Βιογραφίες

Χρύσανθος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών ο από Τραπεζούντος (1881-1949)

 

Ο Χρύσανθος, κατά κόσμον Χαρίλαος Φιλιππίδης, γεννήθηκε το 1881 στην Κομοτηνή. Τις πρώτες σπουδές έκανε στα σχολεία της Κομοτηνής και Ξάνθης και το 1897 εισήχθη στη Θεολογική Σχολή Χάλκης, οπότε και απεφοίτησε αριστεύσας το 1903. Αφού χειροτονήθηκε διάκονος και από Χαρίλαος μετονομάστηκε Χρύσανθος προσλήφθηκε στη διακονία του Μητροπολίτη Τραπεζούντας Κωνσταντίου Καρατζοπούλου αναλαμβάνοντας και τα καθήκοντα ιεροκήρυκα και καθηγητή των θρησκευτικών στο περιώνυμο Ελληνικό Φροντιστήριο Τραπεζούντας.

 

Ο προϊστάμενός του Κωνστάντιος γρήγορα διείδε την διοικητική του ικανότητα και γι΄ αυτό φεύγοντας για την Κωνσταντινούπολη τον άφησε αρχιερατικό επίτροπο. Τον Δεκέμβριο του 1906 η Μεγάλη Εκκλησία αποφάσισε να εφαρμόσει το κοινοβιακό σύστημα στην πατριαρχική μονή Σουμελά. Ο Κωνστάντιος, αντί να πάει ο ίδιος στη μονή για την εφαρμογή της πατριαρχικής απόφασης, έστειλε ως αντιπρόσωπό του τον Χρύσανθο, ο οποίος εξετέλεσε επιτυχώς την αποστολή. Επέβαλε το κοινοβιακό σύστημα, έλεγξε την οικονομική διαχείριση και κατέγραψε την ακίνητη και κινητή περιουσία συμπεριλαμβανομένων και των πολύτιμων κειμηλίων, με βάση λεπτομερή και ακριβή κώδικα, τον οποίο είχε καταρτίσει προηγουμένως ο επόπτης της μονής Μητροπολίτης Ροδοπόλεως Γερβάσιος Σαρασίτης.

 

Κατά την πενταετή εκκλησιαστική, εκπαιδευτική και διοικητική υπηρεσία του ο νεαρός διάκονος Χρύσανθος απέκτησε αμέριστη την εκτίμηση της Ελληνικής κοινωνίας της Τραπεζούντας για το σεμνό και άψογο ήθος, τον σοβαρό χαρακτήρα και την διοικητική του ικανότητα. Δύο μεγάλοι στυλοβάτες της κοινότητας, ο Γεώργιος Φωστηρόπουλος και ο Κωνσταντίνος Θεοφύλακτος, τον βοηθούν χρηματικώς για να συνεχίσει επί τετραετία τις σπουδές του στα πανεπιστήμια της Λωζάνης και της Λειψίας.

 

Όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη το 1911 διορίστηκε από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ αρχειοφύλακας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και διευθυντής και αρχισυντάκτης της «Εκκλησιαστικής Αλήθειας», του επίσημου εβδομαδιαίου δημοσιογραφικού οργάνου του Πατριαρχείου.

 

Το 1912 το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον έστειλε ως έξαρχο στη Βενετία για να ερευνήσει την κατάσταση της εκεί ορθοδόξου Ελληνικής κοινότητας και να υποβάλει σχετική έκθεση.

 

Στις 18 Μαΐου 1913 το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον εκλέγει Μητροπολίτη Τραπεζούντας, ο οποίος αναδείχθηκε μέσα στα επόμενα δύσκολα χρόνια, όχι μόνο υπέροχος ιεράρχης αλλά και εθνάρχης. Συγκεκριμένα :

 

Όταν ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος μετάβαλε την Τραπεζούντα και τον Πόντο γενικότερα σε περιοχή πολεμικής δράσης και άτακτα στίφη τουρκικού όχλου άρχισαν να περιέρχονται τη χώρα και να επιδίδονται σε λεηλασίες και να πράττουν ποικίλες κακοποιήσεις των Ελλήνων, ο Χρύσανθος προκειμένου να περιοριστεί το κακό, προσπάθησε να πείσει την τουρκικές αρχές περί της απόλυτης νομιμοφροσύνης των Ελλήνων. Και πρώτος έσπευσε να εγγυηθεί ο ίδιος με προσωπική του ευθύνη προς τον γεν. διοικητή του νομού Τζεμάλ Αζμή Βέη.  Ταυτόχρονα όμως έσπευσε να συνεννοηθεί και με τα ελληνικά κέντρα των γειτονικών επαρχιών Ροδοπόλεως και Χαλδίας και να δώσει τις κατάλληλες οδηγίες προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα. Η ενέργεια αυτή ετελεσφόρησε και επήλθε σχετική ησυχία των Ελλήνων. Έτσι πάντα με τις ενέργειες του Χρυσάνθου μετριάζονταν οι πιέσεις κατά των χριστιανών.

 

Κατά την διετή ρωσική κατοχή της Τραπεζούντας η δράση του επεκτάθηκε και στην κοινωνική πρόνοια χωρίς διάκριση φυλής ή θρησκείας. Υπό την καθοδήγησή του η Φιλόπτωχος Αδελφότητα Τραπεζούντας περιέθαλψε δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες, Έλληνες, Αρμένιους και Τούρκους, χάρη στη γενναία δωρεά την Ποντίων που ζούσαν στην Ρωσία και των εκατοντάδων χιλιάδων ρουβλίων της ρωσικής κυβέρνησης. Αντίθετα στις περιοχές του Πόντου εκτός των ορίων της ρωσοκρατούμενης περιφέρειας, η τουρκική κυβέρνηση εκτελούσε μέγα κακούργημα με την εκρίζωση του Ποντιακού Ελληνισμού. Όταν πάλι η περιφέρεια της Τραπεζούντας πέρασε στη διοίκηση της τουρκικής κυβέρνησης, ο διοικητής της τρίτης στρατιάς της οθωμανικής αυτοκρατορίας γράφει επιστολή στην ελληνική την οποία υπογράφει ιδιοχείρως : «Σεβασμιώτατε, είναι ημίν τελείως αλησμόνητος η όλως πατρική και πρόφρων μέριμνα και προστασία της Υμετέρας Σεβασμιότητος απέναντι του Οθωμανικού στοιχείου κατά την αποχώρησιν των αυτοκρατορικών στρατευμάτων και είσοδον των Ρωσικών εις Τραπεζούντα.....»

 

Τον Οκτώβριο του 1918 έγινε ανακωχή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και οι Έλληνες του Πόντου νόμισαν ότι θα πραγματοποιηθούν οι υποσχέσεις των Συμμάχων και οι προκηρύξεις του Αμερικανού προέδρου Wilson περί αυτοδιαθέσεως των λαών. Έτσι στην αρχή του 1919  ο εθνάρχης μετέβη στο Παρίσι, στην διάσκεψη της ειρήνης, προκειμένου να ενεργήσει για την εκπλήρωση των εθνικών πόθων του υπόδουλου γένους. Ο Χρύσανθος υπέβαλε υπόμνημα, όπου προσπαθούσε να πιστοποιήσει την ελληνικότητα του Πόντου και την σύμπνοια και πρόθυμη συνεργασία του Ελληνικού και Μουσουλμανικού πληθυσμού. Όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη προσπάθησε να πραγματοποιήσει όλα έλεγε το υπόμνημα και συνεργάστηκε με έγκριτους Τούρκους και Ποντίους περί αυτονομίας του Πόντου με ισοπολιτεία Ελλήνων και Τούρκων. Τότε τέθηκαν οι πρώτες βάσεις αυτής της αυτόνομης ισοπολιτείας.

 

Το Δεκέμβριο του 1919 ο Χρύσανθος, και αφού είχε επιστρέψει στην Τραεζούντα, μετέβη στην Τιφλίδα πρωτεύουσα της Γεωργίας, όπου εργάστηκε για την επανασύσταση της αυτοκέφαλης ορθόδοξης εκκλησίας της χώρας. Από εκεί μετέβη στο Εριβάν, πρωτεύουσα της νεοσύστατης Αρμένικης δημοκρατίας, όπου διαπραγματεύθηκε τη σύσταση Ποντοαρμενικής Ομοσπονδίας με την Αρμενική κυβέρνηση. Αφού καθορίστηκαν οι βάσεις συνεργασίας, πολιτικής και στρατιωτικής, έγινε η συμφωνία τον Ιανουάριο 1920 στο Παρίσι μεταξύ της Ελληνικής και Αρμένικης αποστολής. Αλλά αυτοί οι οραματισμοί διαλύθηκαν ως όνειρα υπό την επανάσταση του Μουσταφά Κεμάλ, τον οποίο βοήθησαν οι Σύμμαχοι για να επικρατήσει στην Ανατολή. Και ο Ελληνισμός του Πόντου αναγκάστηκε να συμπτυχθεί αριθμητικώς και γεωγραφικώς. Εκριζώθηκε από την γεννέθλια γη του. Ο ίδιος εκτεθειμένος στην οργή των Κεμαλικών Τούρκων για τις πολιτικές του ενέργειες, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, που διατελούσε υπό συμμαχική κατοχή,  για ασφάλεια. Κατά το χρόνο της εκεί παραμονής του καταδικάστηκε σε θάνατο στις 20 Σεπτεμβρίου 1921 από το διαβόητο δικαστήριο της ανεξαρτησίας, το οποίο με ίδια απόφαση έστειλε με μια μονοκονδυλιά στην κρεμάλα 69 προκρίτους Έλληνες κυρίως από την Αμισό. Το δικαστήριο αυτό συστήθηκε από τον Κεμάλ στην Αμάσεια για να προβεί σε δικαστικές δολοφονίες με το πρόσχημα της προδοσίας.

 

Ο Χρύσανθος ήλθε στην Αθήνα το 1922 και το 1926 ορίστηκε αποκρισάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το 1927 εστάλη στην Αλβανία για να τακτοποιήσει την ανώμαλη κατάσταση που επικρατούσε από χρόνια στην εκεί ορθόδοξη Ελληνική εκκλησία. Ανέλαβε επίσης 3 αποστολές στο Άγιο Όρος και μία στη Δαμασκό για επίλυση εκκλησιαστικών ζητημάτων.

 

Το Δεκέμβριο του 1938 εκλέχτηκε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Όταν τον Απρίλιο του 1941 οι Γερμανοί κατέλαβαν την Αθήνα και τον κάλεσαν να μετάσχει επίσημα ως πρόεδρος επιτροπής για την παράδοση της πόλης των Αθηνών στους Γερμανούς, ο ίδιος είπε «ο Αρχιεπίσκοπος δεν δέχεται να μετέχη εις επιτροπήν δια την παράδοσιν της πόλεως εις τον εχθρόν, έργον του Αρχιεπισκόπου είναι όχι να υποδουλώνη, αλλά να ελευθερώνη». Όταν υπεδείχθη ότι διακινδυνεύει τη θέση του με την άκαμπτη στάση του, εκείνος απάντησε απτόητος «όχι μόνον τον θρόνον αλλά και την ζωήν είμαι έτοιμος να θυσιάσω δια το καθήκον μου». Έτσι ο Χρύσανθος εκθρονίστηκε στις 2 Ιουλίου 1941, οπότε και αποσύρθηκε στο σπιτάκι του στην Κυψέλη, οδός Σουμελά. Εκεί έμεινε εγκάθειρκτος σε όλη τη διάρκεια της κατοχής και ζούσε με στερήσεις και πάμφτωχος, συντηρούμενος από τη γενναιοδωρία των φίλων. Αλλά και μετά την απελευθέρωση, πράος εξ ιδιοσυγκρασίας, παρέμεινε σε πλήρη αφάνεια. Δεν επεδίωξε να επανέλθει στον θρόνο για να μην δημιουργηθούν εσωτερικές ανωμαλίες σε καιρούς χαλεπούς για το έθνος. Αρκέστηκε απλώς να υποβάλει και τυπική παραίτηση από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στο ερημητήριό του της οδού Σουμελά μέχρι το θάνατό του (28 Σεπτεμβρίου 1949). Δύο μέρες πριν το επισκέφτηκαν η Α.Μ. η βασίλισσα μαζί με την πριγκίπισσα Ελένη του Νικολάου για να του απονείμουν τον μεγαλόσταυρο του Σωτήρος.

 

Όσο για την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, όταν του ανακοίνωσαν την σκέψη ιδρύσεώς της, εκείνος επεκρότησε ενθουσιασμένος και δέχτηκε πρόθυμα την προεδρία λέγοντας «έχω συνδέσει το όνομά μου με την Τραπεζούντα, εφόσον λέγομαι Μητροπολίτης Τραπεζούντος, και δεν δύναμαι ν΄ αρνηθώ τας υπηρεσίας μου εις ό,τι αφορά τον Ποντιακόν Ελληνισμόν». Έτσι συστάθηκε η Επιτροπή, η οποία άρχισε αμέσως την έκδοση του δικού της περιοδικού, του «Αρχείου Πόντου». Αυτό υπήρξε, αν όχι το μόνο, από τα σπουδαιότερα ελατήρια που τον παρότρυναν στη συγγραφή του μεγάλου έργου του «Εκκλησία Τραπεζούντος», το οποίο αποτελεί και τον 4ο-5ο τόμο του «Αρχείου Πόντου». Για το σπουδαιότατο αυτό έργο του βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών και το χρηματικό έπαθλο το προσφέρει στο «Αρχείον Πόντου». Η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τον ανακήρυξε επίτιμο διδάκτορα και η Ακαδημία Αθηνών τον εξέλεξε Ακαδημαϊκό.

 

Ο από Τραπεζούντος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος έμεινε στην αιωνιότητα ως παράδειγμα άριστου ανθρώπου, πατριώτη, βαθυστόχαστου επιστήμονα και μεγάλου αρχιερέα.

 

 

 

 

Άνθιμος Α. Παπαδόπουλος (1878-1962)

 

Ο Αρχιμανδρίτης Άνθιμος Α. Παπαδόπουλος γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1878 στο χωριό Καράκαγια της περιφέρειας Αργυρούπολης του Πόντου και βαπτίστηκε Αλέξανδρος. Ήταν ο μικρότερος γιος της οικογένειας Ιάκωβου Παπαδόπουλου. Ο πατέρας του, που χειροτονήθηκε ιερέας με το όνομα Αντώνιος, προς το τέλος της ζωής του μπήκε στη μονή Αγίου Γεωργίου Χουτουρά παίρνοντας μαζί του και το νεαρό Αλέξανδρο. Ο Αλέξανδρος αφού φοίτησε στο δημοτικό σχολείο του χωριού Χουτουρά μετά μπήκε στο σχολαρχείο Αργυρούπολης.

 

Το 1897 ο Αλέξανδρος κείρεται μοναχός της μονής με το όνομα Άνθιμος και χειροτονείται διάκονος. Την επόμενη χρονιά τελειώνει τις γυμνασιακές του σπουδές στην Ροδοκανάκειο Ιερατική Σχολή Καισαρείας Καππαδοκίας. Μετά την αποφοίτησή του προσλαμβάνεται ως διάκονος και γραμματέας της μητρόπολης Ροδοπόλεως, υπό τον μητροπολίτη Γερβάσιο Σαρασίτη. Το 1905 έρχεται στην Αθήνα και γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου από την οποία αποφοιτά αριστούχος στις 31 Μαρτίου 1910. Τέλος στις 13 Φεβρουαρίου 1933 αναγορεύεται διδάκτωρ της Σχολής με τον βαθμό «άριστα».

 

Το Σεπτέμβριο του 1910 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Ιεροδιδασκαλείου «Ανατολή» στη Σάμο, όπου και διδάσκει τα Αρχαία Ελληνικά. Μετά δύο χρόνια, το 1912, ύστερα από παράκληση του μητροπολίτη Χαλδίας Λαυρέντιου Παπαδόπουλου, αναδιοργανώνει το ιεροδιδασκαλείο του Πόντου της Πρασσάρεως Κερασούντας και το διευθύνει για δύο χρόνια. Το 1914 βρίσκεται στην Αθήνα και αποκλεισμένος λόγω των πολεμικών γεγονότων διορίζεται συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής, ενώ το 1932 γίνεται διευθυντής μέχρι το 1945. Το 1950 αναλαμβάνει πάλι τη διεύθυνση του Ιστορικού Λεξικού για δύο χρόνια, αλλά πριν τη λήξη της θητείας του για λόγους υγείας αποχωρεί οριστικά.

 

Το 1911 ο Άνθιμος Παπαδόπουλος χειροτονήθηκε από το μητροπολίτη Χαλκίδος Χρυσάνθου ιερομόναχος και κατόπιν ως αρχιμανδρίτης υπηρέτησε για σαράντα χρόνια ως εφημέριος και πνευματικός ηγέτης του Αμαλιείου Ορφανοτροφείου Αθηνών.

 

Υπήρξε μέλος πολλών κοινωνικών, εθνικών και επιστημονικών σωματείων και συλλόγων. Μεταξύ αυτών και την Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, της οποίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος, γεν. γραμματέας και πρόεδρος από το 1949 ως την ημέρα του θανάτου του, στις 2 Φεβρουαρίου 1962. Διεύθυνε το περιοδικό της Επιτροπής, το «Αρχείον Πόντου» ως το 1952, οπότε και ασθενής παραιτήθηκε, ενώ τη διεύθυνση ανέλαβε τότε ο γεν. γραμμ. Οδ. Λαμψίδης. Στο «Αρχείον Πόντου» δημοσιεύονται δύο ανεκτίμητα έργα του, η «Ιστορική Γραμματική της Ποντικής Διαλέκτου», παρ.1 (1955) και το «Ιστορικό Λεξικό της Ποντικής Διαλέκτου», παρ. 3, τόμος πρώτος Α-Λ (1958-60) και τόμος δεύτερος Μ-Ω (1961).

 

Η Ακαδημία Αθηνών στις 24 Μαρτίου 1953 του απένειμε τιμητική διάκριση για τη μακροχρόνια εθνική και επιστημονική του δράση. Ο Άνθιμος Α. Παπαδόπουλος προσέφερε πολλά στην Εκκλησία, το Έθνος, την Επιστήμη, στον Ποντιακό Ελληνισμό.

 

 

Νικόλαος Λιθοξόος (1868-1938)

 

Ο Νικόλαος Λιθοξόος γεννήθηκε το 1868 στις Σαράντα Εκκλησιές της Θράκης, όπου σπούδασε και τα πρώτα γράμματα. Μετά μπήκε στην Πατριαρχική Κεντρική Ιερατική Σχολή της Κωνσταντινούπολης και συνέχεια στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Αθήνας σπουδάζοντας φιλολογία.

 

Μετά το πέρας των Πανεπιστημιακών του σπουδών υπηρέτησε για λίγο χρονικό διάστημα στην Ελλάδα και το 1893 διορίζεται διευθυντής του Ελληνικού Φροντιστηρίου Τραπεζούντας. Το 1900 πηγαίνει για τέσσερα χρόνια στη Γενεύη και Ιένη για ανώτερες παιδαγωγικές σπουδές και το 1904 επιστρέφει πάλι στην Τραπεζούντα ως διευθυντής του Φροντιστηρίου, το οποίο περιλάμβανε πλήρες Γυμνάσιο, διδασκαλείο και εμπορική σχολή. Τη διεύθυνση του Φροντιστηρίου είχε ο Ν. Λιθοξόος ως το 1918, οπότε με την ανακατάληψη της Τραπεζούντας από τους Τούρκους, αναχωρεί με την οικογένειά του για τη Ρωσία. Καθ’ όλο το διάστημα της διεύθυνσης του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας ο Λιθοξόος προήγε την όλη παιδεία στον Πόντο  τον οποίο εμπλούτισε με χρηστούς πολίτες και εμπνευσμένους δασκάλους.

 

Το 1919 κλήθηκε να διευθύνει την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, της οποίας χρημάτισε και τελευταίος Γυμνασιάρχης μέχρι το έτος 1922. Καταφεύγοντας στην Ελλάδα διορίζεται Γυμνασιάρχης στη Νάξο και κατόπιν στην Αθήνα, από όπου και συνταξιοδοτείται. Έζησε ευτυχής ανάμεσα στα μέλη της οικογένειάς του μέχρι το θάνατό του το 1938.

 

Υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών.

 

 

Χρήστος Καλαντίδης (1876-1946)

 

Ο Χρήστος Καλαντίδης γεννήθηκε στην παραλιακή πόλη του Πόντου Ρίζαι. Γιος εύπορου εμπόρου, αφού τελείωσε την Αστική Σχολή της γενέτειράς του και φοίτησε για ένα χρόνο στην περιώνυμο Μεγάλη Σχολή του Γένους στο Φανάρι, γράφτηκε στο Γυμνάσιο της Τραπεζούντας, το διάσημο Φροντιστήριο, από το οποίο απεφοίτησε το 1894. Μετά το τέλος των γυμνασιακών του σπουδών γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μάλιστα στην Ιατρική Σχολή.

 

Η φιλοπατρία και ο ενθουσιασμός του υπέρ των εθνικών ιδεών εκδηλώθηκε πολύ νωρίς, όταν από φοιτητής έσπευσε εθελοντής στον ατυχή πόλεμο του 1897, γεγονός που τον στέρησε από τη χαρά της επανόδου στην πατρίδα του στον Πόντο. Από τότε εγκαταστάθηκε μονίμως στην Αθήνα.

 

Ως γιατρός ειδικεύτηκε στον πρωτοφανή τότε κλάδο της Ακτινοθεραπείας. Ο Χρήστος Καλαντίδης ήταν ο πρώτος ιδρυτής Ακτινολογικού Ιατρείου στην Ελλάδα με τα τελειότερα σύγχρονα μηχανήματα. Σε σύντομο χρονικό διάστημα τον κάλεσαν να αναλάβει το ακτινολογικό τμήμα του θεραπευτηρίου «Ευαγγελισμός», το οποίο διηύθυνε για πολλά χρόνια. Άρτια μορφωμένος επιστήμονας παρακολουθούσε αόκνως τις εκάστοτε προόδους της ιατρικής επιστήμης, εξασφαλίζοντας τιμητική θέση σε διεθνή συνέδρια και επιστημονικές εταιρείες και προέβη σε σοβαρές ανακοινώσεις. Δίδαξε πολλούς νέους ακτινολόγους, κατήρτισε δικό του θεραπευτήριο και θεράπευσε αφιλοκερδώς πλήθος αρρώστων.

 

Αργότερα αναμίχθηκε σε όλες τις εθνικές κινήσεις. Υπήρξε πρόεδρος της οργανώσεως υπέρ των δικαίων του Πόντου, την στέγασε στα γραφεία του, την συντήρησε, την ενίσχυσε υλικώς και ηθικώς με το κύρος των αρετών και της ακεραιότητός του. Και όταν κατέρρευσαν τα όνειρα και ακολούθησε η τραγική εθνική συμφορά, κατηύθυνε όλη τη δραστηριότητα προς περισυλλογή και αναστύλωση των ερειπίων συνεργαζόμενος στο Ταμείο Ανταλλαξίμων για να εφοδιάσει τους προσφυγικούς συνοικισμούς με σχολεία και εκκλησίες και μορφωτικά μέσα και ως Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών για να συμβάλει στη διάσωση των γλωσσικών και λαογραφικών μνημείων του Πόντου.

 

 

 

 

 

 

 


Αβράμ Πολυχρονιάδης

 

 

Δικηγόρος και βουλευτής Σερρών. Γεννήθηκε στο Γκιουμούς-Μαντέν του Πόντου και σπούδασε Νομικά στην Αθήνα. Μετά την Ανταλλαγή των πληθυσμών εγκαταστάθηκε στις Σέρρες, όπου εκλέχτηκε επανειλημμένα βουλευτής. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών.