  λίγα αλλά χαρακτηριστικά  της  μεγάλης  αγάπης  όλων μας  στο πρόσωπό  σου  και μικρό  αντίδωρο  στην προσφορά σου.

 

Το βραβείο παρέλαβαν τα τέκνα της τιμωμένης Ιωσήφ Ιορδανόπουλος και Ηλίας Ιορδανόπουλος, καθώς η ίδια δεν παρέστη για λόγους υγείας. Ωστόσο μετά από μερικές μέρες λάβαμε από την  ακόλουθη επιστολή:

 

Προς τον Πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ.

                                                                        της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών

                                                                        Αγνώστων Μαρτύρων 73 – Νέα Σμύρνη

                                                                                                                        17123

 

 

 

Αγαπητοί φίλοι,

Αισθάνομαι την ανάγκη να σας ευχαριστήσω για τη συγκινητική εκδήλωση που πραγματοποιήσατε την Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014, κατά την οποία με τιμήσατε για τη μακροχρόνια προσφορά μου στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, κυρίως ως ταμία.

Δυστυχώς, η κατάσταση της υγείας μου δεν μου επέτρεψε να παραστώ, ωστόσο τα παιδιά μου Ιωσήφ και Ηλίας, που παρέλαβαν το βραβείο και το μετάλλιο, μου μετέφεραν τη ζεστή ατμόσφαιρα και τα συγκινητικά λόγια που ειπώθηκαν.

Εύχομαι ολόψυχα η «Επιτροπή» μας να επιτελεί απρόσκοπτα το έργο στο διηνεκές.

                                                                    Καλλιθέα, 20 Ιανουαρίου 2014

 

Κυριακή (Κούλα) Ιορδανοπούλου

 

 

Για το έργο και την προσφορά του Διαμαντή Λαζαρίδη μίλησε ο δρ. Αντώνης Παυλίδης, μέλος του Δ.Σ., σχολικός σύμβουλος:

 

Εκλεκτοί προσκεκλημένοι, κυρίες και κύριοι,

Επιτρέψτε μου καταρχάς να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες προς τον Πρόεδρο και το ΔΣ της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών για την ευκαιρία που μου έδωσαν – που συνιστά ιδιαίτερη τιμή - να μιλήσω για το Διαμαντή Λαζαρίδη, μια σημαντική προσωπικότητα του ποντιακού ελληνισμού.

Πριν απ’ όλα θα ήθελα να αναφερθώ στο οικογενειακό υπόβαθρο του Διαμαντή Λαζαρίδη, γιατί έτσι θα γίνουν περισσότερο κατανοητά όχι μόνο το μέγεθος της προσφοράς του, αλλά και τα κίνητρα που τον οδήγησαν στο έργο του.

Γεννήθηκε το 1928 στο Σιδηρόνερο Δράμας, από γονείς Πόντιους, που καταγόταν απ’ την παραθαλάσσια Βαδισάνη (Φάτσα). Γονείς του ο  Θεμιστοκλής Λαζαρίδης και η Παρασκευή, το γένος Κατσίδου. Ο πατέρας του κατά την περίοδο της Γενοκτονίας στρατεύτηκε δύο φορές στα Τάγματα Εργασίας, την πρώτη το 1918 στο Ερζερούμ, απ’ όπου δραπέτευσε για να επιστρέψει στα χωριά της Φάτσας, τη δεύτερη το 1921, όπου επειδή γνώριζε την τουρκική, ο Αξιωματικός του Τάγματος τον αξιοποίησε ως διερμηνέα κι όταν πήρε μετάθεση στη Σαμψούντα, τον πήρε μαζί του. Εκεί συμμετείχε σε μυστική οργάνωση, της οποίας το συντονισμό είχε ο Επίσκοπος Ζήλων Ευθύμιος, με κύριο έργο τη φυγάδευση ανταρτών και φυγόδικων στη Ρωσία. Το ’22, εξαιτίας της πληροφόρησης που είχε απ’ τη θέση του, καταλαβαίνει ότι όλα θα γίνουν χειρότερα και στέλνει γράμμα στη σύζυγό του Παρασκευή να φύγει με τα παιδιά στην Ελλάδα, πράγμα που γίνεται. Απολύεται το 1923, έρχεται στην Ελλάδα και βρίσκει την οικογένειά του στα Γιάννενα. Τους πηγαίνει στην Καλαμαριά, όπου όμως είχε συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός προσφύγων, ενώ οι άθλιες συνθήκες και η υγρασία στέλνουν πολλούς στο θάνατο. Μεταξύ αυτών αρκετοί απ’ την οικογένεια του Διαμαντή, όπως  η 4 ετών αδελφή του Χαρίκλεια. Ένας Θείος του που υπηρετούσε στη διεύθυνση εποικισμού Δράμας τους μιλά για τα όμορφα χωριά βόρεια της Δράμας, που έχουν καλό και υγιεινό κλίμα. Έτσι εγκαθίστανται στο Σιδηρόνερο. Εκεί αναδεικνύεται η ηγετική φυσιογνωμία και η ανιδιοτελής προσφορά του πατέρα του στους κατοίκους, γεγονός που εκτιμούν οι κάτοικοι του χωριού, επιλέγοντάς  τον για 4 συνολικά τετραετίες Πρόεδρο της Κοινότητας.

Ο Διαμαντής, πέντε χρόνια μετά την εγκατάσταση της οικογένειας στο Σιδηρόνερο είδε για πρώτη φορά το φως του κόσμου, 3ο παιδί μεταξύ των 6 αδελφών του. Προηγήθηκε η Χαρίκλεια (1919), η Έλλη (1926), ο Γιάννης (1927, που πήρε το όνομα του παππού του που είχε πεθάνει στις εξορίες), ο Διαμαντής (1928), ο Ρήγας (1930) και ο Βύρων (1935).

Μετά την αποφοίτηση απ’ το Δημοτικό Σχολείο του χωριού του φοιτά στο Γυμνάσιο Δράμας, ακολουθεί η Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια αρχίζει η ωραία περιπέτειά του ως Δασκάλου σε διάφορες πόλεις και χωριά: Περιστεριά, Καλλίφυτο και Παρανέστι Δράμας, στην πόλη της Δράμας και μετά στη Θεσσαλονίκη. Διετής μετεκπαίδευση στο Μαράσλειο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης και αποφοίτησή του απ’ το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Γίνεται Επιθεωρητής Δημοτικών Σχολείων στην περιοχή  Γιαννιτσών, αποσπάται στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας, επιστρέφει στα Γιαννιτσά και στη συνέχεια στις περιοχές Ηλιούπολης και Κηφισιάς. Το 1983  συνταξιοδοτείται με 34 χρόνια υπηρεσίας.

Μέλος του Δ.Σ. της Ε.Π.Μ. για 25 χρόνια, απ’ το 1985 μέχρι το 2011. Απ’ το 2005 αποσύρεται στο χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε, το Σιδηρόνερο.

Κατά την 25ετία του στην Ε.Π.Μ. υπηρετεί ως Γενικός Έφορος και Αντιπρόεδρος, με αυξημένες υποχρεώσεις και ευθύνες, λόγω μακράς απουσίας του Προέδρου στη Θεσσαλονίκη και την Κύπρο. Κατά γενική ομολογία ανταποκρίνεται με απόλυτη επιτυχία σ’ αυτές τις υποχρεώσεις και ευθύνες.

Όλα αυτά τα χρόνια το κτίριο της ΕΠΜ έγινε δεύτερο σπίτι του. Απ’ το μουντό διαμέρισμα της Κολοκοτρώνη 25 στο γιαπί της Ε.Π.Μ., όπου στην αρχή υπήρχε μόνο το υπόγειο και το ισόγειο, ενώ με συνεχείς αγώνες και προσπάθειες, στις οποίες πρωτοστατεί ο ίδιος, σιγά-σιγά χτίζονται και οι υπόλοιποι όροφοι, με αποκορύφωμα τη δημιουργία του Μουσείου του Ποντιακού Ελληνισμού.

Περισσότεροι από 20.000 τόμοι του Αρχείου Πόντου, που μέχρι τότε ήταν διασκορπισμένοι σε διάφορες αποθήκες συγκεντρώνονται με δικές του προσπάθειες και τοποθετούνται ταξινομημένοι στο υπόγειο του κτιρίου της Ε.Π.Μ. Με συνεχείς προσπάθειες αλλά και επιδέξιους χειρισμούς κατορθώνει να συγκεντρώσει πόρους για την καλύτερη και αποτελεσματικότερη λειτουργία της «Επιτροπής». Είναι χαρακτηριστική η μεγάλη προσφορά των Αδελφών Σουμελίδη, 30 εκατομμυρίων δρχ για το Μουσείο και 52 εκατομμυρίων για το αποθεματικό της Ε.Π.Μ. Αξίζει να τονιστεί ότι οι δωρητές στη σχετική πράξη δηλώνουν ότι έχουν εμπιστοσύνη στο Δ. Λαζαρίδη ότι θα διαχειριστεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο το ποσό της δωρεάς.

Γνωστοποιεί το έργο της ΕΠΜ στέλνοντας τις εκδόσεις της στα Πανεπιστήμια και την Ακαδημία, γεγονός που συντέλεσε στη βράβευση τελικά της ΕΠΜ από τη δεύτερη.

 Δεν ήταν μόνο σεμνός κι ακούραστος εργάτης. Έχει μελετήσει σε βάθος και είναι εξαιρετικός γνώστης της ιστορίας του ποντιακού ελληνισμού. Σημαντικό είναι και το επιστημονικό έργο του:

-ΑΠ, τ.45ος: «Ο οπλαρχηγός Σάββας Παπαδόπουλος / ανέκδοτο έργο για τη ζωή και το έργο του»

-ΑΠ, τ.48ος: «Τα δημοσιεύματα του περιοδικού Ξενοφάνης για τον Πόντο»

-ΑΠ, τ. 49ος: «Η μονή και τα ιεροδιδασκαλείο Πρασάρεως του Πόντου»

-ΑΠ, τ. 50ος: «Άνθιμος Παπαδόπουλος: Σύντομη βιογραφία»

-Το αποκορύφωμα του επιστημονικού του έργου είναι η μονογραφία του «Στατιστικοί πίνακες της εκπαιδεύσεως των Ελλήνων του Πόντου, 1821-1922», ένα μεγάλης αξίας έργο 560 σελίδων, που δημοσιεύθηκε στο Αρχείο Πόντου, Παράρτημα 16 (1988). Πρόκειται για ένα εγχειρίδιο με ένα τεράστιο πλήθος στοιχείων που αναφέρονται στην εκπαίδευση των Ελλήνων του Πόντου, το οποίο έδωσε την ευκαιρία στους επόμενους ερευνητές να «χτίσουν» νέες μελέτης στηριζόμενοι σ’ αυτό. Μεταξύ αυτών και ο ομιλών.

Η προσφορά του στην Ε.Π.Μ. συμπυκνώνεται στις φράσεις: μακροχρόνια σεμνή παρουσία, συνεχής και ανιδιοτελής προσφορά, αγώνας και αγωνία για τη συνεχή βελτίωση των συνθηκών λειτουργίας της, αφοσίωση στο στόχο και αγάπη. Σαν απλός στρατιώτης.

Φρόντιζε το εκδοτικό έργο της Ε.Π.Μ. σαν δικό του έργο. Πονούσε για την Ε.Π.Μ, φρόντιζε για την εξεύρεση πόρων για τη λειτουργία της. Να βρίσκει ανθρώπους της προσφοράς δίπλα του. Ήταν και παραμένει εργατικός και αγαπητός. Υπηρετούσε το στόχο, χωρίς να επηρεάζεται από μεμψιμοιρίες και άδικες συμπεριφορές απέναντί του. Με το έργο του απέδειξε ότι σεβάστηκε το παρελθόν, τίμησε το παρόν και άνοιξε θετικές προοπτικές για το μέλλον της κιβωτού μας, της Ε.Π.Μ.

 Άνθρωπος της πραότητας και της λεβεντιάς, της πίστης στο σύστημα ιδεών και αξιών του ποντιακού ελληνισμού, της ανιδιοτελούς προσφοράς, της γενναιοδωρίας. Ένας πραγματικός ευπατρίδης του ποντιακού ελληνισμού.

Αυτή τη γενναιοδωρία εισέπραξε από πρώτο χέρι ο ομιλών, ο οποίος καθοδηγήθηκε απ’ το Διαμαντή Λαζαρίδη στην αυγή της δεκαετίας του 1990, όταν ξεκινούσε την περιπλάνησή του στο θαυμαστό κόσμο του ποντιακού ελληνισμού.

       Ο χαρακτήρας του συμπυκνώνεται στα λόγια που είπε στον ομιλούντα, όταν του τηλεφώνησε για να τον ρωτήσει σχετικά με κάποια στοιχεία της ζωής του «Δεν θα ήθελα παρλάτες, λόγους, βραβεία. Ό,τι έκανα, το έκανα επειδή θεώρησα ότι αυτό επιβάλει το καθήκον μου, απέναντι στους προγόνους μας. Θα μου αρκούσε μια επιστολή, να την παραλάβουν τα παιδιά και τα εγγόνια μου, σαν διαθήκη μου προς αυτά».

       Τον ευχαριστούμε για όσα συμβολίζει. Του ευχόμαστε υγεία ακλόνητη και δύναμη, να συνεχίσει να δημιουργεί. Είναι ένα πρότυπο απ’ αυτά που προσέφερε η Ε.Π.Μ. στη νέα γενιά.-

 

Για την προσφορά του Διαμαντή Λαζαρίδη στην οργάνωση και λειτουργία του Μουσείου Ποντιακού Ελληνισμού μίλησε η κ. Λένα Καλπίδου, αρχαιολόγος και έφορος Μουσείου της Ε.Π.Μ.

 

Κυρίες και Κύριοι,

 

Η Επιτροπή Ποντικών Μελετών γιορτάζοντας την 70ετία από την ίδρυσή της, παρουσίασε στο κοινό ένα επιπλέον σημαντικό επίτευγμα της, το Μουσείο του Πο­ντιακού Ελληνισμού.

Την  προσφορά του Διαµαντή Λαζαρίδη στην οργάνωση και λειτουργία του προσπάθησα  να  τη  συνοψίσω  σε τρεις τομείς:

Ο πρώτος είναι : Η καίρια εξασφάλιση προϋποθέσεων για την ανάληψη του δυσκολότατου εγχειρήματος της οργάνωσης Μουσείου σύγχρονων προδιαγραφών .

Ο δεύτερος είναι : η  έγκαιρη και έγκυρη διεκπεραίωση θεωρητικών και πρακτικών ζητημάτων για όλες τις δραστηριότητες της « Επιτροπής » .

Παρουσιάζω τρίτον τον τομέα που προϋποθέτει και ολοκληρώνει τους προηγούμενους  : Ήταν καθημερινά παρών , ενεργός , γνώστης, πρόθυμος , διαθέσιμος, ακούραστος!

 

Για να σας αναλύσω την  καίρια εξασφάλιση προϋποθέσεων  που προανέφερα θα σας παρουσιάσω τα λόγια άλλου και θα καταλάβετε μόνοι σας:

Τα αδέλφια Απόστολος και Κορίνα, παιδιά του Αλκιβιάδη και της Θάλειας Σουμελίδη, υπήρξαν από το 1988 οι πρώτοι δωρητές οικογενειακών κειμηλίων και συνέχισαν την προσφορά τους  και  με  δύο μεγάλες χρηματικές δωρεές το 1996 υποδείχνοντας μάλιστα την αξιοποίηση της μιας  για τις ανάγκες του Μουσείου.

Ο τότε πρόεδρος Δ. Τομπαΐδης σε συνεδρία του Δ.Σ., εισηγούμενος την αποδοχή της δωρεάς τους  είπε τα παρακάτω:

« Θα επιθυμούσα όμως να σταθώ και στον κ. Διαμαντή Λαζαρίδη και να υπογραμμίσω τη συμβολή του για τη δωρεά αυτή. Έχω γνώση από τις ιδιαίτερες συζητήσεις μας ότι από καιρό τον απασχολούσε, περισσότερο από όλους μας, το πώς θα μπορούσε  η  Επιτροπή να καταστεί κάποτε αυτάρκης οικονομικά, ώστε, έχοντας εξασφαλίσει τα λειτουργικά της έξοδα, να επιδοθεί απερίσπαστη στο επιστημονικό της έργο, ερευνητικό και εκδοτικό. Στην περίπτωση λοιπόν της δωρεάς αυτής ο κ. Δ. Λαζαρίδης είναι εκείνος που ενέπνευσε και καλλιέργησε στην Κορίνα Σουμελίδου την ιδέα και το ενδιαφέρον προς την Ε.Π.Μ., κι έτσι, μπορώ απερίφραστα να πω, υπήρξε ο μεγάλος αυτουργός της μεγάλης αυτής δωρεάς. Θεωρώ αυτονόητο ότι χωρίς τη μεσολάβηση του Δ. Λαζαρίδη η  Ε.Π.Μ. δεν θα έβλεπε αυτή την δωρεά. Έχω τη γνώμη ότι οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε το ρόλο αυτό, αφού άλλωστε όλοι μας το ζούμε καθημερινά ότι είναι ο άνθρωπος που ξημεροβραδιάζεται στα γραφεία της Επιτροπής, είναι αυτός που έκανε την επιτροπή δεύτερο σπίτι του, αποτελεί με άλλα λόγια την ψυχή της Ε.Π.Μ. ».

 

Για τη μελέτη και οργάνωση του Μουσείου ορίστηκε τριμελής ομάδα ειδικών. Αυτή αμέσως πλαισιώθηκε από τον αντιπρόεδρο τον Δ. Λαζαρίδη και τη γραμματέα του γραφείου, για να διεκπεραιωθούν τα εσωτερικά θέματα του ιστορικού αρχείου αλλά και οι γραφειοκρατικές διαδικασίες των σχέσεων με το Υπουργείο και τους άλλους  επιστημονικούς φορείς. Η διευρυμένη, πενταμελής, ομάδα κατάφερε να έχει  επικοινωνία γόνιμη. Προσέξετε, όχι ότι δεν υπήρχαν διαφορές απόψεων, αλλά ξεπερνιούνταν οι αντιπαραθέσεις και αποφεύγονταν οι ρήξεις καθώς συζητούνταν τα θέματα και δινόταν προτεραιότητα στον κοινό σκοπό!  

Ο Διαμαντής με την καθημερινή παρουσία του, χάρη στις γνώσεις, την  ειδικότητα, την πείρα ζωής και επαγγέλματος που είχε, μπορούσε να παρατηρεί τις ενέργειες των ατόμων της ομάδας οργάνωσης του Μουσείου, να κατανοεί τις προσπάθειές τους, να αξιολογεί τα πεπραγμένα και να εκτιμά τη σημασία τους για το μελλοντικό συλλογικό καλό της «Επιτροπής».

   Με αυτόν τον τρόπο ο αντιπρόεδρος  απέβαινε ο κύριος παράγοντας για να γνωρίσει και να αποφασίσει το υπόλοιπο Σώμα της Διοίκησης της Ε.Π.Μ., όσα  χρειαζόταν η οργάνωση του Μουσείου, που ήταν τολμηρά, και δύσκολα για ένα συλλογικό φορέα. Όλα τα παραπάνω, λοιπόν, αποτέλεσαν τις προϋποθέσεις – οικονομικές, ηθικές, πνευματικές – που πρόσφερε ο Διαμαντής Λαζαρίδης   για το εγχείρημα  του Μουσείου.

Στα δέκα χρόνια που χρειάστηκαν για την ολοκλήρωση του έργου, εκτός από τα επιστημονικά θέματα, τους τεχνικούς προγραμματισμούς και τις εργασίες, φρόντισε και για τα αντικείμενα που θα  εμπλούτιζαν τις μουσειακές ενότητες. Κεντρίζοντας το ενδιαφέρον των αδελφών Σουμελίδη για τη διάσωση των οικογενειακών τους κειμηλίων, συνέβαλε στην απόφασή τους να δωρίσουν στο Μουσείο αντικείμενα πολλά και εξαιρετικά.

Εξαιρετικό χάρη στη μοναδικότητά του στο Μουσείο και τη σπανιότητά του σε όλη την Ελλάδα είναι και το  γυναικείο ενδυματολογικό σύνολο  των Σανταίων  που το αγόρασε ο Διαμαντής από τους Ποντίους της Τσάλκας της Γεωργίας  και το δώρισε στην Επιτροπή Ποντικών Μελετών. Χάρη σε υτή τη δωρεά του αντιπροσωπεύεται ενδυματολογικά η γυναίκα  της Σάντας, μιας  από τις θρυλικές περιοχές του Πόντου και αποκαλύπτεται το εντυπωσιακό εθνογραφικό φαινόμενο της διατήρησης  της παραδοσιακής φορεσιάς μετά από πολλές δεκαετίες σε μακρινές  μεταναστευτικές εστίες με περιπετειώδη ιστορική πορεία.

Από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του Μουσείου Ποντιακού Ελληνισµού ξεκίνησαν οι οργανωμένες ξεναγήσεις  και τα εκπαιδευτικά προγράμματα για μαθητές και ενήλικες. Ο Διαμαντής με προθυμία συνεργάζεται με την Έφορο Μουσείου και συμμερίζεται τις ευθύνες και το έργο  της παρουσίασης του Μουσείου άμεσα στους επισκέπτες.

Για την προβολή του Μουσείου και της Επιτροπής Ποντικών Μελετών    γενικά στο διαδίκτυο έχει και πάλι φροντίσει ο Διαμαντής. Όντας και αυτή τη φορά ηθικός αυτουργός, της χορηγίας στη μνήμη του εξαδέλφου του Στυλιανού Λαζαρίδη, φροντίζει  για τη δημιουργία της  ιστοσελίδας  της Επιτροπής.

Διαμαντή Λαζαρίδη,

με τη συμβολή σου στην οργάνωση και λειτουργία του Μουσείου Ποντιακού Ελληνισμού κάναμε πράξη την προτροπή, προς όλους τους Ποντίους, του αείμνηστου συμπατριώτη μας, Στέλιου Παπαδόπουλου που είναι: «να ομονοήσουμε, να συντονισθούμε για να αποφευχθούν οι δύο θανάσιμοι κίνδυνοι κάθε ομαδικής προσπάθειας, δηλαδή: ο πολύς ατομικισμός και ο στενός τοπικισμός».

Διαμαντή,

η ομαδική μας προσπάθεια πέτυχε! Τρανή απόδειξη η δημιουργία και η δεκαπεντάχρονη, κιόλας, λειτουργία του μοναδικού «Μουσείου  Πο­ντιακού Ελληνισμού» ! Σε ευχαριστούμε για την πολύτροπη,  γενναιόδωρη και ανιδιοτελή προσφορά σου!

 

Κατά την απονομή του βραβείου προς τον τιμώμενο ο πρόεδρος κ. Χρήστος Γαλανίδης είπε τα ακόλουθα λόγια:

 

Καλέ  και  αγαπητέ  φίλε  Διαμαντή,

Νιώθω συγκίνηση  και υπερηφάνεια  που ανταποκρίθηκες  στο κάλεσμα  μας, άφησες την ηρεμία  και την περισυλλογή που σου προσφέρει τα τελευταία χρόνια  η ιδιαίτερη πατρίδα σου, το Σιδηρόνερο Δράμας, για να έρθεις  κοντά  μας  να μοιραστούμε  αυτή  την ημέρα  γιορτής  και τιμής της Ε.Π.Μ..  Αυτή  την «Επιτροπή» την οποία  υπηρέτησες  πιστά  και παραγωγικά  για περισσότερο  από 30 χρόνια, είχες  αφιερώσει  μεγάλο  μέρος  της ζωής σου σ’ αυτό το χώρο  ερευνώντας, γράφοντας,  συμβουλεύοντας  τους νεότερους  επιστήμονες  που κατέφευγαν εδώ για ερευνητική  δουλειά  σαν εκπαιδευτικός  και σχολικός  σύμβουλος που υπηρέτησες  την ελληνική παιδεία, τα ποντιακά γράμματα και τον ποντιακό πολιτισμό. Άφησα για τελευταίο  τούτο, ότι ήσουν άνθρωπος που πονούσες την Ε.Π.Μ. και νοιαζόσουνα για την προοπτική και το μέλλον της, ήσουν η προσωπικότητα που ενέπνεες εμπιστοσύνη  στους ανθρώπους που βρίσκονταν γύρω σου  και έτσι κατόρθωσες  να  προικοδοτηθεί  η  Ε.Π.Μ.  με  μεγάλες  χορηγίες  από  ευαίσθητους  Πόντιους ευπατρίδες.   Από τα έσοδα  των κληροδοτημάτων  αυτών καλύπτεται μεγάλο μέρος  των λειτουργικών δαπανών μας μέχρι σήμερα.

    Η  Ε.Π.Μ. σαν ένδειξη  ευγνωμοσύνης  και τιμής  σου απονέμει  αυτή την τιμητική  διάκριση και τον  έπαινο, όπως και το  ανάγλυφο επίχρυσο μετάλλιο για τις  εξαίρετες  πράξεις σου και για  τη μεγάλη προσφορά σου.  Τα  λόγια πολλές φορές  είναι φτωχά για να εκφράσουν  τα συναισθήματα και την αγάπη μας.

 

Κατά την αντιφώνησή του και βαθιά συγκινημένος ο τιμώμενος κ. Διαμαντής Λαζαρίδης μίλησε με τα ακόλουθα λόγια:

Αξιότιμε κ. Πρόεδρε της Ε.Π.Μ., φίλε Χρήστο Γαλανίδη,

Εκλεκτοί φίλοι του Δ.Σ. της Ε.Π.Μ.

Σας ευχαριστώ για την απόφασή σας να μου απονεμηθεί τιμητική διάκριση και έπαινος για τη μακροχρόνια προσφορά μου, όπως λέτε, στην Ε.Π.Μ.

Ευχαριστώ τον φίλο δρ. Αντώνη Παυλίδη και τη φίλη Λένα Καλπίδου, εξαίρετη συνεργάτιδα στο παρελθόν για όσα ευφήμως ανέφεραν στις ειδικές ομιλίες τους.

Κυρίες και κύριοι,

Σας ευχαριστώ που με την παρουσία σας τιμάτε την σημερινή εκδήλωση.

Θα ήθελα και προσωπικώς να προσφωνήσω πολλούς από εσάς. Θα το αποφύγω, γιατί θα τραβούσαν σε μάκρος οι προσφωνήσεις αφενός και αφετέρου υπάρχει κίνδυνος παρεξηγήσεων από την παράλειψη κάποιου ή κάποιας.

Τέλος ευχαριστώ την οικογένειά μου, η οποία βρίσκεται σήμερα παρούσα σε  πλήρη σύνθεση (σύζυγος, παιδιά, εγγόνια).

Έκδηλη νομίζω ότι είναι η συγκίνησή μου που βρίσκομαι σ’ αυτούς εδώ τους χώρους του κτηρίου της Ε.Π.Μ., οι οποίοι για πολλά χρόνια υπήρξαν το δεύτερο σπίτι μου. Όταν πρωτοεγκατασταθήκαμε εδώ, αφήνοντας το λιτό γραφείο μας της οδού Κολοκοτρώνη 25 στο κέντρο της Αθήνας, το καλλιεπές σήμερα κτήριο της Επιτροπής ήταν τότε ένα γιαπί, με σκαλωσιές, χωρίς πόρτες και παράθυρα και μόνο οι χώροι του ισογείου και υπογείου ήταν κάπως τελειοποιημένοι.

Έκτοτε με το πέρασμα των χρόνων πολλά πράγματι έγιναν:

- Το κτήριο αποπερατώθηκε υπό την αέναο παρακολούθηση των οικοδομικών εργασιών και την τεχνική επίβλεψη του τότε συμβούλου και νυν προέδρου της Επιτροπής κ. Χρήστου Γαλανίδη, αφιλοκερδώς επίσης.

- Οι χώροι των ορόφων διαμορφώθηκαν και εξοπλίστηκαν με τα απαραίτητα έπιπλα και όργανα.

- Δημιουργήθηκε η Βιβλιοθήκη και το Αναγνωστήριο, η αίθουσα διαλέξεων και περιοδικών εκθέσεων, αυτή εδώ, και το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο του Ελληνισμού του Πόντου, από τα κορυφαία επιτεύγματα, το καύχημα της Επιτροπής. Σημειώνω τη μεγάλη συμβολή στη δημιουργία του Μουσείου της αρχαιολόγου-εφόρου του Μουσείου, της φίλης Λένας Καλπίδου.

- Σ’ αυτούς τους χώρους του κτηρίου οργανώθηκαν επιστημονικά συνέδρια και πραγματοποιήθηκαν παντοειδείς εκδηλώσεις με κορυφαία αυτή του εορτασμού των 70 χρόνων της Επιτροπής και των εγκαινίων λειτουργίας του Μουσείου με την παρουσία του τότε Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου.

-Στους υπόγειους χώρους συγκεντρώθηκαν, καταγράφηκαν και ταξινομήθηκαν είκοσι και πλέον χιλιάδες αντιτύπων των τόμων του «Αρχείου Πόντου» που μέχρι τότε ήταν διασκορπισμένοι σε διάφορες αποθήκες.

- Διαμορφώθηκαν οι περιβάλλοντες χώροι του κτηρίου και στήθηκαν προτομές πρωτεργατών της Ε.Π.Μ.: του από Τραπεζούντος Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσάνθου, πρώτου προέδρου της Επιτροπής (1927-1949) και του αειμνήστου Ισαάκ Λαυρεντίδη, επιτίμου προέδρου της Επιτροπής.

Από το πλήθος των δραστηριοτήτων και επιτευγμάτων της Επιτροπής, κατά την τότε περίοδο, σημειώνω:

- τη συνέχιση έκδοσης του περιοδικού συγγράμματος «Αρχείον Πόντου» και των Παραρτημάτων του, υπό την επιμέλεια του διακεκριμένου φιλολόγου κ. Χρήστου Ανδρεάδη και την ανατύπωση εκατοντάδων αντιτύπων των εξαντλημένων τόμων του «Αρχείου Πόντου», ώστε να υπάρχει διαρκής παρακαταθήκη.

- την εξασφάλιση πόρων για την απρόσκοπτη λειτουργία της Επιτροπής. Στον οικονομικό τομέα η Επιτροπή αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες. Πάγια έσοδα ελάχιστα, ενώ οι ανάγκες πολλαπλάσιες. Ο θεσμός των Αρωγών Μελών που καθιερώσαμε δεν έλυσε το πρόβλημα. Μέλη του Συμβουλίου είχαν επωμισθεί το έργο της εξεύρεσης πόρων από Υπουργεία, Οργανισμούς, Επιχειρηματικούς χώρους και από ευπορούντες συμπατριώτες μας. Η προσπάθεια αυτή δεν ήταν απογοητευτική. Σημειώνουμε ιδιαίτερα την εξασφάλιση μεγάλης χρηματικής δωρεάς από οικογένεια συμπατριώτη μας, μέρος της οποίας είχε διατεθεί για την ολοκλήρωση των έργων του Μουσείου, ενώ το μεγαλύτερο διατέθηκε ως αποθεματικό κεφάλαιο του Ταμείου της Επιτροπής.

Κυρίες και κύριοι,

Στην εργώδη προσπάθεια ανέλιξης της Επιτροπής κατά την τότε περίοδο είχαν τη συμμετοχή τους όλα τα μέλη του Δ.Σ. από κοινού και χωριστά, ανάλογα με τον διαθέσιμο χρόνο που είχε ο καθένας, τις αρμοδιότητές του και τυχόν άλλες δυνατότητές του.

Ενεργή, δραστήρια και δημιουργική πιστεύω ότι υπήρξε και η δική μου παρουσία, λόγω αφιέρωσης όλου του διαθέσιμου χρόνου μου και λόγω των αρμοδιοτήτων μου, όπως αυτές του Γεν. Εφόρου και ιδιαίτερα αυτές του Αντιπροέδρου, διευρυμένες μάλιστα αρμοδιότητες, υποχρεώσεις και ευθύνες λόγω μακράς απουσίας του τότε Προέδρου.

Στο σημείο αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω από καρδιάς δημόσια, ενώπιον όλων σας, τους τότε συναδέλφους μου στο Συμβούλιο που με περιέβαλαν με αγάπη, εκτίμηση και με βοήθησαν στην άσκηση των καθηκόντων μου, ακόμη δε και για τη στήριξή τους σε κάποιες δύσκολες διοικητικές καταστάσεις και προσωπικές, ως μη όφειλε, δοκιμασίες.

Κυρίες και κύριοι,

Επί ένα τέταρτο αιώνος, διακόνησα το έργο, με αγάπη, ζήλο, αφοσίωση και ανιδιοτέλεια – ενίοτε δε και σε βάρος των πενιχρών οικονομικών μου δυνατοτήτων και της οικογενειακής μου γαλήνης. Η διακονία μου αυτή και η όποια άλλη προσφορά στην ποντιακή γραμματεία και στα ποντιακά γράμματα εν γένει υπήρξε οφειληματική, μια εξόφληση χρέους και επιστροφής τροφείων προς τους αείμνηστους πατέρες μας:

- Πρώτα προς εκείνους οι οποίοι καταδυναστευόμενοι, διωκόμενοι και σφαζόμενοι κράτησαν ακμαίο το ελληνικό φρόνημα, αλώβητη την ορθόδοξη χριστιανική πίστη και αναλλοίωτες της πανανθρώπινες αξίες της ζωής και είναι αυτοί που κείτονται εκεί στη γη του Πόντου, όπου παραμένουν ως αψευδείς μάρτυρες ιστορίας ελληνικής αιώνων.

- Ύστερα προς του πατέρες μας εκείνους, τους πιο κοντινούς σ’ εμάς, αυτών που επέζησαν των σφαγών, των εξοριών και των πολλών άλλων οδυνηρών περιπετειών και διωκόμενοι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και τις περιουσίες τους και ερείπια ψυχικά, σωματικά και οικονομικά μεταφέρθηκαν κάτω από τραγικές συνθήκες στην μητέρα Πατρίδα για να βιώσουν τα πρώτα, τουλάχιστον χρόνια της προσφυγιάς τους, ανείπωτες ταλαιπωρίες μέσα σ’ ένα δυσμενές περιβάλλον. Στάθηκαν, ωστόσο, οι πατέρες μας αυτοί όρθιοι και όχι μόνον άντεξαν, αλλά αποτέλεσαν ένα εκλεκτό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας αργότερα. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι οι πατέρες αυτοί διατήρησαν αναλλοίωτα τα ιδεώδη της ελληνικής φυλής που καλλιέργησαν επί αιώνες οι πρόγονοί τους, τα οποία μετέφεραν και διέδωσαν στους επιγόνους τους, σε όλους εμάς. Σ’ αυτούς τους Πατέρες, αγαπημένε κ. Πρόεδρε, το βραβείο που δίνετε σήμερα, μαζί με την δική μου προσφορά, ας αποτελέσουν το άναμα ενός κεριού στην ιερή μνήμη τους.

 

Η εκδήλωση συνεχίστηκε με ομιλία της κ. Έλσας Γαλανίδου-Μπαλφούσια, φιλολόγου, λαογράφου με θέμα: «Τα Κάλαντα και ο Καζαμίας στον Πόντο».

Οι πατέρες μας έφυγαν από τους τόπους που γεννήθηκαν, που έζησαν και  δημιούργησαν. Έφυγαν από τις προαιώνιες εστίες τους με πόνο ψυχής, με δάκρυα  και θλίψη θανάσιμη. Έφυγαν διωγμένοι, μα με την ελπίδα φωλιασμένη μέσα τους, πως τα παιδιά των παιδιών τους δεν θα ξεχάσουν.

Να πώς ο Κυριάκος Καζαντζίδης δίνει αυτή την εικόνα από ένα περίπατό του στην  Κρώμνη.

«Εκείν’που ’έσαν αδά ’ς σόν Πόντον εξενίτεψαν με την καρδίαν ματωμένον, εφήκαν τ’ αποθαμέντς να φυλάττ’νε τον τόπον. Και τ’ οσπίτια τσιόλια και τα  καμπαναριά  με  τ’ εκκλησίας κρεμισμένα! …

Έφυγαν και πάγνε μακρά! Μακρά σην ξενιτείαν. Οι γεροντάδες με την σειράν  τουν θα λέγνε σα μικρούς, κ’εκείν’ σα παιδία τουν την ιστορίαν.Πως έτον κ’έφυγαν  ασήν πατρίδαν. Από πάππων προς πάππον και από γονέων προς γονέον θα λέγνε σά  παρακάθια, τά Μυστήρια και την κληρονομίαν ντ’ εφήκανε κ’ έφυγαν. Εκεί θ’ εξακολουθούν όλα … τα μεσέλια και τα  παραμύθια μουν.

Και η καρδία σ’ χαίρεται όνταν λέγ’νε σε τ’ έμορφα και τα χαρεμένα, και ξάν’ χτυπά, άμον ντό λέγ’νε σε  τα’ αντίθετα, όσα  είδαν κ’ έπαθαν …

Ο Θεός εξέρ’ πότε θα τελείται ατό η ιστορία.’Εμείς ’κι θα ζούμε, έναν, άμα, χρέος  έχομε, πάντα να  λέγομε σοί  μικρούς εκείνα που είδαμε, έπαθαμε κι έκουσαμε, να  έχ’νατα  φυλαχτά».  (Βιβλ.Νο1)

Αυτό το χρέος θα εκτελέσω τώρα κι εγώ, να σας πω τα περασμένα των πατέρων  μας. Να λοιπόν ο λόγος που οσήμερον εγώ πα θα  «καλαντάζω σας», όχι βέβαια να  σας δείρω, όπως μεταφορικά λέγανε οι  πατέρες μας στα άταχτα  παιδιά, αλλά  μόνο  να σας πω κι’ εγώ τα Κάλαντα και τον Καζαμία, έτσι όπως τον  λέγανε οι παππούδες  και οι πατέρες μας.

Πιστεύω πως θα ευχαριστηθούν οι συμπατριώτες μου, αλλά και οι φίλοι των  Ποντίων. Ακόμη πιστεύω πως ένας τέτοιος και τόσος πολύχρονος και μεγάλος  πολιτισμός των πατέρων μας, που ξεριζώθηκαν από τις προαιώνιες εστίες τους δεν  πρέπει να λησμονηθεί.

«Κ’ αέτς αμόν  ντό  λέγω  σας, άρ,

«’Έρθαμε ’ς σόν  Χριστιανάρ’  κι  ο  Χριστόν  πα  ’γεννέθεν,  τά  μήνας  γίν’ταν  δώδεκα,  κι  ο  χρόνος  πα ’τελέθεν».

Ας αρχίσουμε λοιπόν από τον Δεκέμβρη, που στον Πόντο τον έλεγαν: Ο  Χριστιαννάρ’τς , γιατί  τότε  πέφτουν οι  πιο πολλές  γιορτές  της  Χριστιανοσύνης, ή  γιατί τότε, το  πιθανότερο, είναι η γιορτή των Χριστουγέννων. Και ο λαός μας σε  σχετικό τραγούδι λέει: ότι ο Χριστιαννάρ’τς φέρνει τα  ιόνια, γιατρεύει όλους τους  πόνους.  Τη μέρα αυτή όλοι αλλάζουν και βάζουν τα καλά τους ρούχα, σφάζουν τα  κοκκόρια τους και γενικά γιορτάζουν. Παράλληλα όμως ο μήνας αυτός φέρνει  υπερβολικό κρύο, γι’ αυτό καλοτυχίζουν αυτόν που είναι πολύ πλούσιος.

 Ακούστε όμως καλύτερα το ίδιο το τραγούδι, όπως οι πατέρες μας το  λεγαν:

«Ο  Χριστιαννάρ’τς  φέρ’  χιόνα

και  λαρών’ (γιατρεύει)  όλα  τα  πόνα.

Τη  Χριστού  όλ’ αναλλάζνε

και  τά  πετεινάρα  σπάζνε.

Κι’  ο  Χριστιαννάρ΄τα  φέρ’  κρύον

νασάν  εκείνον  π’ έχ  τον  βίον».

Αυτό το μήνα είναι κοντά-κοντά και οι γιορτές τριών αγίων, που τους  τιμούν  πολύ  οι  Πανέλληνες, έτσι δεν μπορούσαν να έχουν διαφορετική γνώμη και οι Πόντιοι, αφού ήταν τόσο δεμένοι πάντοτε με τη μητέρα Ελλάδα.

Οι Άγιοι  είναι: Αγ. Βαρβάρα, Άγ. Σάββας, Άγ. Νικόλαος.

Ο λαός είχε κα  έχει τη  ιδέα, ότι από τη γιορτή της Αγ. Βαρβάρας και μετά ο  καιρός αλλάζει και αρχίζει το τσουχτερό κρύο.

Συχνά λοιπόν ακουγότανε

«Άε-Βαρβάρα  χιόνιξον

και  Άε-Σάββα  φούρξον! (=φύσα δυνατά) 

Τ’ Άε-Νικόλα τη  βραδύν

τρανόν  φουρτούναν  ποίσον!» (κάνε)

      Στη  Μούζαινα  του  Πόντου  το  έλεγαν  κάπως  διαφορετικά:

«Άε-Βαρβάρα  φύσα,

Άε-Σάββα  χόνισον, 

Άε-Νικόλα άνοιξον  ή  σκέπασον».

      Οι  Τούρκοι, παίρνοντας  το  από  τους  Έλληνες, έλεγαν:

«Άε-Βαρβάρα  βαβούρ,

Άε-Σάββα  σαβουρούρ,

Άε-Νικόλα  Καβουρούρ». (Βιβλ. Νο7)

      Στις  10  Δεκέμβρη  είναι  του  Άγ.Μηνά, μαζί  με  τον  Άγ.Φανούριο,  στον  Πόντο, ήταν  κι  αυτός  ο  Άγιος  της  τύχης.

      Στις  12  ήταν  η  γιορτή, με  παλιό  ημερολόγιο, του  Άγ.Σπυρίδωνα.  Επειδή  από  τη  γιορτή  αυτή  και  μετά  η  ημέρα  μεγαλώνει, ο  λαός  παρατηρώντας  αυτό  το  γεγονός  έλεγε:

«Ασ’ Άεσπυρίδί’  και  ύστερα

Σπυρίδ’-σπυρίδ’ μεγαλύν  ημέρα»  δηλ.,

Μετά  τη  γιορτή  του  Άγ.Σπυρίδωνα, σπυρί-σπυρί μεγαλώνει  η  ημέρα.

      Στις  15  Δεκεμβρίου  είναι  του  Άγ.Ελευθερίου.  Ήταν  ο  προστάτης  των  εγκύων  γυναικών. Από  αυτόν  ζητούσαν  την  καλή  λευτεριά  οι  έγκυες  γυναίκες.

      Αλλά  στον  Άγ.Ελευθέριο  έταζαν  κι  όσοι  είχαν  φυλακισμένους, για  να  τους  ελευθερώσει  από  τα  δεσμά  της  φυλακής.

      Κόντευαν  τα  Χριστούγεννα, η  μεγάλη  αυτή  γιορτή.  Αλλά  πριν  πάμε  στον  Πόντο, ας  δούμε, πως  έβλεπαν  οι  ξεριζωμένοι  Έλληνες  του  Πόντου  τη  μέρα  αυτή.

Νομίζω  ότι  θαυμάσια  αποδίδει  τα  αισθήματα  της  δικής  του  γενιάς  ο  μεγάλος  μας  γιατρός  και  συγγραφέας  Φίλων  Κτενίδης, (για  τον  οποίο  θα  μιλήσω  στη  συνέχεια) με  τη  δική  του  «Καλήν  Εσπέραν». 

 

                                      Καλήν  Εσπέραν

1.      «Καλήν  Εσπέραν» άρχοντες, κι  αν  είναι  ορισμό  σας

’ς  σά  μέρα  μουν άς  κλώσκεται, ο  νους  κι  ο  λογισμός  μας.

 

      5.  «Χριστός  γεννάται  σήμερον  εν Βηθλεέμ  τη  πόλει,

            Οι  Ουρανοί  αγάλλονται, χαίρεται  η  Φύση  όλη»

 

      6.  «Η  φύση  όλη  χαίρεται  κι  ο  Πόντον  μαυροκλαίει.

            Οι  Ουρανοί  αγάλλονται  κι  ο  τόπος μ’ εν’ θλιμμένος»  (Βιβλ. Νο2)

 

      Ο  Πόντος  είναι  θλιμμένος, είναι  χαμένος  και  μακριά  μας.

      Στον  Πόντο την  παραμονή  των  Χριστουγέννων  πρόσφεραν  στην  εκκλησία «Τα  κολόθια», δηλ. μικρούς  άρτους  για  την  ψυχή  των  πεθαμένων  και  τα  μοίραζαν  μετά  στο  εκκλησίασμα.  Σε  άλλα  μέρη  πρόσφεραν  τσουρέκια.

      Την  παραμονή  το  βράδυ  τα  παιδιά  σχημάτιζαν ομάδες  και  έβγαιναν  να  πουν  τα  κάλαντα.  Το  πιο  συνηθισμένο  τραγούδι  ήταν  το: «Καλήν  εσπέραν, άρχοντες …».

Καμιά  φορά  έλεγαν  και  ένα  άλλο  τραγούδι, το:

                            «Άγγελος  κατέβη  εξ ουρανού

                            του Χριστού  μηνύσαι  την  γέννησιν.

(και  ρεφραίν)     Χαίρε  Δέσποινα – Χαράς  γεννήτρια!      

                 Ότι ο  Χριστός, κόσμου  φως, εκ  σου  έλαμψε».

      Στην  Κερασούντα  πάλι  είχανε  το  «θύμισμα»  δηλ.  τα  παιδιά  έβγαιναν  και  πήγαιναν  στα  σπίτια  για  να  «θυμίσουν»  δηλ. να  ψάλλουν  «Την  Καλήν  Εσπέραν».  Ανάλογα  δε  με  το  επάγγελμα  που  είχε  ο  νοικοκύρης  θα  ήταν  στο  τέλος  και  η  ευχή  που  θα  του  έδιναν.  Αν  ήταν  έμπορος  να  έχει  ολόχρυσο  μολύβι, αν  ήταν  ξυλουργός, σκερπάνι, αν ήταν  ναυτικός, καράβι,  και  περιμένοντας  την  αμοιβή  τους  τελείωναν.

«Έξου  στέκουν  τα  παλληκάρια

και  θυμίζουν  τον  νοικοκύρην,

νοικοκύρης  και  βασιλέας.

Εσέναν  πρέπ’ αφέντη  μου

ολόχρυσον  κοντύλιν

τρουγιούλου  γιούλου  μάλαμαν (γύρω-γύρω)

κι  όλον  μαργαριτάριν.

Να  ζης  κ’ εσύ  και  τα  παιδιά

ναν’  η βοήθειά σου.

                               Εισπολλάτη

Το  επικρατέστερο  όμως  τραγούδι  των  Χριστουγέννων, που  ψαλλότανε  σε  όλα  τα  μέρη  του  Πόντου, με  μικρές  μόνο  παραλλαγές  ήταν  το  εξής.

Χριστός γεννέθεν!  χαρά σον κόσμον!
Χά, καλή ώρα! χά καλή σ’ ημέρα!
Χά, καλόν παιδίν οψέ ’γεννέθεν   (χθες)
οψέ  ’γεννέθεν, κι’ αυρί  ’νεστάθεν
τόν  ενέστεσεν  Αε Παρθένος.
Τον επέρπαξαν οι  χίλ’ Εβραίοι   (άρπαξαν)
Αίμαν  έσταξεν, πλεγήν  ’κι  εφάνθεν
ουμπ’ αν έσταξεν  εμυροστάθεν.
Εμυρίστεν ατ’ ο κόσμος  ούλον,
για μυρίστ’ άτό και εσύ αφέντη!
Έξω  σην αυλιάν δέντρον εστάθεν  (φύτρωσε δέντρο),

δέντρον  άκαυον  και  κυπαρέσι   (δέντρο που δεν καίγεται),

δέρια  τ’  ο ήλον  δέρια  τ’ αέρας  (το δέρνει)
ρούζνε τ’ άθια-θε, μυρίζ’  αυλέαν  (απ’ την αυλή).

Εκατήβ’ αφκά  σό  σταυροστράτ’

διαβαίν’  άλογα, διαβαίν’  μουλάρα (περνούν)

χρυσοκάλυβα, καλυβωμένα  (καλυβωμένα με χρυσά πέταλα).

Σό  κηφάλν’  άτουν  χρυσόν  ζωστήραν

και  σα  μέσα  τουν  χρυσόν  ζωστήραν

χώρτ’ σον  κι’  έπαρεν  ανεμοπόδκα   (διάλεξε  και  πάρε ανεμόποδα)

και  χρυσοκαλυβωμένα.

 

 

Δέβα σο ταρέζ’ κι έλα σην πόρταν

χα  τσιρόπα, χα  μηλόπα

χα  ξερά  κοκκυμελόπα    (να  ξερά  δαμάσκηνα)

Έρθαν  τη  Χριστού  τα  παλληκάρια 
θέλνε  ούβας (χουρμάδες), θέλνε  λεφτοκάρυα.
     (Βιβλ. Νο7)

   

        Το  ίδιο  τραγούδι  στα  Σούρμενα  το  έλεγαν  όχι  τα  παιδιά  αλλά  οι  άνδρες, πηγαίνοντας  τη  νύχτα  των  Χριστουγέννων  στα  διάφορα  σπίτια.  Τα  έσοδα  που  μάζευαν, ήταν  για  τα  Σχολεία  της  κοινότητάς  τους.

      Στον  Πόντο  τη  νύχτα  αυτή  έκαναν  και  τους  μωμόγερους, «εποίναν  τη  Μωμοέρτς», που  τους  πήγαν  εκεί  στον  Πόντο  οι  πρώτοι  Έλληνες  που  αποίκισαν  από  την  κυρίως  Ελλάδα, και  που  ήταν  οι  πρώτες  θεατρικές  μορφές, που  είχαν  δημιουργηθεί.

Αλλά  σήμερα  δεν  θα  γίνει  λόγος  εδώ,  γιατί  θα  μάκραινε  το  θέμα.

      Και  ήδη  είχαν  έτοιμα  τα  πάντα  για  να  δεχτούν  το  Γενάρη  με  τον  καινούριο  χρόνο.

      Και  ερχότανε  ο  Γενάρης, ο Καλαντάρ’τς, που  πήρε  το  όνομά  του  από  τη  γιορτή  του  Νέου  Έτους – Κάλαντα.

Το  μήνα  αυτό  ο  καιρός  είναι  άστατος.  Ο  ελληνισμός  του Πόντου  λέει  σχετικά.

«Τη  Καλανταρή  τ’  αίχτρασματα   (ξανοίγματα)

και  τη  γραίας  τ’  ομνύσματα».   (όρκοι)

      Το  μήνα  αυτό  γινόντουσαν  οι  πιο  πολλοί  γάμοι.  Και  ο  νέος  έλεγε  στην  καλή  του,  όταν  δεν του  έδινε  σημασία.  

«Κόρη  πάσ’  μέν’  το  είδες  με,  (μήπως)

πάσ’  μέν’  το  ’κι  εγνωρίεις  με,

πάσ’  μέν  το  ’κι  έμνες  (έμεινες)  με’ τ’ εμέν

ση  Καλαντάρ’  τά  νύχτας».

      Την  παραμονή  του  Νέου  Έτους  (κάλαντα)  τα  παιδιά  γυρνούσαν  στα  διάφορα  σπίτια  και  έψαλλαν, όπως  και  τα  Χριστούγεννα, τα  κάλαντα.

Το πιο συνηθισμένο τραγούδι  ήταν  το  «Άγιος  Βασίλης  έρχεται από την Καισαρείαν».

      Στα  σπίτια  συγκεντρωνότουσαν  όλα  τα  μέλη  της  οικογενείας  ή  και  συγγενικά  και  φιλικά  πρόσωπα.

Έστρωναν  το  τραπέζι  και  θα  το  άφηναν  έτσι  στρωμένο  με  ξηρούς  καρπούς, γλυκά  κ.ά.  μέχρι  την  άλλη  μέρα  το  πρωί.  «Το  τραπέζ’  εγούρευεν»  δηλ.  το  έστρωνε  η  νύφη  ή  αν  δεν  υπήρχε,  η  μεγαλύτερη  κόρη,  και  ο αρχηγός  της  οικογένειας  της  έδινε  διάφορα  δώρα.

      Κατά  πληροφορίες  του  καπικιοέτε  Ν.Βασιλειάδη  ο  αρχηγός  της  οικογενείας  έπαιρνε  καρύδια  και  ρίχνοντάς  τα  στις  τέσσερες  γωνιές  του  σπιτιού  έλεγε:

«Ευτυχισμένον  το  Νέον  Έτος!  Εδέβεν  η  κακοχρονία  κι  έρθεν  η καλοχρονία» (δις)

Στη  συνέχεια  έκοβε  την  πίττα, που  είχε  πάντα  κάποιο  νόμισμα  για  τον  τυχερό.

      Σε  άλλα  μέρη  του  Πόντου  ο  αρχηγός  της  οικογενείας  σκορπούσε  αντί  για  καρύδια, λεφτοκάρυα, δηλ.  τα  γνωστά  μας  φουντούκια  και  έλεγε:

«Κάλαντα  και  καλός  καιρός!

Τα  πάντα  και  του  χρόνου»  (δις)

Δηλ.  κάλαντα,  καλόν  έτος.  Σας  ευχόμαστε  τα  πάντα  και  του  χρόνου.  Στη  συνέχεια  έκοβε  την  πίττα.

      Στην  περιοχή  Μεσοχαλδίου,  κυρίως  τα  μεσάνυχτα  πήγαιναν  «να  καλαντάζνε  το  πεγάδ’», δηλ.  πήγαιναν  να πούνε  τα  κάλαντα  στη  βρύση  και  να  της  προσφέρουν  δώρα:  ξερούς  καρπούς, πληγούρι, σιτάρι, σταφίδες κ.ά.   Τα  τοποθετούσαν  κοντά  στο  σωλήνα  της  βρύσης.  Όσοι  ήσαν  καλοί  απ’ αυτούς  που  πήγαιναν  στη  βρύση, την  έβρισκαν  κοιμισμένη,  «τα  νερά  εκοιμούνταν»  δηλ.  την  έβρισκαν  σταματημένη  και  τότε  μπορούσαν  να  ζητήσουν  «μουράτ’»  δηλ.  να  κάνουν  μία  ευχή  που  θα  εκπληρωνότανε.

      Στη  Ματσούκα, κατά  πληροφορίας  Γ.Ζερζελίδη, με  το  καλαντόνερο  ο  νοικοκύρης  ράντιζε  το  σπίτι  του, για  να  είναι  ευλογημένο.

      Στα  Σούρμενα  άφιναν  ένα  μικρό  παιδί  να  πλαγιάσει  σε  συγγενικό  σπίτι, για  να  πάει  μετά  τα  ξημερώματα  στο  πατρικό  του  σπίτι  και  να  το  καλαντιάσει, δηλ.  να  ρίξει  σπόρους  μπρος  στην  πόρτα  και  να  πει:

«Κάλαντα! Κάλαντα!  Καλώς  τον  Καλαντάρ’!

Αγούρια  παιδία, θελκά  μουσκάρια».

Δηλ. «Κάλαντα!  Καλώς  τον  Γενάρη. Εύχομαι  στην  οικογένεια  αυτή  να  αποκτήσει  αγόρια  και  θηλυκά  μοσχάρια».

Στο  παιδί  αυτό  έδιναν  διάφορα  δώρα.

      Συνηθιζότανε  στα  διάφορα  μέρη  του  Πόντου, τη  νύχτα  του  Νέου  Έτους  «να  φτάνε  Μωμογέρια», όπως  έκαναν  και  τα  Χριστούγεννα.

      Ας  δούμε  όμως  τι  γινότανε  στο  Σταυρί  του  Πόντου  στο  Δωδεκαήμερο  ή  Καλαντόφωτα, όπως  λεγόντουσαν  στο  σύνολό  τους  οι  γιορτές  των  Χριστουγέννων  μέχρι  τα Φώτα.

Όπως  μας  λέει  ο  Δ.Κ.Παπαδόπουλος (Σταυριώτης), τα  Κάλαντα  θα  κάνουν  Μωμογέρια, θα  αγαπήσουν  και  θα  αγαπηθούν  οι  νέοι.  Αλλά  αν  δεν  δώσουν  στο  νέο  την  καλή  του,  τότε  θα  τον  κάνουν  γεσίρι,  δηλ. σαν  πρόσφυγα.

Ας  ακούσουμε  το  σχετικό  τραγούδι.

Η  Γιορτή  του  Αγίου  Βασιλείου  στο  Σταυρίν.

«Οφέτος  και  τα  Κάλαντα  ευτάμε  Μωμογέρια

νασάν  εκείνον  που  θα  ζη, σ’ άλλα  τα  καλοκαίρια.

Οφέτος  και  τα  κάλαντα  και  την  νεοχρονίαν,

κορίτσ’ είδα  κ’ εγάπεσα  απέσ’ σήν  εγκλησίαν.

 

Οφέτος  και  τα  κάλαντα, οφέτος  και  τα  Φώτα,

θα  έρχομαι, τρυγόνα  μου, άφ’ς ανοιχτόν  την  πόρταν. 

Έρθεν  αρνόπομ’  τη  Χριστού, τά  κάλαντα, τα  Φώτα,

άνοιξον  τα’ αγγαλόπο  σου, τη  παραδείσ’ την  πόρταν.

Έναν  κορίτσ’  εγάπεσα  ας  σόν  Άε-Βασίλη

ατό  εμέν ’κ  εδώκανε  ’ποίκανε  με  γεσίρι».  (Βιβλ. Νο5)

      Ας  δούμε  στη  συνέχεια  τα  κάλαντα  σε μία  άλλη  μεγάλη  και  κάποτε  ακμαία  περιοχή  του  Πόντου, την  Αργυρούπολη.

      Ποιος  δεν  έχει  ακούσει  για  την  Γκιουμουσχανέ, Κάν, ή  την  Αργυρούπολη, την  «Αργύρου  Γενέθλη»  κατά  τον  Όμηρο.

Σε  όλους  είναι  γνωστά  τα  μεταλλεία  της, ο  πλούτος  που  κάποτε  είχαν  οι  Αρχιμεταλλουργοί  και  γενικά  οι  κάτοικοί  της.

Να  σκεφτεί  κανείς  ότι  τον  17  αιώνα  στα  μεταλλεία  της  Αργυρούπολης  δούλευαν  πάνω  από  30  χιλιάδες  εργάτες.

Ο  Π.Δ.Μουζενίδης  παρατηρεί  (σε  μία  μελέτη  του)  ότι  στην  Αργυρούπολη  πολλοί  αρχιμεταλλουργοί  έκαναν  κακή  χρήση  του  πλούτου  τους  και  έδειχναν  μία  σκληράδα  απέναντι  στους  φτωχούς  εργαζόμενους.  Έτσι  οι  φτωχοί  έβρισκαν  ευκαιρία  την  παραμονή  της  πρωτοχρονιάς  να  πούνε  τα  παράπονα  και  τις  παρατηρήσεις  τους  με  τα  κάλαντα.

Αρχή  Κάλαντα  κι’  αρχή  του  χρόνου.

Πάντα  Κάλαντα, πάντα  του  Χρόνου.

Αρχή  μήλον  έν’ κι  αρχή  κυδώνιν,

Αρχή  βάλσαμον  το  μυρισμένον

π’ εμυρίστεν  ατ’ ο  κόσμος  ούλεν 

ο κόσμος  ούλεν  κι  ο  Βασιλέας,

για  μυρίστ’  άτο  κ’  εσύ, αφέντη,

άϊ αφέντη, καλέ  μ’ αφέντη.

Εσύ  σό  ταρέζ’  κ’ εγώ  σήν  πόρταν,

Φέρεν  το  φετήρ’,  θέλω  να  πάω».

Το  τραγούδι  αυτό  είναι  γραμμένο  πιθανότητα  τον  17  αιώνα, την  εποχή  της  ακμής  των  μεταλλείων, όπως  προκύπτει  από  τις  λέξεις  που  περιέχει.  Η  λέξη  βάλσαμον, που  σήμαινε  φάρμακο  για  να  γιατρέψει  τους  πιο  δυνατούς  πόνους, ήταν  σε  χρήση  τον  17ον  και  18ον  αιώνα.  Έτσι  τη  μεταχειρίζεται  και  ο  ποιητής  στα  κάλαντα,  γιατί  είναι  λέξη  της  μόδας  και  προτρέπει  τον  αφέντη,  δηλ. τον  πλούσιο  εργοδότη  να  μυριστεί  το  βάλσαμο,  δηλ. να  μαλακώσει  η  καρδιά  του  και  έτσι  να  κατανοήσει  κι  αυτόν  το  φτωχό,  γιατί  αυτό  το  ίδιο  κάνουν  και  ο  Βασιλιάς, δηλ. ο Θεός  και  όλος  ο κόσμος.

 

Ο  πλούσιος  συμβολίζεται  με  το  μήλο,  που  δείχνει  τη  ζωηρόχρωμη  υγεία  και  ευτυχία  του  εργοδότη.  Το  κυδώνι  είναι  ο  φτωχός, που  δείχνει  με  το  ωχροκίτρινο  χρώμα  του  την  κιτρινίλα  που  έχει  το  πρόσωπο  του  εργάτη  και  τη  δυστυχία  του.  Και  τέλος  ο  τραγουδιστής  ζητάει  από  τον  αφέντη  να  του  δώσει  το  «Φετήρ».

      Η  λέξη  αυτή  είναι  παραφθορά  της  Αραβικής  «Φιτρέ», που  σήμαινε  την  απονομή  του  δεκάτου  της  όλης  περιουσίας,  κινητής  και  ακίνητης, ρευστοποιημένης  βέβαια, στους  φτωχούς, κατά  την  παραμονή  του  Μπαϊραμιού.

Αυτό  λοιπόν  που  έκαναν  οι  μουσουλμάνοι, οι  άπιστοι, τώρα  που  είναι  πρωτοχρονιά, ο  τραγουδιστής  προσκαλεί  τον  αφέντη  να  το  παραχωρήσει  και  σ’ αυτόν, και  μάλιστα  το  λέει  με  τρόπο  προστακτικό.

«Φέρτο, γιατί  θέλω  να  φύγω».

      Στα  χρόνια  όμως  της  παρακμής  των  μεταλλείων, έχομε  μία  άλλη  παραλλαγή, κατά  μαρτυρία  του  Π.Η.Μελανοφρύδη, όπου  έχει  αντικατασταθεί  ο  στίχος, «Φέρεν  το  φετήρ, θέλω  να  πάω»,  με  τον  στίχο,  «Χά τζιρόπα, χά μηλόπα»  γιατί  δεν  υπήρχε  πια  λόγος  να  ζητήσουν  το  «φετήρ’»  και  περιοριζόντουσαν  να  ζητούν  τσιρόπα  και  μηλόπα.  (Βιβλ.Νο 6).

      Αυτά  ήταν  πάνω  κάτω  τα  κάλαντα  που  έλεγαν  με  μικρές  παραλλαγές, στα  διάφορα  μέρη  του  Πόντου.

 

      Και  τώρα  ήρθε  η  ώρα  του  ΚΑΖΑΜΙΑ.  «Αρ’ θα  λέγω  σας  τα  μήνας, ως  έλεγαν’ ατά  σο  ΣΤΑΥΡΙΝ. (Π.Φ. τχ.15, 1937, 155).

1.      Έρθεν  και  ο  Καλαντάρ’τς  (Γενάρης)

και  τα  τσούλια  σό  ποδάρτς.

 

2.      Έρθεν και ο Κούντουρον   (Φεβρουάριος)

θα  τρως  πολλά  βούτουρον.

 

3.      Έρθεν  ο  Μάρτ’ς  αγέλαστον

και  ο  Θεοχάλαστον  (καταραμένος).

 

4.      Έρθεν  Απριλ’ς,  για  γρύλιξον  (φύσα  με  σφυριγμό)

Την  γραίαν  κατρακύλιξον.

 

5.      Έρθεν  ο  Καλομηνάς  (Μάιος)

’κι’  φοούμαι  θα  πεινάς.

 

6.      Έρθεν  κι  ο  Κερασινόν   (Ιούνιος)

έγκεν (έφερε) φύλλον  πράσινον.

 

7.      Έρθεν  και  ο  Χορτοθέρτς  (Ιούλιος)

έπαρ’  το  δρεπάν’  σό  χέρτς.

 

8.      Αύγουστον  φέρ’ τα  γεμίσια  (λ.τ. φρούτα)

ας  σήν  κορφήν  ως  τα  νύχια.

 

9.      Ο  Σταυρίτες  ρούζ’  τα  φύλλα   (Σεπτέμβριος)

και  ξεραίν’  όλα  τα  ξύλα.

 

10.  Έρθεν  ο  Τρυγομηνάς   (Οκτώβριος)

άλλο  ασό  ραχίν  μη πας.

 

11.  Αεργίτες  ’κι  νουνίζ’  (Νοέμβριος) (δεν σκέπτεται)

ήντιναν  ευρίκ’  φουρκίζ’.  (όποιον  βρει, τον πνίγει).

 

12.  Ο  Χριστιανάρτς  φέρ’  χιόνια  (Δεκέμβριος)

και  λαρών’  όλια  τα  πόνια.  (γιατρεύει)

 

13.  Τη  Χριστού  όλ’  αναλλάζνε

Και  τα  πετεινάρια  σπάζνε  (σφάζουν).

 

      Στη  Ματσούκα  τον  Ιούλιο  δεν  τον  έλεγαν  Χορτοθέρ’  αλλά  θερ-νόν.

      Για  ακούστε  όμως  και  την  ιστορία  της  Σεβτάς  (του  Έρωτα)  με  τους  μήνες, από  τη  συλλογή  του  ΦΙΚΑ.  (Π.Ε 1957, 4152).

1.      Καλανταρή   είδα  το  μπόϊ  σ’,

2.      Κουντούρ   είδα  τα  μέσ’  σ’,

3.      Μαρτί    είδα  τα  τσιάμιας  ίσ’  (πλεξούδες),

4.      Απρίλ’   είδα  τ’ οφρύδια  σ’,

5.      Καλομηνά   τα’ ομματόπα  σ’  (τα  ματάκια  σου),

6.      Κερασινού   τα  χείλα  σ’,

7.      Θερνού   όλεν  τον  πρόσωπο   σ’,

8.      Αυγούστ  έκ’σα  την  λάλια  σ’  (άκουσα  τη  φωνή  σου),

9.      Σταυρίτα   «το  ψαλάφεμαν»  (τη  ζήτησε  από  τους  δικούς  της)

10.  Τρυγομηνά  «ο  λόγον»  (λογοδόσημο),

11.  Αεργήτα  «το  σουμάδεμαν»  (ο αρραβώνας),

12.  Χριστιανερή  «ο γάμον».

Δηλ.  ο  νέος  Πόντιος  την  καλή  του  την  έβλεπε  με  δόσεις,  μέχρι  να  φτάσει  ο  γάμος.

      Αυτό  όμως  δεν  συνέβαινε  σε  όλα  τα  μέρη  του  Πόντου.  Στην  ΚΡΩΜΝΗ,  όπου  οι  κάτοικοί  της  φημίζονταν  για  τις  τραγουδιστικές  τους  ικανότητες  και  για  τον  εύθυμο  χαρακτήρα  τους,  ήταν  ανάλογος  και  ο  Καζαμίας  τους.  Την  καλή  τους  θα  την  έβαζαν  στο  μάτι;  Έ!  Τότε  θα  την  έπαιρναν  το  συντομότερο.  Και  για  όλους  τους  μήνες  θα  είχαν  κάτι  χαρούμενο, κάτι  δεμένο  με  τον  έρωτα, με  την  φύση, με  τη  χαρά  της  ζωής.

Καλύτερα  όμως  ακούστε  τον  από  τη  Συλλογή  Κ. Παλαιστίδη.

1.      Καλαντάρτς  καλή  χρονία

κόρ’  εσύ  εσέν  ερία  (φύλαξε)

Καλαντάρτς  και  νέον  έτος

κόρ’  θα  παίρω-σε  οφέτος.

2.      Ο  Κούντουρον  έν’  λειψός

ποδεδίζω (να  χαρώ)  τον  Χριστό-σ’.

3.      Ο  Μάρτς  φέρ’τα  χελιδόνια

κελαϊδούν  και  λύν’  τα  χιόνια.

4.      Απρίλιτς  έρται  και  περά

τ’  άλλο  κλαίει,  τ’  άλλο  γελά (τη  μια  κλαίει, την  άλλη  γελάει).

5.      Έρθεν  ο  Καλομηνάς,

γάλαν  φά  όσον  πεινάς.

6.      Ο  Κερασινόν  φέρ’  ήλιον

και  μαρέντ-σε  άμον  μήλον.

7.      Έρθεν  και  ο  Χορτοθέρτς

έπαρ’  το  καγάν  σό  χέρτς (δρέπανο).

8.      Αύγουστον  φέρ’ τα  γεμίσια  (τ.λ. φρούτα)

ασήν  κορφήν  ως  τα  νύσια.

9.      Ο  Σταυρίτες  ρεντσιπέρτς (λ.τ. γεωργός)

έναν  σπέρτς  και  δέκα  πέρτς.

10.  Ο  Τρυγομηνλας  φέρ’  ξύλα

και  μαραίν’  και  ρούζ’  τα  φύλλα  (ρίχνει).

11.  Αεργήτες  έν  ζεγκίντς  (λ.τ. πλούσιος)

φέρ’  κρυά  νερά  και  πίντς (πίνεις).

12.  Κι  ο  Χριστιαννάρτς  φέρ’  κρύον

νασάν εκείνον π’ έχ’ τον βίον (τι ευτυχισμένος είναι αυτός που είναι πλούσιος).

      Αυτά  γινόντουσαν  στον  αγαπημένο  μας  Πόντο.  Όταν  ξεριζώθηκαν  από  κει  οι  πατέρες  μας  και  ήρθαν  στην  κυρίως  Ελλάδα, προσπάθησαν, και  τώρα  τα  παιδιά  τους  προσπαθούν  να  μη  χαθούν  τα  ήθη  και  έθιμά  μας.

      Ένας  από  τους  νοσταλγούς, τους  αθεράπευτους νοσταλγούς  της  χαμένης  πατρίδας  μας,  ήτανε  ο  μεγάλος  μας  Φίλωνας  Κτενίδης, γιατρός  και  συγγραφέας, ιδρυτής  της  νέας  Μονής  της  Παναγίας  Σουμελά  στο  Βέρμιο.

      Από  την  πρώτη  γενιά  των  ξεριζωμένων  συγκέντρωνε  υλικό,  έγραφε, προέτρεπε  τους  άλλους  να  του  στείλουν  ότι  ξέρουν  από  το  χωριό  τους  και  με  αγάπη  το  μάζεψε, το  δημοσίευσε, το  αποθησαύρισε  στο  περιοδικό  που  έβγαζε  στη  Θεσσαλονίκη, την  «Ποντιακή  Εστία».  Γνώριζε  καλά  πως  έπρεπε  να  αγωνιστεί  σκληρά  για  να  διασώσει  τις  ποντιακές  παραδόσεις, αλλά  παράλληλα  (με  τα  δημοσιεύματα  αυτά)  θέρμαινε  και  τις  ψυχές  των  πατέρων  μας.

Το  περιοδικό  αυτό  έγινε  σχεδόν  αυτοσκοπός  του.

      Τα  έσοδά  του;

      Μα  οι  συνδρομές  των  αναγνωστών  του.

      Αλλά  πολλές  φορές, όπως  πολλοί  το  συνηθίζουμε, από  κάποια  αμέλεια, καθυστερούσαν  να  στείλουν  τις  συνδρομές  τους.  Και  τότε  ο  δαιμόνιος  νους  του, έβαλε  τον  ΒΕΒΑΙΑ,  έναν  όμορφο, αντιπροσωπευτικό   τύπο  καλού  και  αγαθού  Ποντίου, να  ψάλλει  στους  χρεωφειλέτες  του  τα  κάλαντα.  Ακούστε  τον, αξίζει  στ’ αλήθεια.  (Έτσι  ίσως  και  σεις  φίλοι  μου  θυμηθείτε  κάποια  συνδρομή  σας  στο  Σωματείο  και  προβήτε  στα  δέοντα). 

              ΤΑ  ΚΑΛΑΝΤΑ  ΤΗ  ΒΕΒΑΙΑ

                                                          (Π.Ε.7, 1958,4626)

Καλήν  εσπέραν  Άρχοντες  αν  είναι  ορισμός  σας

ά  σήν  «ΕΣΤΙΑΝ»  έρχουμαι  για  τον  λογαριασμόν  σας…

Αρχιμηνιά  κι’  αρχιχρονιά  κι  αρχή  καλός  μας  χρόνος

δώστεν  την  συνδρομήν  εσουν  προθύμως  και  προφρόνως.

Άε-Βασίλης  έρχεται  από  την  Καισαρείαν

μέτ’ εκείνον  πα-χά  μπελιάν!...  έχομε  λογαρίαν…

Κάθαν  χρόνον  έρται  και  πάει  γράφτ’ ατα’ς  σό  χαρτίν  ατ’…

για  τ’  «ΕΣΤΙΑΣ»  ντό  δίγ’  ατον  ’κί  δί  την  συνδρομήν  ατ’.

Οι  τρεις  μάγοι  ευλογημέν,  π’ έρθαν  ασήν  Περσίαν

εκείν’ πα  συνδρομάς  χρωστούν  σήν  ΠΟΝΤΙΟ-ΕΣΤΙΑΝ.

Ο  Ηρώδης… π’ ανάθεμα  τ’  ανάπογον  την  ψήν’ ατ’…

εκείνος  πα…  ξάϊ  νιέτ  ’κ έχ’  να  δί  την  συνδρομήν  ατ’.

Ίνας  ’κι  δί-κι’  άλλος  ’κι  δί…  κι’  ούλ’  την  ΕΣΤΙΑΝ  παίρ’νε…

χά  θάμαν … και  χά … εντροπή  θερίζν  χωρίς  να  σπέρνε!...

 

(Ο ένας  δεν  δίνει, ο  άλλος  δεν  δίνει  την  συνδρομή  του, 

αλήθεια  πως  θα  ζήσουν  τα  Σωματεία;)

 

Αρχιμηνιά  μας  Άρχοντες  κι  αρχή  το  Νέο  Έτος

Τα  χρέατά  σουν  τα  παληά, δωσέστ’  όλα  οφέτος,

και  εις  έτη  πολλά.

                         (υπογραφή)          Ο  ΒΕΒΑΙΑΣ

 

                                            (Βιβλ.Νο 3)

 

 

      Δεν  θέλω  να  σας  κουράσω  άλλο,  γι’ αυτό  θα  τελειώσω  με  τις  δικές  μου  ευχές, που  όμως  εγώ  δεν  μπορώ  να  τις  πω  σε  τραγούδι, γι’ αυτό  θ’ αφήσω  να  σας  τις  πει, το  «Αηδόνι  του  Πόντου» μας, έτσι  χαρακτηρίζει  κάποιος, (δεν  θυμάμαι  το  όνομά  του) τον  Ηλία  Τσιρκινίδη, τον  πρώην  πρόεδρο  του  Κ.Ο.Π.Α.  ή  τον  Παλαμά  των  Ποντίων.

                           ΚΑΛΑΝΤΑ

………………………………………………

Πάντα  κάλαντα και  πάντα  και  τη  χρόνου,

ευτυχισμέν’  πολύχρονοι  και  πάντα  χαρεμένοι,

να  ζούμε  και  να χαίρουμες.  Και  καλολαλεμένα

να  είναι  τα  παιδόπα  μουν.  Και  παρατιμημένοι

οι  μειζοτέρ’, άμον  ντό  πρέπ’ς  σόν  κύρην  και ’ς σήν  μάνναν

κι  οι  συγγενοί  κι  οι  φίλοι,

γλυκόστομοι, γλυκόλαλοι, αδέλφα  αγαπημένοι.

Και  η  καρδία  μουν  να  έν’, τόπος  τσιτσεκωμένος,

άμον  ντό  στέκ’ αμάραντα  και  φύλλα  και  κλαδία …

…………………………………………………

      Αγαπημένοι  μας  τελειώνοντας  Σας  εύχομαι  «Κάλαντα  και  καλός  καιρός! 

Τα  πάντα  και  του  χρόνου.                                                               

 

   (Βιβλ.Νο 8)

 

Τα  Κάλαντα  και  ο  Καζαμίας  στον  Πόντο

Βιβλιογραφία

 

1.  Κυρ. Καζαντζίδη.  Περίπατος  στην  Κρώμνη.

                             Π.Ε. 13, 1962, 6871-6875.

2.  Φ. Κτενίδη.  Καλήν  Εσπέραν.

                   Π.Ε. 2, 1951, 1252.

3.  Του  ιδίου.  Τα  κάλαντα  τη  Βέβαια.

                  Π.Ε. 7, 1958, 4626.

4.  Γ. Ζερζελίδη.  Το  Καλαντόνερον  1950.

5.  Δ.Κ. Παπαδόπουλου.  Η  Γιορτή  του  Αγ.Βασιλείου  στο  Σταυρίν.

                                   Π.Ε. 13, 1962, 6891.

6.  Π.Δ. Μουζενίδη.  Τα  κάλαντα  στην  επαρχία  Χαλδίας. Κριτική ανάλυση.

                            Χ.τ.Π. τευχ.21-22, 1946, 511-513.

7.  Π.Η. Μελανοφρύδη.  Λαϊκόν  Ποντιακόν εορτολόγιον.

                                  Π.Φ. τευχ.25, 1938, 17-18.

8.  Ξλ. Τσιρκινίδη.  Κάλαντα.

                         Π.Ε.8, 1957, 4221.

 

 

Τέλος, η εκδήλωση έκλεισε με την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας και δεξίωση προς τιμήν των τιμωμένων.

 

 

15 Φεβρουαρίου 2014

 

Τιμητική εκδήλωση στη μνήμη του μεγάλου αρχαιολόγου

Βίκτωρα Σαρηγιαννίδη (1929-2013)

 

 

Η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών πραγματοποίησε τιμητική εκδήλωση στη μνήμη του επιτίμου μέλους της και μεγάλου αρχαιολόγου Βίκτωρα Σαρηγιαννίδη, το Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014 και ώρα 19:00, στην αίθουσα εκδηλώσεών της.

 

Σύμφωνα με το πρόγραμμα ο πρόεδρος κ. Χρήστος Γαλανίδης, αφού καλωσόρισε τους παρευρισκομένους, κάλεσε στο βήμα την κ. Ευρυδίκη Κεφαλίδου, επίκουρη καθηγήτρια κλασσικής αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θέμα της ομιλίας της: «Βίκτωρ Σαρηγιαννίδης: ένας «ποιητής» της αρχαιολογίας»

 

Αγαπητοί φίλοι και συνάδελφοι,

χαίρομαι πολύ που βρίσκομαι ανάμεσά σας

και ευχαριστώ  ιδιαίτερα τον πρόεδρο της Ε.Π.Μ κ. Γαλανίδη που με κάλεσε να συμμετάσχω στην ιδιαίτερη αυτή εκδήλωση μνήμης και τιμής,

            Οθ 1 Τριανταπέντε χρόνια πριν, το 1977 και 1978, την ίδια εποχή που ο αείμνηστος καθηγητής Μανόλης Ανδρόνικος, αποκάλυπτε τους βασιλικούς τάφους στον μεγάλο τύμβο της Βεργίνας και έφερνε στο φως ευρήματα που επρόκειτο να αλλάξουν τη γνώση μας για την ιστορία και τον πολιτισμό, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στην καρδιά της Ασίας, στις στέπες του Βόρειου Αφγανιστάν, ένας άλλος Έλληνας αρχαιολόγος, ο Βίκτωρ Σαριγιαννίδης, τη μνήμη του οποίου τιμούμε σήμερα, έκανε μια ανάλογα σημαντική ανακάλυψη σε έναν άλλο τύμβο, έναν τύμβο τον οποίο οι ντόπιοι ονόμαζαν Τιλλιά Τεπέ, δηλαδή «Χρυσό Λόφο».

ΟΘ 2 Ο Βίκτωρ Σαρηγιαννίδης είχε γεννηθεί σε εκείνα τα μέρη, στην Τασκένδη, το 1929. Οι γονείς του κατάγονταν από την Αργυρούπολη του Πόντου. Αποφοίτησε από το εκεί Κρατικό Πανεπιστήμιο. Το 1961 πήρε μεταπτυχιακό δίπλωμα από το Ινστιτούτο Αρχαιολογίας της Μόσχας στην Αρχαιολογία της Εγγύς και Μέσης Ανατολής. Το 1975 ανακηρύχθηκε  διδάκτωρ της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών.
     Εργάστηκε αρχικά στο Μουσείο Ιστορίας της Σαμαρκάνδης και λίγο αργότερα μετακινήθηκε στη Μόσχα, στο Ινστιτούτο Αρχαιολογίας της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, με το οποίο συνεργαζόταν έως τα τελευταία χρόνια της ζωής του..

ΟΘ 3 Ας γυρίσουμε όμως στον «χρυσό λόφο», στο Τιλλιά Τεπέ του Βόρειου Αφγανιστάν. Μεταφερόμαστε στα ανατολικά της λίμνης Κασπίας και στα νότια της λίμνης Αράλης, σε ένα νοητό τρίγωνο που σχηματίζουν τα άκρα τριών χωρών: το Τουρκμενιστάν δυτικά, το Ουζμπεκιστάν και το Τατζικιστάν στο βόρεια και το Αφγανιστάν στα νότια.

Οθ 4 Δύο μεγάλοι ποταμοί κυλούν σχεδόν παράλληλα, με κατεύθυνση από τα νότια προς τα βόρεια. Ο μεγαλύτερος που βρίσκεται ανατολικότερα, είναι ο Αμού Νταριά, που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν Ώξο. Αυτός πηγάζει από τα Ιμαλάια και χύνεται στη λίμνη Αράλη. Ο άλλος ποταμός είναι ο Μουργκάμπ, ο οποίος πηγάζει από τα Αφγανικά όρη Παροπαμίζα και έχει ένα τυφλό δέλτα, δηλαδή χύνεται μέσα στην άμμο της ερήμου του Καρακούμ, που είναι μια από τις μεγαλύτερες ερήμους στον κόσμο.

ΟΘ 5 Ο τύμβος του Τιλλιά Τεπέ βρίσκεται πολύ κοντά στις όχθες του πρώτου ποταμού του Ώξου.

Το βόρειο Αφγανιστάν ήταν πάντα ένα πέρασμα για τις νομαδικές φυλές, τους κατακτητές, τους εμπόρους και τους προσκυνητές που περνούσαν από εκεί και διακινούσαν όχι μόνο εμπορεύματα αλλά και ιδέες, από και προς την Ινδία και την Κίνα, τη Μεσοποταμία, τη Μεσόγειο και την Αραβική Χερσόνησο. Η συγκεκριμένη περιοχή του βορείου Αφγανιστάν ανήκε στην αρχαία Βακτριανή, ένα από τα ελληνιστικά βασίλεια που ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος. Το βασίλειο αυτό, αφού άκμασε επί αιώνες, υποχώρησε τελικά στις συνεχείς πιέσεις των διάφορων πολεμοχαρών νομαδικών φυλών που κατέβαιναν από τη Σιβηρία και τη Μογγολία. 

            ΟΘ 6 Στην ανασκαφή βρέθηκαν έξι τάφοι, πέντε  γυναικείοι και  ένας ανδρικός, που χρονολογούνται στον 1ο αιώνα μ.Χ. Περιείχαν  περισσότερα από 20.000 πολύτιμα αντικείμενα, κατασκευασμένα κυρίως από χρυσό και ημιπολύτιμους λίθους. Στην οθόνη βλέπετε μια αναπαράσταση του που βρέθηκαν ορισμένα αντικείμενα σε δύο από τους τάφους.

Οι τάφοι πρέπει να ανήκαν σε κάποιους ηγεμόνες των νομάδων Κουσάν, οι οποίοι έδωσαν τη χαριστική βολή στο ελληνοβακτριανό βασίλειο. Ωστόσο, στην πορεία γοητεύτηκαν και αυτοί από τον ελληνιστικό ελληνικό πολιτισμό και αντέγραψαν σχεδόν καθετί ελληνικό.

Σταδιακά άφησαν  τη νομαδική ζωή και μετατράπηκαν  σε μόνιμους κατοίκους με αριστοκρατικές συνήθειες, αφού πλέον κατείχαν περιοχές με αμύθητα πλούτη.

ΟΘ 7 «Οι θησαυροί που βρέθηκαν στο Αφγανιστάν μπορούν να ανταγωνιστούν τους θησαυρούς του τάφου του Τουταγχαμών» έγραφαν τότε οι Times της Νέας Υόρκης.

            Τα ευρήματα αυτών των τάφων δεν είναι απλώς πολύτιμα, χρυσά και εντυπωσιακά, όπως αυτό το διάδημα που βλέπετε στην οθόνη.

ΟΘ 8 – χρυσά ανάγλυφα

ΟΘ 9 – διάφορα κοσμήματα

ΟΘ 10 – μικρά διακοσμητικά

ΟΘ 11- κόσμημα για το κεφάλι – βλέπετε και τη θέση που βρέθηκε

ΟΘ 12 Το σημαντικό είναι ότι αποτελούν τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα «μιας τέχνης που συγχωνεύει τα έσχατα ελληνιστικά στοιχεία της βακτριανής τέχνης με τα ασιατικά στοιχεία της τέχνης των νομάδων Κουσάν», όπως έγραψε  ο Μανόλης Ανδρόνικος, ο οποίος προλόγισε την έκδοση της ελληνικής μετάφρασης του βιβλίου που έγραψε ο Σαριγιαννίδης.

Δεν είναι τυχαία η αναφορά και πάλι στον Ανδρόνικο – διότι τα ευρήματα εκείνου συνδέονται με την αρχή του Μακεδονικού Βασιλείο και τον Φίλιππο και ενώ τα ευρήματα του Σαριγιαννίδη συνδέονται με τα έσχατα όρια της επικράτειας του γιου του Φιλίππου, του Αλέξανδρου του Μέγα, και την τεράστια επιρροή που είχε η ελληνική τέχνη στους τοπικούς πληθυσμούς της Κεντρικής Ασίας

Ελάχιστα δείγματα από αυτές τις επιρροές σας δείχνω εδώ – ελληνικές θεότητες αλλά στην τέχνη των νομάδων Κουσάν – η Αφροδιτη μόνη της και με έναν Έρωτα στον ώμο

ΟΘ 13 – Δύο Έρωτες πάνω σε δελφίνια … καθαρή αντιγραφή – είναι μάλλον απίθανο να είχαν δει ποτέ δελφίνια οι κάτοικοι της ερήμου

ΟΘ 14 – η Θεά Αθηνά με ελληνική επιγραφή – σε ένα δαχτυλίδι

 

ΟΘ 15 Στο βιβλίο αυτό, που είναι ένα από τα δύο (μόνο) βιβλία του που μεταφράστηκαν στα ελληνικά, «Βασιλικοί Τάφοι στη Βακτριανή»( εκδ. Κυριακίδη, 1991, δημοσιεύονται αναλυτικά οι τάφοι που έσκαψε και αναδεικνύονται στοιχεία της ελληνικής τέχνης και πολιτισμού όπως υιοθετήθηκαν, καλλιεργήθηκαν αλλά και τροποποιήθηκαν από τους λαούς εκείνης της περιοχής.

ΟΘ 16 Για τον πολύ κόσμο, τα ευρήματα  του Αφγανιστάν ήταν αναπάντεχα. Για τον αρχαιολόγο όμως τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά: ο Σαριγιαννίδης ερευνούσε την περιοχή ήδη δέκα χρόνια μέχρι να καταφέρει το ποθητό αποτέλεσμα. Και μη σκεφτείτε ότι αυτό που ήθελε ήταν να βρει χρυσό! Αυτό που ήθελε ήταν να σωθεί ο ο τύμβος, τη σπουδαιότητα του οποίου είχε καταλάβει μεν ο ίδιος αλλά όχι οι υπόλοιποι….. χρειάστηκαν χρόνια προσπαθειών, διακοπή και νέα έναρξη των ανασκαφών, αγώνας για να σωθεί ο τύμβος από τους κατασκευαστές ενός μεγάλου αυτοκινητόδρομου που περνούσε κοντά του (με εντολή της κυβέρνησης οι εργολάβοι είχαν αρχίσει να γκρεμίζουν τον τύμβο με  μπουλντόζες….)  και τέλος αγώνας για να διαφυλαχθούν με ασφάλεια τα πολύτιμα ευρήματα που ήρθαν στο φως σε μια περιοχή με πολεμικές αναταραχές και  ασταθή πολιτική ισορροπία.

ΟΘ 17 Οι μεγάλες αρχαιολογικές ανακαλύψεις λοιπόν δεν είναι απλώς θέμα τύχης, όσο κι αν αυτό πιστεύει ο πολύς κόσμος. Είναι θέμα επιμονής και υπομονής. Προϋποθέτουν τη βαθιά γνώση ενός συγκεκριμένου χώρου και λεπτομερή έρευνα. Προϋποθέτουν επίσης γερά νεύρα και γερό στομάχι γιατί ο ανασκαφέας πρέπει συχνά να πολεμήσει διάφορες αντιξοότητες, από τις πιο απλές – όπως οι καιρικές συνθήκες – μέχρι τις πιο δύσκολες, όπως η άγνοια, η αδιαφορία, η καχυποψία, μερικές φορές ακόμη και η εχθρότητα. Και σίγουρα ο ανασκαφέας πρέπει να αναμετρηθεί με δεκάδες άλλα προβλήματα, όπως η γραφειοκρατία και τα οικονομικά ζητήματα που αφορούν τη συντήρηση, τη διαφύλαξη και την αξιοποίηση των ευρημάτων. 

Ο ίδιος ο Σαριγιαννίδης, αυτός που διέσωσε αυτόν τον θησαυρό από τις μπουλντόζες, περιγράφει το άγχος του όταν  διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να βρει πού είχε τοποθετηθεί ένα σακουλάκι με πολύ μικρά χρυσά τρίμματα. Γράφει: «Έψαξα και ξαναέψαξα όλα τα κιβώτια και τα τραπέζια, τίναξα και γύρισα από την ανάποδη τον υπνόσακκό μου, έψαξα όλο το δωμάτιο από τα δεξιά προς αριστερά και αντίστροφα. Τίποτα! Κάθισα να γράψω μια επίσημη αναφορά για την απώλεια, αλλά μόλις έπιανα το στυλό τον πετούσα κάτω και ξανάρχιζα το ψάξιμο. Νόμιζα πως ήρθε η συντέλεια του κόσμου…. Αργά τη νύχτα έψαξα για χιλιοστή φορά το χρηματοκιβώτιο που είχαμε για να φυλάμε τα πολύ μικρά ευρήματα, μέσα σε σπιρτόκουτα ….. και τότε είδα επιτέλους, κάτω κάτω, το σακουλάκι με τα χρυσά ψήγματα!».      

Τα αναφέρω αυτά για να δώσω μια ιδέα για τις τεράστιες; ευθύνες που έχουν όσοι αρχαιολόγοι διαχειρίζονται σημαντικά ή πολύτιμα ευρήματα.

ΟΘ 18 Η συνέχεια της πολυτάραχης ιστορίας των χρυσών των Τιλλιά Τεπέ ίσως σας είναι γνωστή. Βρισκόταν στο Μουσείο της Καμπούλ και «εξαφανίστηκαν» όταν το Μουσείο λεηλατήθηκε από τους Ταλιμπάν. Ευτυχώς, όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων, κάποιοι ευσυνείδητοι φύλακες του Μουσείου τα είχαν κρύψει εγκαίρως  και μετά την ανατροπή του καθεστώτος των Ταλιμπάν, τα πολύτιμα αυτά αντικείμενα ξαναβρέθηκαν το 2004, φυλαγμένα σε χρηματοκιβώτια σε ένα υπόγειο κάτω από το Προεδρικό μέγαρο της Καμπούλ.

ΟΘ 19 Ο ίδιος ο Βίκτωρ Σαριγιαννίδης προσκλήθηκε και ήταν παρών την ώρα που ανοίχτηκαν τα χρηματοκιβώτια, προκειμένου να βεβαιώσει με σιγουριά ότι αυτοί είναι πράγματι οι αγνοούμενοι θησαυροί που πριν τόσα χρόνια είχε αποκαλύψει ο ίδιος.

Από τότε  το σύνολο των ευρημάτων είναι ασφαλές και μάλιστα παρουσιάστηκε διαδοχικά σε διάφορες εκθέσεις σε όλον τον κόσμο.  

  ΟΘ 20 Η άμεση δημοσιοποίηση και δημοσίευση των ευρημάτων είναι ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει και τιμά τον Βίκτορα Σαριγιαννίδη, συγγραφέα 23 βιβλίων και πάρα πολλών άρθρων σχετικά με τους πολιτισμούς της Κεντρικής Ασίας. Δεν αναφέρθηκα τυχαία στο πλήθος των εργασιών του. Η δημοσίευση των ευρημάτων κάθε ανασκαφής, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, είναι πρωταρχικό καθήκον κάθε ερευνητή. Οι αρχαιολόγοι πρέπει να εξηγούν, τόσο στο ευρύτερο κοινό όσο και στους ίδιους τους συναδέλφους τους, τι κάνουν και γιατί το κάνουν – ποια είναι τα στοιχεία που έχουν στη διάθεσή τους και ποια είναι (έστω και προσωρινά) τα συμπεράσματά τους.  

Ωστόσο, παρά τις πολλές δημοσιεύσεις του σχετικά με την υστεροελληνιστική τέχνη και πολιτισμό, ο ίδιος ο  Σαριγιαννίδης, με τη σεμνότητα που πάντα χαρακτηρίζει τους πραγματικά μεγάλους επιστήμονες,, έλεγε ότι οι τάφοι του Τιλλιά Τεπέ χρονολογούνται σε μια περίοδο που δεν είναι της ειδικότητάς του, γιατί αυτός είναι ειδικός στην προϊστορική αρχαιολογία!.

ΟΘ 21 Η εξειδίκευσή του αυτή τον είχε ήδη οδηγήσει, ήδη από το 1949, όταν ήταν μόλις 20 χρονών φοιτητής, σε ένα άλλο σημείο της Κεντρικής Ασίας, στην έρημο του Καρα-Κουμ, στο νοτιοανατολικό Τουρκμενιστάν. Εκεί έσκαψε – με διακοπές – για τριάντα χρόνια συνολικά. Στην οθόνη βλέπετε με κίτρινο αστέρι το Τιλιά Τεπέ που είδαμε – και με κόκκινο αστέρι τη Γκονούρ που θα δούμε τώρα. Η Γκονούρ είναι στην έρημο του Καρά – Κουμ στο Τουρκμενιστάν, στο τυφλό δέλτα του ποταμού Μουργκάμπ.

Οι συνθήκες της δουλειάς του ήταν παραπάνω από αντίξοες. Το τοπίο είναι άνυδρο και αφιλόξενο. «Κανείς δεν πίστευε ότι σε εκείνη την έρημο είχε πατήσει ποτέ ανθρώπινο πόδι. Ο άνεμος της ερήμου κατέστρεφε τα πάντα», θα πει ο ίδιος αργότερα. Συχνά εκείνος και οι ντόπιοι εργάτες που τον βοηθούν τρώνε μόνο «ψωμί με …. άμμο». Όπως βλέπετε στη δορυφορική εικόνα υπάρχουν απέραντες ερημικές εκτάσεις με βράχια, οροσειρές και αμμόλοφους που διακόπτονται μόνο από τα ποτάμια που τις διασχίζουν. Όλη η ζωή (δρόμοι, κατοικίες, καλλιέργειες) αναπτύσσεται  σε μια στενή ζώνη στις όχθες των ποταμών. Από και πέρα …. «κρανίου τόπος».

ΟΘ 22 Είχε δίκιο λοιπόν ο Βίκτωρ Σαριγιαννίδης όταν έλεγε με χιούμορ, ότι οι ανασκαφές στην Κεντρική Ασία είναι «για δυνατούς παίχτες». Και αυτός, ο δυνατότερος όλων, έψαχνε χωρίς εντυπωσιακά αποτελέσματα για πολύ καιρό. Τελικά η ανακάλυψη που ήρθε στο φως της δημοσιότητας το 2004 δικαίωσε την επιμονή και το «ποντιακό» πείσμα του Βίκτορα Σαριγιαννίδη.  

ΟΘ 23 Αποκάλυψε σημαντικά κατάλοιπα του πολιτισμού της αρχαίας Μαργιανής: βλέπετε τους δύο μεγάλους τομείς της ανασκαφής – τον βόρειο και τον Νότιο = ένα εντυπωσιακό ανάκτορο, επτά ναούς, φρούρια,  οικισμούς και ένα τεράστιο νεκροταφείο με 3.000 τάφους, ένα από τα μεγαλύτερα στην Κεντρική Ασία.

ΟΘ 24 Σχεδόν όλα σώζονται σε εξαιρετικά καλή κατάσταση και είναι πολύ παλαιότερα από εκείνα του Τιλιά Τεπέ που είδαμε στην αρχή. Χρονολογούνται στην εποχή του Χαλκού και συγκεκριμένα στο τέλος της 3ης και στη 2η χιλιετία π.Χ.,  - δηλαδή  την ίδια εποχή που είχαμε στην Ελλάδα τον Κυκλαδικό και τον Μινωικό πολιτισμό. Βεβαίως, την εποχή εκείνη το Καρα-Κουμ δεν ήταν έρημος αλλά μια εύφορη  περιοχή στο Δέλτα του ποταμού Μουργκάμπ.

ΟΘ 25 Η  ερμηνεία που πρότεινε ο  Σαριγιαννίδης ήταν ότι λόγω μιας μεγάλης ξηρασίας που έπληξε την ευρύτερη περιοχή, συγκεντρώθηκαν στο Δέλτα του Μουργκάμπ φυλές από διάφορες περιοχές της κεντρικής Ασίας, ιδιαίτερα της Βόρειας Συρίας.

ΟΘ 26 Τα υλικά κατάλοιπα που άφησαν πίσω τους και που ήρθαν στο φως χάρη στις έρευνές του, φανερώνουν όχι μόνο ένα υψηλό πολιτιστικό επίπεδο αλλά και τις επαφές που είχαν οι άνθρωποι αυτοί με τους πολιτισμούς της ανατολικής Μεσογείου και ιδίως με τον μινωϊκό πολιτισμό.

Τα πρώτα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο δεύτερο βιβλίο του που είναι μεταφρασμένο στα ελληνικά, και εκδόθηκε επίσης από τις Εκδόσεις Κυριακίδη . Η έκδοση είναι δίγλωσση - την ελληνική μετάφραση έκανε ο συνάδελφος και επίσης σημερινός ομιλητής καθηγητής Ηλίας Πετρόπουλος και την αγγλική η Ίνα Σαριγιαννίδη. Το βιβλίο είναι γραμμένο με ένα ιδιαίτερο στυλ, σαν μια περιήγηση, που κατευθύνει τον επισκέπτη από κτήριο σε κτήριο και από αίθουσα σε αίθουσα, και του μεταδίδει όχι μόνο γνώσεις αλλά και κάτι από το άρωμα, την ατμόσφαιρα και την ιδιαιτερότητα αυτού του χαμένου πολιτισμού.

ΟΘ 27 Η σχεδόν ποιητική, πολλές φορές, αλλά πάντα επιστημονική γραφή του Σαριγιαννίδη ήταν ένας από τους λόγους που τον αποκάλεσαν «ποιητή» της αρχαιολογίας. Ο άλλος λόγος ήταν η εξαιρετική ευαισθησία του στο να ξεχωρίζει και να εκτιμά αμέσως τη μοναδικότητα και την ιδιαιτερότητα των υλικών αντικειμένων, και να προσπαθεί να φτάσει από την ύλη στις ιδέες και τις ιδεολογίες.

ΟΘ 28 και Οθ 29– Στο μεταξύ βλέπετε ορισμένα δείγματα εκπληκτικής τέχνης και μικροτεχνίας  - μερικά πιο μικρά από ένα νύχι

ΟΘ 30 Ο Σαριγιαννίδης διέκρινε στους ναούς της Γκονούρ ορισμένα στοιχεία που παραπέμπουν στη λατρεία του νερού και της φωτιάς, και τα συνέδεσε με τη θρησκεία που αργότερα έγινε γνωστή ως Ζωροαστρισμός, μια από τις παλαιότερες μονοθεϊστικές θρησκείες.

Ο  Σαριγιαννίδης παρουσιάζει τα στοιχεία εκείνα που δείχνουν ότι ο πληθυσμός της Γκονούρ διέθετε συγκεκριμένα στοιχεία θρησκευτικής ζωής, τα οποία αργότερα θα μπορούσαν να τεθούν σαν βάση, σαν υπόβαθρο του Ζωροαστρισμού  – και τα στοιχεία αυτά τα χαρακτηρίζει Πρωτο-Ζωροαστρικά.

            ΟΘ 31 Το σίγουρο είναι πάντως, όπως αποδέχθηκε γενικά η επιστημονική κοινότητα, ότι η Μαργκούς των Περσών, που μετά έγινε Μαργιανή του Αλεξάνδρου, που μετά ονομάστηκε Μερβ στον Μεσαίωνα, και τώρα πλέον είναι γνωστή ως περιοχή Μάρι …. Η Μαργιανή λοιπόν είναι πλέον το πέμπτο κέντρο του προϊστορικού πολιτισμού στην Ανατολή …τα άλλα τέσσερα είναι η Μεσοποταμία, η Αίγυπτος, η  Ινδία και η Κίνα. Οι άνθρωποι του πολιτισμού της Μαργιανής ήταν μόνιμοι κάτοικοι οικισμών, οι οποίοι όμως είχαν επαφές με τους νομάδες που ζούσαν βορειότερα στις στέππες. Ήταν κυρίως γεωργοί και είχαν εντυπωσιακό υλικό πολιτισμό, δηλαδή μνημειακή αρχιτεκτονική, χάλκινα εργαλεία, κεραμική, κοσμήματα, και ειδώλια. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν πιθανότατα Ινδο-Ιρανοί, οι οποίοι ήταν ένας κλάδος που αποσπάστηκε από τους Πρωτο-Ινδο-Ευρωπαίους.

Το έργο που με τόση αυταπάρνηση και κουράγιο άρχισε ο Βίκτωρ Σαριγιαννίδης έχει ήδη βρει την αναγνώριση που του αξίζει.

Βεβαίως, εμείς συνήθως σκεφτόμαστε σε στενά τοπικά ελλαδικά πλαίσια, και μας ενδιαφέρει κυρίως το τι γινόταν στο Αιγαίο, τη Μεσόγειο και τον Εύξεινο. Όμως, το έργο ερευνητών όπως ο Βίκτωρ Σαριγιαννίδης, μας κάνει να βγαίνουμε από τα στενά μας όρια, να βλέπουμε τις σχέσεις και την επικοινωνία μεταξύ πολιτισμών που δεν είναι τόσο απομακρυσμένοι όσο φαίνονται, να ανιχνεύουμε δίκτυα εμπορίου και ανταλλαγών, αλλά και δίκτυα διάδοσης διαφορετικών θρησκευτικών και άλλων αντιλήψεων και κοσμοθεωριών. Όλα αυτά είναι ιδιαίτερα επίκαιρα για εμάς σήμερα, που θέλουμε να ζούμε σε έναν κόσμο ανοιχτό, με ειρήνη, ασφάλεια και συνεργασία.

ΟΘ 32 Γι’ αυτό, στη μνήμη του «ποιητή» της Αρχαιολογίας αφιερώνω ένα ποίημα του Ζήσιμου Λορεντζάτου

«Τότε συντελέστηκε συνειδητά

η ένταξη σε μια πρωταρχική παράδοση του ανθρώπου.

Και ηχήσανε παράξενα μερικά πράματα ή μερικές λέξεις

όταν ακούσανε πως ο πρωταρχικός νομοθέτης του κόσμου

ο Μανού των Ινδών ήτανε

ο Μινά των Αιγυπτίων

ο Μενβ των Κελτών

ο Μίνωας των Ελλήνων

……………………….

Ο κόσμος άνοιξε σαν ένας πελώριος χάρτης»          

Κομμάτια από αυτόν τον - από παλιά σχεδιασμένο αλλά για χιλιετίες  ξεχασμένο- χάρτη έφερε ξανά στην ανθρώπινη μνήμη ο Βίκτωρ Σαριγιαννίδης.

ΟΘ 33 Κι εμείς δεν θα τον ξεχάσουμε. Ορισμένοι, που δεν τον γνώρισαν προσωπικά, θα τον θυμούνται κάπως έτσι, σοβαρό και συγκρατημένο, όπως  όταν γινόταν δεκτός από τους Προέδρους της Ελληνικής Δημοκρατίας (μάλιστα το 2002 τιμήθηκε από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής).

 Οθ 34 Οι πιο πολλοί όμως θα τον έχουμε στο μυαλό μας κάπως έτσι ….  στο σκάμμα της ανασκαφής, να ανασκαλεύει τα χώματα της ιστορίας, της μνήμης, του πολιτισμού.

Θα τον θυμόμαστε έτσι και θα τον ευχαριστούμε για όλα ……

 

Ακολούθησε η ομιλία του κ. Ηλία Πετρόπουλου, επίκουρου καθηγητή αρχαίας ιστορίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, με θέμα: «Κατάθεση μνήμης για τον εξαίρετο επιστήμονα και φίλο».

Στη συνέχεια ο κ. Πετρόπουλος παίζοντας λύρα απέδωσε δύο ποντιακά δημοτικά τραγούδια, τα οποία ιδιαίτερα αγαπούσε ο αείμνηστος Βίκτωρας Σαρηγιαννίδης.

 

Στιγμές από την προσωπική τους γνωριμία αφηγήθηκε, τέλος, ο πρόεδρος κ. Χρήστος Γαλανίδης.                     

 

Εκλεκτοί  προσκεκλημένοι,

Η  πρώτη  επαφή  με  το  έργο  και  τον  ίδιο  τον  Βίκτωρα  Σαρηγιαννίδη  έγινε  πριν  από  20  περίπου  χρόνια.  Η  ακτινοβολία  της  προσωπικότητάς  του, η  ανατολίτικη  θυμοσοφία  του,  και  η  αφοπλιστική  απλότητα  του, ήτανε  τα  πρώτα  στοιχεία  που  μ’ έφεραν  κοντά  του, και  αυτή  ήτανε  μόνο  η  αρχή.

Προμηθεύομαι  κάποια  από  τα  16  βιβλία  που  είχε  γράψει  έως  τότε, (σήμερα  έχουν  φθάσει  τον  αριθμό  23)  ένα  μόνο  τότε  στα  ελληνικά, «ΟΙ  ΒΑΣΙΛΙΚΟΙ  ΤΑΦΟΙ  ΤΗΣ  ΒΑΚΤΡΙΑΝΗΣ»,  εντυπωσιάζομαι  από  το  μέγεθος  και  τη  σπουδαιότητα  του  έργου  του  και  προτείνω   να  πραγματοποιήσουμε  μια  τιμητική  εκδήλωση  με  γεύμα  στη  μεγάλη  αίθουσα  των  «ΑΡΓΟΝΑΥΤΩΝ – ΚΟΜΝΗΝΩΝ»  στην  Καλλιθέα.

Η  εκδήλωση  ήταν  μεγαλειώδης, προβλήθηκε  για  πρώτη  φορά  βιντεοταινία  από  τις  ανασκαφές,  υπήρχε  έκθεση  των  βιβλίων  του,  μίλησε  για  το  έργο  του  ο  ίδιος  με  συγκίνηση.   Καθόμασταν  στο  ίδιο  τραπέζι  και  γνωρίζοντας  ότι  είχα  συμβάλλει  στην  προσπάθεια  αυτή,  γυρίζει  και  με  ρωτά.  «Εγώ  πά  ποίος  είμαι  κι’ ευτάς  όλα  ατά  για  τ’ εμέν;», δηλ.  ποιος  είμαι  εγώ  και  γιατί  τα  κάνεις  όλα  αυτά  για  μένα;

Δείτε  την  σεμνότητα  του,  χωρίς  ίχνος  έπαρσης  αναρωτιέται  ποιος  είναι  και  γιατί  τα  κάνουμε  όλα  αυτά;  Γιατί  το  αξίζεις  και  είναι  το  ελάχιστο  που  μπορούμε  να  κάνουμε  για  σένα,  για  την  μεγάλη  σου  προσφορά  που  την  αναγνωρίζει  και  ο  Μανόλης  Ανδρόνικος  που  προλογίζει  το  βιβλίο  σου  «Βασιλικοί  τάφοι  της  Βακτριανής»  του  απάντησα.  Από  το  γεύμα  συγκεντρώθηκε  ένα  πολύ  μεγάλο  ποσό  που  δόθηκε  εξ’ ολοκλήρου  για  τη  συνέχιση  του  έργου  του.

Η  ζωή  του  Βίκτωρα  κινείται  πάντα  με  επίκεντρο  τις  ανασκαφές  στην  Τουρκμενία,   την  άνοιξη  βρίσκεται  εκεί  επικεφαλής  μιας  ομάδας   40  περίπου  ανθρώπων,  το  καλοκαίρι  διακόπτει   λόγω  ζέστης  και  πάει  στη  Μόσχα, το  φθινόπωρο  πάλι  στην  Τουρκμενία  για  συνέχιση  των  ανασκαφών  και  σαν  τα  αποδημητικά  πουλιά  από  το  Νοέμβριο  έως  το  Μάρτη  στην  Ελλάδα.

Σ’ ένα  τέτοιο  διάλειμμα  οι  «ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ-ΚΟΜΝΗΝΟΙ»  τιμούμε  ένα  άλλο  μεγάλο  Έλληνα  ποντιακής  καταγωγής  τον  διευθυντή  ορχήστρας  των  Μπαλέτων  ΜΠΟΛΣΟΪ  της  Μόσχας  τον  Οδυσσέα  Δημητριάδη, καλεσμένος  και  ο  Β. Σαρηγιαννίδης  που  κάθεται  με  την  αδελφή  του  Ινα  σχεδόν  στα  τελευταία  καθίσματα, τον  πλησιάζω  και  του  λέω, Βίκτωρα  έλα  πάμε  μπροστά  δηλ.  στη  πρώτη  σειρά.

Εκείνος  με  κοιτάζει  μ’ αυτά  τα  γελαστά  όλο  εκφραστικότητα  και  καλοσύνη  μάτια  του  και  μου  λέει: «Χρήστο   ’κι  πειράζ’ καλά  είμαι  αδά,  αδά  πα  κάποιος  θα  κάθεται»  δηλ. Χρήστο  δεν  πειράζει, είμαι  καλά  εδώ  και  σ’ αυτή  τη  θέση  κάποιος  πρέπει  να  καθίσει,  ας  είμαι  εγώ.  Ο  χρόνος   κυλά  η  γνωριμία  μας  εξελίσσεται  σε  φιλία  οικογενειακή,  το  τέλος  του  φθινοπώρου  πλησιάζει,  περιμένουμε  το  Βίκτωρα  να  έλθει  στην  Ελλάδα  και  τον  προσκαλούμε  να  μας  επισκεφθεί  με  την  Ινα  στο  σπίτι.  Έρχεται  γεμάτος  ενθουσιασμό  και  μας  αφηγείται  για  τα  νέα  ευρήματα  των  ανασκαφών  του  στο  ανάκτορο  Γκονούρ  στη  Μαργιανή,  στην  έρημο  Καρακούμ.  Εμείς  όλο  περιέργεια  και  ενδιαφέρον  ακούμε  τις  αφηγήσεις  του  και  σε  κάποια  στιγμή  τον  ρωτάμε,  Βίκτωρα  πως  ζείτε  στην  έρημο,  που  μένετε,  τι  τρώτε;  Και  εκείνος  με  πολύ  φυσικό  τρόπο  μας  απαντά:  ότι  μένουν  σε  σκηνές  που  έχουν  στήσει  στην  έρημο  κοντά  στο  χώρο  των  ανασκαφών,  το  πιο  ωραίο  όμως  είναι  η  απορία  που  διατυπώνει  για  το  φαγητό  λέγοντας  «Το  φαγητό  πα  ντο  έν, διαβαίνομε  ΄ς  σο  χωρίον,  ότ’ ευρίκομεν  παίρομεν, θήκομ’ ατά ‘ς σο  χαλκόν  κι’ όλ’ μαζί  κάθουμες  και  τρώμε»  δηλ.  και  το  φαγητό  τι  είναι,  χαράς  το  πράγμα.  Και  αμέσως σκέφθηκα  πόσο  φιλοσοφημένος  είναι  ο  άνθρωπος  και  σε  ποια  προτεραιότητα  βάζει  το  φαγητό,  όταν  στην  Ελλάδα, πολλοί  από  εμάς  μπορεί  να  στήσουμε  καβγάδες  ολόκληρους,  αν  το  φαγητό  είναι  καλοψημένο  ή  όχι, ανάλατο  ή  πολύ  αλατισμένο, πλούσιο  ή  φτωχικό. (φαινόμενα  χορτασμένων  κοινωνιών).

Η  συνέχιση  των  ανασκαφών  κινδυνεύει  από  έλλειψη  χρημάτων,  η  αγωνία  του  κορυφώνεται  όταν,  φεύγοντας  το  φθινόπωρο  από  εκεί,  δεν  ξέρει  αν  θα  μπορέσει  να  βρει  χρήματα  για  να  συνεχίσει  την  επόμενη  άνοιξη.  Απευθύνεται  στο  ελληνικό  κράτος  που  εγκρίνει  κάποια  μικρά  σχετικά  ποσά,  αλλά  και  αυτά  εκταμιεύονται  με  δυσκολία  και  καθυστέρηση.  Σ’ αυτή  τη  δύσκολη  καμπή  βρίσκεται  ένας  καλός  του  φίλος, επιστρατεύεται  και  με  την  ενίσχυση  και  των  ποντιακών  φορέων  εξοικονομεί  χρήματα  και  του  χορηγεί, αρνείται  να  τα  πάρει,  νιώθει  άβολα  που  οι  ιδιώτες  τον  ενισχύουν  και  οι  αρμόδιοι  φορείς  τον  ταλαιπωρούν.  Στην  επιμονή  του  φίλου  του  να  μην  σταματήσει  αυτό  το  σημαντικό  έργο  του,  τα  δέχεται  και  φεύγει  την  Άνοιξη  για  Τουρκμενία,  όπου  τον  περιμένει  η  επιστημονική  ομάδα  και  οι  εργάτες  του  που  χαίρονται  και  τον  ρωτούν  που  βρήκε  τα  χρήματα;  Το  φθινόπωρο  που  επιστρέφει  στην  Ελλάδα  μου  τα  αφηγείται  και  μου  λέει «Χρήστο,  ας  εξέρτσ’ ατο, εκέσ’  τον  Χριστόν  ‘κι  εξέρν’  ατον, άμαν  τον  Χρήστον  πολλά  εξέρν’  ατον», δηλ.  Χρήστο  να  το  ξέρεις  εκεί  τον  Χριστόν  δεν  τον  γνωρίζουν (βλέπετε  είναι  μουσουλμάνοι)  όμως  τον  Χρήστο  τον  γνωρίζουν, και  μου  προσφέρει  το  ωραιότερο  δώρο  που  έχω  δεχθεί  στη  ζωή  μου (εκτός  από  την  ηθική  αναγνώριση που  είναι  το  πρώτιστο),  μία  από  τις  δύο  υπάρχουσες  σειρές  αντιγράφων  ευρημάτων  από  τους  βασιλικούς  τάφους  της  Βακτριανής  που  είχε  φτιάξει  η  Σοβιετική  αποστολή, προτού  τα  πρωτότυπα  κλειστούν  σε  άγνωστο  μέχρι  τότε τόπο.

Το  έργο  του  Β.Σαρηγιαννίδη  χρόνο  με  το  χρόνο  γίνεται  γνωστό  στην  Ελλάδα,  εμείς  έχουμε  συνδεθεί  με  στενή  φιλία  και  ταξιδεύουμε  συχνά  μαζί,  όταν  τον  προσκαλούν  να  μιλήσει  για  το  έργο  του.  Είναι  2001  με  πρωτοβουλία  του  Συλλόγου  Ποντίων  Κορίνθου,  του  φιλολογικού  συλλόγου  και  των  αρχαιολόγων  νομού  Κορίνθου  διοργανώνεται  μία  τελετή  στην  αίθουσα  επιμελητηρίου  Κορίνθου  με  συμμετοχή  πλήθος  κόσμου.  Μετά  την  εκδήλωση  έχουν  προγραμματίσει  γεύμα  σ’ ένα  παραλιακό  κέντρο.  Είμαστε  περίπου  30  καλεσμένοι,  η  ελληνική  φιλοξενία  στο  αποκορύφωμα,  έρχονται  τα  ορεκτικά, οι  σαλάτες,  τα  πρώτα  πιάτα, τα  δεύτερα  πιάτα, έχουμε  φάει  καθ’ υπερβολή  ή  όπως  λέει  ο  λαός  μέχρι  σκασμού  κι  ενώ  νομίζουμε  ότι  ήρθε  η  ώρα  για  χωνευτικό  εμφανίζονται  πιατέλες  γεμάτες  με  ψητά  κρέατα, μπιφτέκια  κλπ,  τις  βλέπει  ο  Βίκτωρας  και  γεμάτος  απορία  με  ρωτά «Χρήστο ντο ειν  ατά   ντο  φέρ’νε;»  και  εγώ  αστειευόμενος  λέω κρέατα  για  τα  σκυλία  και ο Βίκτωρας  έκπληκτος  με  ρωτά   αλήθεια  κρέατα  για  τα  σκυλία;.  «Ανάμνον  ένα  ξάϊ  και  θα  ελέπ’ς» δηλ.  περίμενε  λίγο  και  θα  δεις, αφού  δεν  μπορούσε  να  φάει  κανείς  τίποτε  άλλο,  άρχισαν  ορισμένοι  να  ζητάνε  σακούλες  και  να  βάζουν  μέσα  τα  λαχταριστά  κρέατα  που  έμειναν  σχεδόν  ανέγγιχτα.  Τότε  ο  Βίκτωρας  όλο  ικανοποίηση  μου  λέει «Χρήστο, θα  παιρν’ ατά  για  να  τρών’ ατα’ς  σ’ οσπιτν’ ατουν;»  Όχι  Βίκτωρα  είπα  θα  τα  πάρουν  να  ταϊσουν  τα  σκυλιά  τους.  Τότε  ο  Βίκτωρας  σηκώθηκε  από  τη  θέση  του  και  κάνοντας  τον  σταυρό  του  είπε «Μω  την  πίστης  και  τον  Θεόν ‘ς σην  Τουρκμενίαν  για  έναν  βούκαν  ψωμίν  αποθάν’  άνθρωπος, κι’ αδά  μ’ ατά  τα  κρέατα  φάζετε  τα  σκυλία;» δηλ.  μα  την  πίστη  σας  και  τον  Θεό  σας  στην  Τουρκμενία  για  μια  μπουκιά  ψωμί  πεθαίνει  άνθρωπος  και  εδώ  με  αυτά  τα  κρέατα  ταΐζετε  τα  σκυλιά.  Ναι  Βίκτωρα  είπα  εκεί  οδηγείται  η  απερίσκεπτη  και  χορτασμένη  κοινωνία, γι’ αυτό  ποτέ  δεν  τις  επαρκούν  τα  αγαθά  και  ποτέ  δεν  μένουν  ικανοποιημένοι  οι  άνθρωποι  της,  γιατί  έχουν  χάσει  το  μέτρο  του  αναγκαίου  και  την  αίσθηση  του  περιττού.

Το  έργο  του  Β. Σαρηγιαννίδη  είναι  πολύ  γνωστό  στους  επιστημονικούς  κύκλους  και  στο  εξωτερικό. Αισθάνεται  γνήσιος  Έλληνας  και  Πόντιος  και  μου  εκμυστηρεύεται  ότι  θέλει  να  αναστηλώσει  το  ανάκτορο  Γκονούρ φυσικά  με  τα  ίδια  υλικά  που  του  παρέχει  το  περιβάλλον  και  όταν  τελειώσει  να  τοποθετήσει  μία  πινακίδα  που  να  αναγράφει  ότι  τα  έργα  έγιναν  με  χρηματοδοτήσεις  των  Ελλήνων.  Είναι  άνθρωπος  που  αναγνωρίζει  την  προσφορά  που  του  γίνεται, αφιερώνει  τα  βιβλία  του  στους  Πόντιους  όλου  του  κόσμου  και  ονομαστικά  σ’ όσους  τον  βοήθησαν  και  τον  βοηθούν.  Ευγνώμων  και  πάντα  μ’ ένα  καλό  λόγο  για  όλους  και  ο  Πόντος  στην  καρδιά  του.  Όταν  μοντάρουμε  ένα  DVD  με  φωτογραφικό  υλικό  από  ευρήματα  του  ανάκτορου  Γκονούρ,  για  να  μην  είναι  βουβό,  του  λέω  «Βίκτωρα  θέλεις  να  βάλουμε  μουσική  υπόκρουση  με  κάποιο  έργο  του  Τσαϊκόφσκι  ή  τη  συμφωνία  της  χαράς  του  Μπετόβεν  ή  κάτι  άλλο  και  εκείνος  γυρίζοντας  σε  μένα  λέει  «Ντό  να  εφτάμε  τον  Τσαϊκόφσκι  και  τον  Μπετόβεν,  βάλον  ποντιακόν  μουσικήν  να  χαίρετε  η  ψη  μουν».  Έτσι  έβαλα  υπόκρουση  με  τη  μουσική  των  αγαπημένων  του  τραγουδιών  «Λεμόνα»  και  η  «Κορ  επήεν  σό  Παρχάρ».

   Οι  δυσκολίες  όμως  δυσκολίες,  και  όπως  όλοι  οι  Έλληνες  έχουμε  κάποιο  μέσον,  έτσι  κι  εγώ  ο  ταπεινός  χτυπώ  την  πόρτα  της  Βουλής  των  Ελλήνων.  Ανοίγει  διάπλατα  η  αίθουσα  που  συνεδριάζει  η  διακομματική  επιτροπή  για  τον  απόδημο  ελληνισμό  σε  πλήρη  απαρτία,  ενημερώνονται  από  το  Βίκτωρα  Σαρηγιαννίδη, δείχνουν  απόλυτη  κατανόηση,  ικανοποίηση  και  υπερηφάνεια  για  τον  σημαντικό  αυτό  Έλληνα.  Φεύγοντας,  έξω  από  τη  Βουλή  με  ρωτά  ο  Βίκτωρας «Χρήστο, πως  ελέπ’ ς  τα  πράματα, κατ’  εποίκαμε,  κατ’  θα  ίνεται  που  έρθαμε  αδά;» δηλ.  Χρήστο  πως  τα  βλέπεις  τα  πράγματα;  Κάτι  κάναμε  κάτι  θα  γίνει  που  ήρθαμε  εδώ; Κι  εγώ  του  απαντώ  γνωρίζοντας  την  ελληνική  πραγματικότητα  «Ας  αναμένομε  ένα  ξάϊ  κι  επεκεί  ξαν  θα  καλατσεύομεν»  δηλ.  ας  περιμένουμε  λίγο  και  μετά  θα  συζητήσουμε  πάλι  και  ο  Βίκτωρας  με  απόγνωση  μου  λέει «Κι  αν  ατοίν   κι  επορούν  κατ’  να  εφτάνε, εμείς  αλλομίαν  ‘ς  σον  Θεόν  πρέπ’ να  πάμε» δηλ.  κι  αν  αυτοί  δεν  μπορούν  κάτι  να  κάνουν  εμείς  την  άλλη  φορά  θα  πρέπει  να  πάμε  στον  Θεό.  Ευτυχώς  δεν  χρειάστηκε  να  πάμε  στον  Θεό  γιατί  ανανεώθηκε  η  υπόσχεση  χορήγησης  των  17.000  ευρώ.

Η  ανανέωση  αυτής  της  υπόσχεσης  έγινε  και  κατά  την  βράβευση  του  Β. Σαρηγιαννίδη  από  τον  ίδιο  τον  πρόεδρο  της  Ελληνικής  Δημοκρατίας   κο  Κάρολο  Παπούλια,  η  χορήγηση  όμως  του  ποσού  καθυστερούσε  πολύ  καιρό, οπότε  σε  μια  συνάντηση  μας  με  ρωτά  ο  Βίκτωρας «Χρήστο, εμέν ο  πρόεδρον  είπε  με  ότι  θα  δι’ ατά  τα  παράδας, άμα  ακομάν  τιδέν  κι  επαίρα    κι  εγώ  ντο  να  λέω,  Ας  σον  πρόεδρον  κι  απάν,  εν’ άλλος  κανείς;» δηλ.  Χρήστο  εμένα  ο  πρόεδρος  μου  είπε  ότι  θα  δοθούν  αυτά  τα  χρήματα  αλλά  ακόμα  τίποτα  δεν  πήρα  και  εγώ  τι  να  λέγω,  από  τον  πρόεδρο  και  πάνω  είναι  άλλος  κανείς;   Ναι  είπα  ατον,  ας  σόν  πρόεδρον  κι  απάν  εν’ είνας  κι  άλλο»  «και  ποιος  εν’ ατός  εκλώστε  και  ξαν  ερώτεσε με», δηλ.  και  ποιος  είναι  αυτός  γύρισε  και  με  ρώτησε  ξανά.  Είναι  ένας  υπάλληλος  γραφειοκράτης, του  είπα.

Το  μεγαλύτερο  τιμητικό    βραβείο  στη  Τουρκμενία  είναι  το  βραβείο  «Μαγκτάμκουλι»  ενός  σπουδαίου  ποιητού, ο  πρόεδρος  λοιπόν  της  Τουρκμενίας  του  απονέμει  αυτό  το  βραβείο  και  αυτό  συνοδευότανε  και  από  5.000  δολλάρια.  Όταν  λοιπόν  τα  είδε  είπε  «Ντο  να  φτάω  ατά  τα  παράδας  εγώ;» δηλ.  τι  να  τα  κάνω  αυτά  τα  χρήματα  εγω; Του  είπαν  έτσι  είναι  το  βραβείο  πρέπει  να  τα  πάρεις.  Παίρνοντας  τα  είπε  «Εγώ  ξαν  αδά  θα  έρχουμαι  και  με  τ’ ατά  τα  παράδας  θα  εφτάω  ξαν’ ανασκαφάς»  δηλ. εγώ  πάλι  εδώ  θα ‘ρθω  και  με  αυτά  τα  χρήματα  θα  κάνω  πάλι  ανασκαφές.

t-align:justify;text-indent:11.35pt'>Βρισκόμαστε  στο  2006  ο  Β. Σαρηγιαννίδης  ετοιμάζει  το  μεγάλο  παγκόσμιο  αρχαιολογικό  συνέδριο  που  θα  γινότανε  το  Νοέμβριο  στο  Τουρκμενιστάν  με  συμμετοχή   των   πιο   γνωστών   και   σπουδαίων   αρχαιολόγων   του   κόσμου. Συνέδριο  που  επιβεβαίωσε  την  άποψη  του  Β. Σαρηγιαννίδη  ότι  στην  Αρχαία  Βακτρία  ήκμασε  ο  πέμπτος  σπουδαιότερος  πολιτισμός  του  Αρχαίου  κόσμου  και  πως  η  περιοχή  που  ανασκάπτει  επί  30  περίπου  χρόνια  είναι  η  πατρίδα  του  Ζωροαστριμού  μια  από τις παλιότερες  θρησκείες  του  κόσμου.   Το  συνέδριο  το  στήριξε  και  το  στέγασε  σε  μία  πολυτελή  αίθουσα  στο  Μαρί-Τουρκμενίας,  ο πρόεδρος  της  Τουρκμενίας  δικτάτορας  Νιάζοφ  που  δεν  παρέστη  στο  συνέδριο  γιατί  ζήτησε  από  το  Βίκτωρα,  που  τον  γνώριζε  προσωπικά, να  πει  στο  συνέδριο  ότι  ο  Τουρκμένικος  λαός  είναι  ο  σπουδαιότερος  λαός  του  κόσμου.  Φυσικά  ο  Β. Σαρηγιαννίδης  σαν  μεγάλος  ιστορικός  και  επιστήμονας  αδιαφορώντας  για  τις  συνέπειες  είπε  «Εγώ  τέτοιο  πράγμα  δεν  μπορώ  να  αναφέρω».

t-align:justify;text-indent:11.35pt'> Όταν  έπεσε  η  αυλαία  των  εργασιών  του  απόλυτα  πετυχημένου  αυτού  παγκόσμιου  συνεδρίου,  η  Τουρκμένικη  κυβέρνηση  οργάνωσε  δεξίωση  στο  πολυτελέστατο  φουαγιέ  του  κτιρίου  προς  τιμή  των  συνέδρων  με  τη  συμμετοχή  πολυμελούς  συμφωνικής  ορχήστρας  που  ξεκίνησε  το  πρόγραμμα  της  με  ελληνική  μουσική  προς  τιμή  της  πιο  αναγνωρισμένης  προσωπικότητας  στη  χώρα  τους,  το  Βίκτωρα  Σαρηγιαννίδη, και  έκλεισε  με  μουσική  από  το  Ζορμπά, συρτάκι  και  τον  Κρητικό  χορό  του  Μίκη  Θεοδωράκη  μέσα  σε  μία  ατμόσφαιρα  πανηγυρική, που  όσοι  εκ των συνέδρων  επιστημόνων  του  εξωτερικού  (από την Ελλάδα  είμασταν  μόνο  τρεις)   δεν  χόρεψαν,  χτύπαγαν  παλαμάκια  ρυθμικά  επί  πέντε  λεπτά  αποθεώνοντας  το  Βίκτωρα  Σαρηγιαννίδη.

t-align:justify;text-indent:11.35pt'>Εγώ  όση  ώρα  χόρευα, σκεπτόμουν  τους  στίχους  του  Καβάφη  «και  την  ελληνική  λαλιά  ως  μέσα  στη  Βακτριανή  την  πήγαμε, ως  τους  Ινδούς»  και  ότι  κάποιοι  ανήσυχοι  Έλληνες  πρωτοπόροι πριν  από  5.000 χρόνια, μετέφεραν  στοιχεία  ελληνικού  πολιτισμού  εκεί,  κι’ ένας  μεγάλος  Έλληνας, ο  Μακεδόνας  μέγας  Αλέξανδρος  έχτισε  μνημεία  και  άφησε  τη  σφραγίδα  του, 2.400  περίπου  χρόνια  πίσω  στην  αρχαία  Βακτρία,  που  θάφτηκαν  κάτω  από  τη  σκόνη  του  χρόνου.  Και  τι  μεγαλείο  και  τι  συγκίνηση!  Να  έλθει  ένας  άλλος  σπουδαίος  Έλληνας,  ο  μεγάλος  αρχαιολόγος  Βίκτωρας  Σαρηγιαννίδης, να  ανασκάψει  και  να  φέρει  στο  φως  αυτόν   τον  αρχαίο  πολιτισμό  και  συγχρόνως  να  μεταφέρει  την  ελληνική  σκέψη  και  ψυχή  μέσα  από  το  μεγαλείο  της  μουσικής.

t-align:justify;text-indent:11.35pt'>  Ο  Β. Σαρηγιαννίδης  γνωρίζοντας  το  ενδιαφέρον  μου  με  προσκάλεσε  να  πάω  εκεί  λέγοντας  μου  «Ας’ ατά  π’  εφτάς  κι  έλα  με  τ’ εμέν, να  πάμε  ς  σην  έρημον  κι σ’ ανασκαφάς,  εκέσ’  με  τον  Θεόν  θα  καλατσέυομεν» δηλ.  άσε  αυτά  που  κάνεις  και  έλα  μαζί  μου  να  πάμε  στην  έρημο  και  στις  ανασκαφές,  εκεί  θα  συνομιλούμε  με  τον  Θεό.   Ανταποκρίθηκα  στη  πρόσκληση  του,  πήγα  στο  συνέδριο, πήγα  στην  έρημο  στον  χώρο  των  ανασκαφών  με  τον  Βίκτωρα  Σαρηγιαννίδη, εκείνος  αναζητούσε  τον  Θεό  στη  γη  και  στον  ουρανό  για  80  χρόνια  και  πιστεύω  ότι  έχει  δεθεί  πολύ  μ’ αυτή  τη  γη  και  εκεί  θα  μείνει  για  πάντα.  Εγώ  γύρισα, έγινα  74  χρονών  και  αναζητώ  παντού  τον  Θεό, και  κατέληξα  ότι  για  να  τον  βρεις  πρέπει  να  τον  κουβαλάς μέσα  σου.

t-align:justify;text-indent:11.35pt'>  Αυτός  ήταν  ο  μεγάλος  αρχαιολόγος  Βίκτωρας  Σαρηγιαννίδης, οικουμενικός  και  διαχρονικός, σεμνός, απλός, καταδεκτικός, σοφός  ανατολίτης, αξιαγάπητος  και  ανθρώπινος,  έτσι  όπως  πρέπει  να  είναι  κάθε  σπουδαίος  άνθρωπος.    

t-align:justify;text-indent:11.35pt'> 

t-align:justify;text-indent:11.35pt'>Η εκδήλωση έκλεισε με δεξίωση, ενώ αντίγραφα ευρημάτων από τις ανασκαφές εκτίθεντο σε ειδικό χώρο της αίθουσας.                

t-align:right'>           

t-align:justify;text-indent:36.0pt'> 

 

 

 

t-align:center'>

t-align:center'>

t-align:center'>24 Απριλίου 2014

 

t-align:center'>Μουσείο Μπενάκη – Επιτροπή Ποντιακών Μελετών

t-align:center'>Έκθεση «Εν Πόντω. Συμβολή στη μνήμη, επιστολικά δελτάρια 1890-1920

 

Την Πέμπτη 24 Απριλίου 2014 και ώρα 19:30 πραγματοποιήθηκε εκδήλωση στο κεντρικό κτήριο του Μουσείου Μπενάκη, στο πλαίσιο της έκθεσης με τίτλο «Εν Πόντω. Συμβολή στη μνήμη, επιστολικά δελτάρια 1890-1920», με θέμα τον πολιτισμό του Πόντου και με την επιστημονική στήριξη της Ε.Π.Μ. με ομιλητές τους:

-  Έλσα Γαλανίδου - Μπαλφούσια: «Οι Έλληνες του Πόντου και η λαογραφία»

- Κωστής Δρυγιαννάκης: «Όψεις της ποντιακής μουσικής στη δισκογραφία»

- Vahit Tursun (Βαχίτ Τουρσούν): «Τα ρωμέικα της Ανατολής πεθαίνουν»

- Νίκος Ζουρνατζίδης: «Χοροί του Πόντου. Οσμώσεις-αλληλεπιδράσεις»

 

 

Έλσας Γαλανίδου-Μπαλφούσια

t-align:center'> 

t-align:center'>ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ ΚΑΙ Η ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

t-align:right'> 

t-align:center'>ΠΡΟΛΟΓΟΣ

t-align:center'> 

  Με την ομιλία μου αυτή θέλω να δείξω πώς βρέθηκαν οι Έλληνες στον Πόντο, από τα πανάρχαια χρόνια κουβαλώντας μαζί τους τον πολιτισμό τους, ήθη έθιμα, δοξασίες κ.ά. Στο διάβα των αιώνων, παρ’ ότι δέχτηκαν επιδράσεις από τους γύρω λαούς έμειναν ίδιοι. Ίδιοι έμειναν και μετά την έλευση του Χριστιανισμού, αφού κατάφεραν να συνταιριάξουν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, με το πνεύμα του χριστιανισμού. Τα ιστορικά στοιχεία που παραθέτω είναι σταχυολογημένα ενδεικτικά για να καταδείξουν τη συνέχεια και την ενότητα της ζωής των Ελλήνων του Πόντου.

   Την ιστορία μας την αφήνω στους ιστορικούς μας. Εγώ τη Λαογραφία μας μπορώ να πω με βεβαιότητα, ότι οι πρόσφυγες παππούδες και πατέρες μας την υπηρέτησαν πιστά. Το αξιοθαύμαστο όμως είναι ότι η προσπάθεια συνεχίζεται και από τα παιδιά των παιδιών τους κι έτσι καταδεικνύεται ο δυναμισμός της φυλής μας, ο δυναμισμός του γένους των Ποντίων.

t-align:justify;text-indent:11.35pt'> Κάποτε με ρώτησε κάποιος μαθητής μου, περίπου το 1979.

t-align:justify;text-indent: -18.0pt;line-height:115%;mso-list:l4 level1 lfo8'>-         Κυρία Έλσα, οι Πόντιοι είναι Έλληνες;

t-align:justify;text-indent:11.35pt'>Με κυρίευσαν ανάμεικτα συναισθήματα λύπης, οργής, περηφάνιας. Περηφάνιας, γιατί ήξερα ποιοι είμαστε. Λύπης, γιατί τελειόφοιτοι Λυκείου και δεν ήξεραν την ιστορία μας. Και οργής κατά όλων εκείνων που χρόνια τώρα θέλουν να αγνοούν και δεν περνούν στα σχολικά βιβλία τη νεότερη ιστορία μας, όπως πραγματικά συνέβη, δηλ. τη Μικρασιατική καταστροφή, τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και των άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας και του Πόντου.

   Οι μύθοι πάντα κρύβουν μιαν αλήθεια κι αυτή η αλήθεια ενυπάρχει στο μύθο του Φρίξου και της Έλλης, στην Αργώ, στους Αργοναύτες και τον Ιάσονα, που έφτασαν μέχρι τα βάθη του Πόντου, στην Κολχική γη. Και η αλήθεια που κρύβουν αυτοί οι μύθοι (καθώς κι άλλοι) είναι τα αίτια του αποικισμού που είναι πολλά, αλλά δεν είναι του παρόντος να αναπτύξω. Έτσι βρέθηκαν οι Έλληνες στη Μικρά Ασία και στον Πόντο. Και είναι ιστορικά εξακριβωμένα τα γεγονότα από τον 7ο αιώνα π.Χ.και μετά, με τον πρώτο αποικισμό σ’ αυτές τις περιοχές.

t-align:justify'>   Στα παράλια της Μικράς Ασίας εξαπλώνονται συνέχεια η μία μετά την άλλη οι ελληνικές πόλεις. Σχηματίζονται η Ιωνική δωδεκάπολη (το πανιώνιον), η Δωρική και Αιολική εξάπολη. Και μετά την τεράστια οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη, αρχίζουν να εξαπλώνονται στα παράλια της Προποντίδος και του Ευξείνου Πόντου. Ενδεικτικά και ανακατεμένα αναφέρω μερικές πόλεις: Ινέπολη, Σινώπη, Φάτσα, Τρίπολη, Κοτύωρα (Ορντού), Κερασούντα, Αμισός (Σαμψούντα), Τραπεζούντα και το έσχατο όριο Ρίζαιον, Άτινα, Χόπα. Ακόμη απλώνονται και προς το εσωτερικό και σε ορεινά μέρη.

   Ήδη το 400 π.Χ. ο Ξενοφώντας με τους Μυρίους του βρέθηκε στον Πόντο, ανάμεσα σε βαρβαρικά φύλα. Όταν όμως έφτασε στην Τραπεζούντα, όπως ο ίδιος γράφει: «Βρήκε πόλη Ελληνική, κατοικημένη, πλούσια και μεγάλη». Εδώ οι κάτοικοι τους βοήθησαν και τελικά επέστρεψαν στην Ελλάδα.

Εδώ λοιπόν ήσαν οι Ελληνικές πόλεις, ζούσαν οι Πόντιοι, που μίλαγαν συνέχεια από τότε που εγκαταστάθηκαν την ίδια γλώσσα με τον Ξενοφώντα και τους Μυρίους του. Μίλαγαν την Ιωνική διάλεκτο και μπόρεσαν και συνεννοήθηκαν. 

t-align:justify'>   Ποιος όμως από τους καθηγητές μας, μας είπε ότι οι εκεί Έλληνες ήσαν οι Πόντιοι; Κανείς!

t-align:justify'>   Αλλά τώρα τα ιστορικά γεγονότα θα τα αφήσω για τους ιστορικούς, εγώ θέλω να καταδείξω τη συνέχεια του γένους μας στο διάβα των αιώνων μέσα από τα πολιτιστικά του στοιχεία.

   Τα χρόνια πέρασαν, ήρθε ο Χριστιανισμός. Πρώτοι και πολλοί μάρτυρες για του Χριστού την πίστη την Αγία, ήταν οι Έλληνες του Πόντου. Έγιναν Χριστιανοί αλλά έμειναν και Έλληνες ως τα κατάβαθα της ψυχής τους.

   Ακόμη μεγαλούργησαν με την ίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Εδώ στον Πόντο υπήρξαν Ακρίτες, θεματοφύλακες της πατρίδας, της φυλής, του γένους μας. Εδώ δημιουργήθηκαν τα Ακριτικά έπη, τα διαμάντια της έντεχνης και δημοτικής μας ποίησης κ.ά.

Βασικός δεσμός όλων των πόλεων του Πόντου, εκτός των άλλων, ήταν και η γλώσσα μας, η αρχαία ελληνική γλώσσα και μάλιστα η Ιωνική διάλεκτος, που μιλιέται ακόμη με δάνεια βέβαια τουρκικά, περσικά, αραβικά, κ.ά. από τους εξισλαμισθέντες βίαια στον Πόντο κατοίκους του Όφη και της Τόνγιας (Θοανία).

t-align:justify'>Αυτοί οι Έλληνες, οι Πόντιοι, όταν αποίκισαν, μετέφεραν στη νέα τους πατρίδα τις παραδόσεις τους, τα τραγούδια τους, τα ήθη και τα έθιμα τους, γενικά το λαϊκό πολιτισμό τους. Με την έλευση του Χριστιανισμού, πολλά από αυτά τα ήθη και έθιμα τα συνταίριαξαν έτσι, που τίποτε δε χάθηκε από αυτό που ειδικοί επιστήμονες ονόμασαν λαϊκό πολιτισμό. Αυτός ο λαϊκός πολιτισμός, από τα πανάρχαια χρόνια, απασχόλησε τους σοφούς μας και περιέλαβαν στοιχεία του και τα διέσωσαν στα έργα τους, όπως π.χ. έκανε ο Ηρόδοτος. Αυτά εξετάζει η επιστήμη της Λαογραφίας και ο Λαογράφος.

Αυτό όμως δεν γινότανε ευσυνείδητα, δεν ήταν η Επιστήμη της Λαογραφίας, ήταν απλώς θαυμαστά πράγματα, που είχαν κάνει εντύπωση στους σοφούς μας.

Αυτά όλα σήμερα τα εξετάζει μια ξεχωριστή επιστήμη, η Λαογραφία. Η Λαογραφία είναι πολύ νέα επιστήμη, που μελετά το σύνολο των εκδηλώσεων και των φαινομένων ενός λαϊκού πολιτισμού, δηλ. ήθη, έθιμα, τέχνη, λογοτεχνία, υλικό βίο κλπ.

Να πως ορίζει τη Λαογραφία ο αείμνηστος, (μα πολύ αγαπητός μου Δάσκαλος) Δημήτριος Λουκάτος καθηγητής του Πανεπιστημίου και επί σειρά ετών πρόεδρος της Λαογραφικής Εταιρείας.

«Η Λαογραφία ως παγκόσμια επιστήμη, ερευνά και μελετά τις αυθόρμητες και παραδοσιακές εκδηλώσεις (πνευματικές, ψυχικές, εργασιακές και βιωματικές) του κάθε λαού, στις κοινωνικές κυρίως, αλλά και στις ατομικές ή οικογενειακές ώρες του».

   Λαογραφία σημαίνει όχι μόνο την επιστήμη που μελετά το λαό στις εκδηλώσεις του, (όπως θα λέγαμε γεω-γραφία, κοσμό-γραφία, κ.ά.) αλλά και στο σύνολο των εκδηλώσεων του λαού, που πάμε να μελετήσουμε, ώστε π.χ. να λέμε ότι η Λαογραφία του τάδε χωριού παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον.

t-align:justify'>   Στην Ελλάδα η Λαογραφία καλλιεργήθηκε από αρχαιολογικό ενδιαφέρον, (τ’ άλλα είναι φιλολογικό και πατριωτικό ενδιαφέρον) γιατί οι ερευνητές ήθελαν να καταδείξουν και να τονίσουν τη συνέχεια της φυλής μας, από τα αρχαία μέχρι τα νεώτερα χρόνια, μέσω των λαογραφικών στοιχείων.

   Της αρχαιολογικής  και πατριωτικής κίνησης παιδί είναι ο Νικ. Γ.Πολίτης, ιδρυτής της λαογραφικής επιστήμης στην Ελλάδα. Ο Νικόλαος Γ. Πολίτης (1852-1921) ήταν φιλόλογος, λαογράφος και καθηγητής του Πανεπιστημίου.

 

Ο Νικ. Γ.Πολίτης στη συνέχεια κάνει τη λαογραφία Επιστήμη αυτοτελή και όχι υπηρετική της αρχαιολογίας και εισάγει κατά το έτος 1884, για να δηλώσει τη νέα επιστήμη, αντί του αγγλικού όρου folk-loze (γνώσεις του λαού), το ελληνικό όνομα, Λαογραφία.

t-align:justify'>   Η λέξη είναι Αλεξανδρινή και αρχικά δήλωνε άλλο πράγμα. Λαογραφία λεγότανε ο κεφαλικός φόρος, που κατέβαλε μεγάλο μέρος από αυτούς που κατοικούσαν στην Αίγυπτο από 14 ως 50 ετών.

Λαογράφοι ήσαν οι άρχοντες στα χωριά, που φρόντιζαν για τη λαογραφία.

t-align:justify'>Ο Νικ. Γ. Πολίτης τονίζει τα εξής:

«Παρά τη διαφορά της σημασίας που είχε στην Αίγυπτο, η λέξη είναι καταλληλότατη για την ονομασία μάθησης, που έχει υποκείμενο τη σπουδή του λαού. Παράγεται από το λαός + γράφω και προτείνει να παραβάλουμε τη λέξη με τη λέξη δημογραφία, που είναι η μελέτη του ανθρώπινου βίου, που βασίζεται στη στατιστική».

   Η εργασία του Λαογράφου είναι διπλή και συνίσταται στην καταγραφή και στην περιγραφή. Ο Λαογράφος από τη μια μεριά καταγράφει την προφορική παράδοση, τα μνημεία του λόγου και από την άλλη, περιγράφει τις πράξεις  ή τις ενέργειες που γίνονται κατά παράδοση.

Α΄ ΜΝΗΜΕΙΑ ΛΟΓΟΥ

Είναι πολλά, για την έλλειψη χρόνου, θα αναφέρω μερικά π.χ. ξόρκια, γητέματα, μύθοι, παροιμίες, παραμύθια, μετεωρολογικά φαινόμενα κ.ά.

Β΄ΟΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΠΟΥ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Π.χ. σπίτι, παιδί, φορεσιά, δημώδης ιατρική, χοροί, μουσική και μουσικά όργανα κ.ά.

   Από τη δημοσίευση λαογραφικού υλικού η επιστημονική ωφέλεια είναι πολύ μεγάλη, γιατί όσο πιο άφθονο είναι το λαογραφικό υλικό, τόσο πιο ακριβέστερα γίνεται γνωστός ο βίος του λαού, διαφωτίζονται πολλά ζητήματα και λύνονται πολλές απορίες και αμφιβολίες.  Δεν πρέπει οι συλλογείς να φοβούνται να δημοσιεύσουν ό,τι μάζεψαν, γιατί είναι γνωστά ή έχουν επανεκδοθεί.

   Οι αρετές που πρέπει να έχει η λαογραφική επιστήμη είναι η ακρίβεια και η σαφήνεια. Επίσης κατά τη συλλογή του υλικού, πρέπει να σημειώνεται ο τόπος (χωριό, επαρχία), αυτός που το είπε ή τραγούδησε κάποιο τραγούδι, το γένος, η ηλικία και η κοινωνική του κατάσταση. Ακόμη να εξηγείται η περιγραφή των πραγμάτων, κινήσεων κλπ με εικόνες. Το έργο αυτό σήμερα είναι πιο εύκολο, με τα τεχνικά μέσα που έχουμε (π.χ. video, cd, dvd κ.ά.).

t-align:justify'>Τελικά η λαογραφική συλλογή που δεν έχει τις αρετές της ακρίβειας και της σαφήνειας είναι άνευ σημασίας, μη υπολογίσιμη για την επιστήμη.

Πολλοί ξένοι πιο παλιά (18 αι. τέλη 19 αρχ.) αλλά και σήμερα ασχολήθηκαν και ασχολούνται με την Ελληνική λαογραφία και εργασίες τους δημοσιεύονται σε ανάλογα επιστημονικά περιοδικά, σχετικά με όλα τα θέματα που απασχολούν τη λαογραφία.

   Κι ενώ όλα αυτά υπάρχουν για τη μητροπολιτική Ελλάδα, δεν υπήρχε κάτι ολοκληρωμένο για τον Πόντο, μετά την εκρίζωση από τις προαιώνιες Εστίες μας και την Ανταλλαγή των πληθυσμών. Γιατί οι παππούδες μας και οι γονείς μας, της πρώτης εκείνης γενιάς των ξεριζωμένων, παρ’ ότι επέστρεψαν στη μητροπολιτική Ελλάδα, ένιωθαν ξένοι σε ξένο τόπο, χωρίς στήριγμα. Ο αείμνηστος ποιητής μας Ηλίας Αβρ. Τσιρκινίδης (1915-1999) σ’ ένα ποίημά του λέει ειδικά γι’ αυτούς και για το πως ένιωθαν.

«Επέμναμ’ αστερέωτοι

ση χώρας τα στερέας».

   Οι Έλληνες του Πόντου, πρόσφυγες πια γύρισαν πίσω στη μητροπολιτική Ελλάδα, μα τα μάτια της ψυχής τους ήταν στραμμένα εκεί, στη γενέθλια γη, στον Πόντο (σην πατρίδαν). Στεναγμοί νοσταλγίας, δάκρυα γι’ αυτούς που χάθηκαν και τους άφησαν πίσω, πόνος και φόβος για το άγνωστο, για την τύχη των παιδιών τους. Μέσα σ’ αυτό το ανακάτεμα, την απελπισία, το άγνωστο μέλλον, οι πνευματικοί μας άνθρωποι όρθωσαν το ανάστημα τους και κάλεσαν σε συναγερμό όλους τους συμπατριώτες μας.  Τους φώναξαν να σηκώσουν το ανάστημά τους, να θυμηθούν και να γράψουν, ό,τι ήξεραν, ό,τι θυμούνταν, ό,τι έζησαν εκεί στην πατρίδα, για να μην πάρουν το δρόμο της λησμονιάς.    Στον αγώνα αυτό πρωτοστατεί μια ομάδα Ποντίων διανοούμενων, που ιδρύουν το 1927 την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών (Ε.Π.Μ.)

   Ιδρύεται η Ε.Π.Μ. με πρωτοβουλία του γιατρού Θ.Θεοφύλακτου και την ηγεσία του τελευταίου Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθου και πάσης Ελλάδος. Ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη αναφέρω και τον Αρχιμανδρίτη Άνθιμο Α. Παπαδόπουλο, φιλόλογο, συντάκτη και διευθυντή του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής γλώσσας της Ακαδημίας Αθηνών, τον Δημοσθένη Οικονομίδη, τον Λεωνίδη Ιασονίδη κ.ά.

   Σπουδαία υπήρξε η πρωτοβουλία της Ε.Π.Μ. να οργανώσει το 1981 το πρώτο συμπόσιο Λαογραφίας, που στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Πήραν μέρος επίλεκτα μέλη του πνευματικού μας κόσμου και οι εισηγήσεις τους δημοσιεύτηκαν στον 38 τόμο του «Αρχείον Πόντου» 1981.

   Λαογραφικό υλικό συγκεντρώνουν επίσης οι: Ξενοφών Ακογλου (Ξένος Ξενίτας) στο περιοδικό «Χρονικά του Πόντου», ο Νίκος Καπνάς στο περιοδικό «Ποντιακά Φύλλα»,  ο Φίλων Κτενίδης στο περιοδικό «Ποντιακή Εστία».

   Έργο ολοκληρωμένο και κολοσσιαίο είναι ΤΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΆ ΚΟΤΥΩΡΩΝ σε δύο τόμους του Ξενοφώντος Άκογλου. Α΄τόμος 532 σελ. (1939), Β΄τόμος σελ.439 (1964). Περιέχει τα πάντα από τη ζωή των Κοτυώρων, κατοικίες, ήθη, έθιμα, τραγούδια, παιδεία, κ.ά.

   Και οι πνευματικοί μας άνθρωποι είχαν επίγνωση για όσα έλεγαν και προέτρεπαν τους πρόσφυγες Πόντιους να συγκεντρώνουν υλικό, να μη χαθεί τίποτε. Κι ακόμη και απλοί άνθρωποι, του δημοτικού, είχαν την ίδια έγνοια. Ο πατέρας του Χριστόφορου Χριστοφορίδη, π.προέδρου του ΚΟΠΑ, ο Στάθης Χριστοφορίδης – Σάρπογλης θυμάται τα λόγια της γιαγιάς του εκεί στον Πόντο, που τον προέτρεπε να γράψει όλα όσα έζησαν στην πατρίδα για να μην ξεχαστούν.

t-align:justify'>«Ακούς σεϊρόπο μ’ ακούς; Αούτα το λέγουμε και το θα λέγουμε, βάλεν ατα καλά’ς σ’ και γράψον ατα, να μη ανασπάλ’ κουν».

Και ο Στάθης ο Σάρπογλης τα έγραψε «να μη βζήουν τ’ ονέματά τουν» τα έγραψε σε τρία βιβλία με το γενικό τίτλο «ΜΑΥΡΑ ΚΑΙΡΟΥΣ ΚΑΙ ΜΑΥΡΑ ΗΜΕΡΑΣ» που επιμελήθηκε και τα εξέδωσε ο άξιος γιός του Χριστόφορος Χριστοφορίδης, 1986, 1989, 1993).

   Θησαυρός λαογραφικών στοιχείων είναι και το διήγημα (νουβέλα) του Γεωργίου Ζερζελίδη «ΤΟ ΚΑΛΑΝΤΟΝΕΡΟ» σελ.75, 1950. (αμίλητο νερό, πρωτοχρονιάτικα έθιμα, κτίσματα, σκεύη, έπιπλα, οι Μωμόγεροι κ.ά.).

Άλλο παρόμοιο βιβλίο τα «ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ  ΛΑΡΑΧΑΝΗΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ» του Ελευθέριου Ευσταθ.Ελευθεριάδη, έκδοση του ΚΟΠΑ 1992. Λαογραφικός θησαυρός για τη ζωή στη Λαραχανή.

Με τη λαογραφία ασχολούνται και δημοσιεύουν στα διάφορα περιοδικά κι άλλοι αξιόλογοι πνευματικοί μας άνθρωποι.

t-align:justify'>Ο Στάθης Αθανασιάδης (Σάντα), ο Αθανάσιος Παρχαρίδης, ο Δ.Κ. Παπαδόπουλος-Σταυριώτης (Σταυρί), ο Μιλτιάδης Νυμφόπουλος, ο Παντελής Η. Μελανοφρύδης, ο Γ.Θ. Κανδηλάπτης (Κάνις) (για Χαλδία-Αργυρούπολη) κ.ά. Όλοι αυτοί εργάστηκαν άοκνα, συγκέντρωσαν και δημοσίευσαν όπου εύρισκαν το λαογραφικό θησαυρό του αξιομνημόνευτου ποντιακού πολιτισμού.

   Ο ποντιακός πολιτισμός κλείνει μέσα του τόσες παραδόσεις, τόσες πτυχές ειρηνικής ζωής, τόσα ήθη και έθιμα που σίγουρα θα χανόταν στο διάβα των χρόνων μετά  τον ξεριζωμό  από τις προαιώνιες εστίες μας.

t-align:justify'>Κι όμως μέσα στη γρήγορη εξέλιξη που παρουσίασε και παρουσιάζει η νέα ζωή, αυτός ο πλούτος  του ποντιακού ελληνισμού, δε χάθηκε, δεν καταποντίστηκε, αφού αποθησαυρίστηκε και αφού μεταλαμπαδεύεται από τον παππού στον πατέρα κι από τον πατέρα στο παιδί.

Όλα όμως τα λαογραφικά στοιχεία είναι σκόρπια. Αν π.χ. θέλει κάποιος να βρει πως γιορταζότανε το Πάσχα ή τα Χριστούγεννα στις διάφορες περιοχές του Πόντου, ποια κάλαντα, λέγανε, ήταν ίδια παντού, τι έθιμα και τι συνήθειες είχαν κατά τις αγροτικές εργασίες;

Πως γιόρταζαν τις διάφορες γιορτές στα χωριά και στις πόλεις, τι έκαναν στη διάρκεια των νηστειών; Για να βρει αυτά και άλλα πολλά κάποιος, έπρεπε να ψάξει σε πολλά έντυπα με αμφίβολα αποτελέσματα. Βέβαια καταγράφηκαν σχεδόν όλα από τους πατέρες μας, μα είναι όλα διασκορπισμένη στα περιοδικά που ανέφερα και σε πολλά άλλα, που όμως υπήρξαν βραχύβρια για οικονομικούς λόγους.

   Έπρεπε να γίνει μια συνθετική δουλειά, ώστε ο αναγνώστης, ο ενδιαφερόμενος να βρίσκει συγκεντρωμένο το υλικό που αφορά ένα θέμα, σ’ ένα βιβλίο. Αυτή η συνθετική εργασία, που φαίνεται στην αρχή εύκολη, απαιτεί πολύ χρόνο, υπομονή και πολύ διάβασμα, ώστε να βρεθεί το υλικό που αφορά το θέμα που θα διαπραγματεύεται κάθε φορά αυτός που θα κάνει τη συνθετική δουλειά.

   Σχετικά με τη σημασία της συνθετικής δουλειάς, ο καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών και λεξικογράφος Ν.Π.Ανδριώτης (ΧτΠ.10, 1944,212) γράφει: «Η έρευνα της ιστορίας, της λαογραφίας και της γλώσσας των Ελλήνων του Πόντου έκανε την Ανταλλαγή (πληθυσμών) και πάνω στο έδαφος της ελεύθερης πατρίδας μεγάλα βήματα προόδου» … έτσι και οι Πόντιοι φιλοτιμήθηκαν να μαζέψουν με θρησκευτική ευλάβεια τις ιερές παρακαταθήκες του ιστορικού τους παρελθόντος και να τις αποθησαυρίσουν οι ίδιοι, ώστε να μείνουν κτήμα των ερχόμενων γενεών.

Έτσι συγκεντρώθηκαν χρόνια τώρα στις σελίδες των ποντιακών περιοδικών από το : «Αρχείον Πόντου», τα «Ποντιακά Φύλλα», τα «Χρονικά του Πόντου» και σε βιβλία, όπως τα «Λαογραφικά Κοτυώρων» του Ξ.Άκογλου, πλουσιότατο υλικό κάθε λογής που η μεγάλη αξία του θα εκτιμηθεί αργότερα;  Όταν σβήσει πια η γενιά που το έφερε μαζί της από την ευτυχισμένη πατρική γη.

Αλλά όπως ξέρουμε, η συγκέντρωση υλικού δεν είναι το τέρμα παρά η αρχή του έργου.

 

«Τελικός σκοπός είναι οι συνθετικές ιστορικές, λαογραφικές κλπ μελέτες που θα γραφούν στηριγμένες στο υλικό αυτό. Οι μελέτες αυτές φυσικά δεν πρέπει ούτε πρόωρες να είναι, πριν να συγκεντρωθεί το υλικό με το οποίο θα χτιστούν, αλλά ούτε και πολύ καθυστερημένες. Καιρός να αρχίσουμε να συναρμολογούμε …». Αυτά έγραφε τότε το 1944 ο καθηγητής Πανεπιστημίου Ν.Π.Ανδριώτης.

   Με τη σκέψη να βρει ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης, ερευνητής, συγκεντρωμένο κάποιο υλικό σ’ ένα συγκεκριμένο θέμα, άρχισα να εργάζομαι για τη συγγραφή του βιβλίου μου «ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ – Οι 4 εποχές και οι μήνες τους».

   Η εργασία που έκανα εδώ είναι καθαρά συνθετική. Η δομή του βιβλίου μου είναι η εξής:

Τι είναι Έτος – Χρόνος, πως τον παρίσταναν στον Πόντο. Μετά αρχίζω με την Άνοιξη, πως την υποδεχόντουσαν, ποιες ασχολίες, γενικά, των κατοίκων. Τότε άρχιζε η μετανάστευση.  Το ίδιο γίνεται για όλες τις εποχές.

Μετά από κάθε εποχή ακολουθούν οι αντίστοιχοι μήνες της. Εδώ ακολουθείται ένα στερεότυπο σχήμα:

   Από που προήλθε το όνομα του μήνα; Ποια άλλα ονόματα έχει στον Πόντο, ποιες άλλες λέξεις παράγονται από το όνομα του κάθε μήνα; Τι έκαναν την πρώτη αυτού του μήνα, ποια μετεωρολογικά φαινόμενα συνέδεαν με αυτόν; π.χ. Τα Μερομήνια (που ήταν παρατηρήσεις σχετικές με τον καρό). Ποιες παροιμίες, αινίγματα, παραδόσεις, δοξασίες συνδέονται με τον κάθε μήνα;

   Ασχολίες των κατοίκων κατά το μήνα αυτό.  Γιορτές αυτού του μήνα και λαογραφικά έθιμα που συνδέονται με αυτές. π.χ. Κατά την Άνοιξη έχουμε το χελιδόνισμα, έθιμο που έχει την προέλευσή του από τα πανάρχαια χρόνια, τη στριφτή κλωστή κόκκινη-άσπρη του Μάρτη που έβαζαν και μέχρι σήμερα βάζουν οι μάνες στα παιδιά τους. Πάσχα, πασχαλινά έθιμα και τραγούδια, η Ανάληψη, η Πεντηκοστή, το Ψυχοσάββατο του Μάη, του Αγίου Πνεύματος κ.ά.

Παρχάρια και παρχαρομάνες και γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες με τα σχετικά έθιμα. Ο χειμώνας, ο Δεκέμβρης, Γενάρης και οι αντίστοιχες γιορτές με συλλογή καλάντων απ’ όλο τον Πόντο. Τα έθιμα του Δωδεκαήμερου, δηλ. από μέρα Χριστουγέννων μέχρι τα Φώτα κ.ά.

   Κλείνοντας επαναλαμβάνω κι εγώ τα λόγια της γιαγιάς του Στάθη Χριστοφορίδη-Σάρπογλη: «Ακούς σεϊροπο μ’ ακούς, γράψον’ ατα, να μη ανασπάλκουταν». Δηλ. «Ακούς καρδούλα μου ή παιδάκι μου, ακούς, να τα γράψεις αυτά που λέω, για να μη ξεχαστούν».

   Να συγκεντρώνετε (λοιπόν) υλικό και να γράφετε και σεις, ο καθένας έχει και κάτι να πει από τους δικούς του, γιατί συνδέεται η τωρινή ψυχική μας ζωή με αυτή που έκλεισε πριν από χρόνια, το 1923 με την Ανταλλαγή των πληθυσμών και τον εκπατρισμό από τη γενέθλια γη και έχει πολλά ακόμη. Κι αν τότε οι παππούδες μας και οι γονείς μας ήταν για τους ντόπιους οι «πρόσφυγες», οι «αούτηδες», οι «Τουρκόσποροι» σήμερα έχουμε αποδείξει σε όλους με τα έργα μας, με τη δράση μας, ότι είμαστε όχι απλώς Έλληνες αλλά Τραντέλληνες.