Βιογραφίες

Δημοσθένης Δημητριάδης (1872-1951)

 

Γεννήθηκε στα Σούρμενα το 1872 και αφού έμαθε τα πρώτα του γράμματα στην ιδιαίτερη πατρίδα του, συμπλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας. Το 1892 ήρθε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου. Όταν απεφοίτησε έμεινε στην Αθήνα και συνεργάστηκε με τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωάννη Μεσολωρά, όπου επί πρυτανείας του διορίστηκε το 1914 υπάλληλος στο Πανεπιστήμιο. Το 1942 συνταξιοδοτήθηκε με το βαθμό του διευθυντού.

 

Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. της Επιτροπής μας στην οποία προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες. Απεβίωσε στις 3 Ιανουαρίου 1951.

 

 

Λάμπρος Λαμπριανίδης (1891-1953)

 

Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 1891 και ήταν γιος του Παντελή Λαμπριανίδη, προύχοντα της Σάντας. Σε ηλικία μόλις 16 ετών αποπεράτωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας και στη συνέχεια το 1907 ήρθε στην Αθήνα όπου γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου. Μετεγράφη σύντομα στο Πανεπιστήμιο Γενεύης, όπου σε ηλικία 19 ετών αναγορεύτηκε αριστούχος διδάκτωρ των νομικών επιστημών. Στη συνέχεια πήρε δίπλωμα νομικής και από το Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης. Εκεί προσελήφθη αμέσως στη γραμματεία της Ελληνικής Πρεσβείας, όπου υπό την καθοδήγηση του Πρεσβευτού Ίωνος Δραγούμη εδέχθη το πρώτο βάπτισμα για τους εθνικούς αγώνες.

 

Κατά τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο τραυματίστηκε σε μάχη ως αξιωματικός με βαθμό ιλάρχου του ρωσικού στρατού. Μετά τη Ρωσική Επανάσταση και την κατάρρευση του αντιεπαναστατικού μετώπου κατέφυγε με τον Αντιστράτηγο ως υπασπιστής του στη Ρουμανία. Εκεί ο στρατιωτικός ακόλουθος Δημ. Βακάς τον εκτίμησε και τον παρέπεμψε με θερμή επιστολή τον ύπατο Αρμοστή κ. Κατεχάκη στην Κωνσταντινούπολη. Ο Κατεχάκης εκτιμώντας κι αυτός την ευφυία και τον πατριωτισμό του Λάμπρου Λαμπριανίδη τον διόρισε στην αρχή Γενικό Διευθυντή των Πολιτικών Υποθέσεων στην Αδριανούπολη και μετά πολιτικό διοικητή Καραγάτς, όπου η δράση του κατά την εκκένωση της Θράκης από τα ελληνικά στρατεύματα υπήρξε πολύ σημαντική.

 

Μετά την Μικρασιατική καταστροφή παραιτήθηκε από τη θέση του και αποφάσισε να πολιτευτεί στην επαρχία Δράμας και από το 1923 εκλέγεται συνεχώς Βουλευτής. Το 1924 επί κεφαλής μικτής επιτροπής μετέβη στην Τουρκία και μετέφερε στην Ελλάδα περίπου 500 ορφανά Ελληνόπουλα. Κατά το διάστημα της Γερμανικής Κατοχής διέφυγε στη Μέση Ανατολή όπου μετείχε στην Κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου. Με αυτή την ιδιότητα πήγε στην Ανατολική Μακεδονία για την εκκένωση της περιοχής από τους εισβολείς. Αργότερα χρημάτισε δυο φορές διαδοχικά υφυπουργός των Στρατιωτικών ως και Α’ Αντιπρόεδρος της Βουλής.

 

Ο Λάμπρος Λαμπριανίδης προσχώρησε στη συνέχεια στον Ελληνικό Συναγερμό, εκλέχτηκε Βουλευτής το 1951 και 1952, και ανέλαβε το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας στο οποίο εργάστηκε σκληρά ως το θάνατό του στις 13 Δεκεμβρίου 1953. Την κηδεία του, που έγινε δημοσία δαπάνη, παρακολούθησαν και εκπρόσωποι των ποντιακών σωματείων, ενώ εκ μέρους της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, της οποίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος, ο σύμβουλος Σταύρος Νικολαΐδης εξεφώνησε επικήδειο.

 

 

Χρυσόστομος Μυρίδης (1874-1954)

 

Γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1874 στη Λιβερά. Ήταν ένα από τα τέσσερα παιδιά του ιερέα Παπαγιάννη από τον οποίο έμαθε και τα πρώτα γράμματα. Από μικρή ηλικία ο Χρυόστομος παρακολουθούσε συζητήσεις για τα εθνικά θέματα μέσα στο οικογενειακό του περιβάλλον. Νωρίς πήγε στην Κωνσταντινούπολη και συμπλήρωσε τις σπουδές του στη Μεγάλη του Γένους Σχολή.

 

Τα πνευματικά και ηθικά του χαρίσματα τον βοήθησαν να διακριθεί, ενώ ο ήπιος γλυκός αλλά και δραστήριος χαρακτήρας του τον βοήθησαν να αποκτήσει πολύτιμες γνωριμίες στα ανώτατα στρώματα της κοινωνίας, της Εκκλησίας και αυτής της Πολιτείας στην Κωνσταντινούπολη. Κατέκτησε την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη διακεκριμένων επιστημόνων, μυστών και θεραπόντων της Μ. Ιδέας, αλλά και των Τούρκων πασάδων, κατεχόντων ανώτατα αξιώματα στη Διοίκηση του Τουρκικού Κράτους. Υπηρέτησε στο Τουρκικό Υπουργείο Γεωργίας – Τμήμα Μεταλλείων.

 

Στην Αθήνα ήρθε το 1914, γνωρίστηκε με στελέχη του Μακεδονικού αγώνα και συνεργάστηκε μαζί τους στενά. Κορυφές της πολιτικής, του στρατού, της εκκλησίας, της διοίκησης και των γραμμάτων τον εκτιμούσαν βαθιά και του έδειχναν απεριόριστη εμπιστοσύνη.

 

Υπήρξε ο εμπνευστής και ιδρυτής της «Επιτροπείας των εν Ελλάδι Ποντίων» υπό τη σημαία της οποίας σχηματίστηκε ένα σύνταγμα και μία πυροβολαρχία προς εξυπηρέτηση της υποθέσεως του Πόντου στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Υπηρέτησε όσο κανείς άλλος τα ποντιακά ζητήματα, και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στους Πόντιους πρόσφυγες και στην αποκατάστασή τους.

 

Υπήρξε επίσης από τα ιδρυτικά μέλη της Επιτροπής μας, την οποία με τις γνωριμίες και το κύρος του βοηθούσε  βρίσκοντας τα απαραίτητα οικονομικά μέσα για την τακτική έκδοση του «Αρχείου Πόντου». Στον τόμ. 10 του «Αρχείου Πόντου» δημοσιεύεται η εργασία του με τίτλο «Συμβολή εις την βιβλιογραφίαν του Πόντου», σελ. 1-197, Αθήνα (1940).

 

 


Δημήτριος Συμβουλίδης (1891-1955)

 

 

Γεννήθηκε στη Ριζούντα το 1891. Αφού τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας ήρθε στην Αθήνα και γράφτηκε στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου. Μετά το πέρας των Πανεπιστημιακών μαθημάτων εκπαιδεύθηκε ως γιατρός πρώτα στο νοσηλευτικό ίδρυμα «Ευαγγελισμός» και κατόπιν επί πενταετία στη Γερμανία και Ελβετία.

 

Επιστρέφοντας στην Αθήνα το 1925 φυματιολόγος από τους πλέον ειδικούς διεύθυνε μέχρι το θάνατό του διάφορα νοσηλευτικά ιδρύματα. Παρ’ ότι έπασχε από καρδιακού νοσήματος συνέχιζε να εργάζεται και να εκτελεί το καθήκον του και ως άνθρωπος και ως γιατρός. Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. της Επιτροπής μας, στην οποία πάντοτε προσέφερε πρόθυμα ό,τι ήταν δυνατό.

 

 

Γεώργιος Σουμελίδης (-   1956)

 

Γεννήθηκε στο Μεταλλείο Δενέκ (Κεσκίν), κοντά στην Άγκυρα. Οι γονείς του κατάγονταν από τη Βαρενού και ανήκαν στην μεγάλη και πολύκλωνη οικογένεια των Σουμελιδών.

 

Μετά τις σπουδές του στην Ιερατική Σχολή Ζιντζίδερε Καισαρείας και στη Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, εργάστηκε ως καθηγητής σε πολλές Κοινότητες του υπόδουλου Ελληνισμού. Δίδαξε στην Ιερατική Σχολή Ζιντζίδερε και στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας. Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους βρέθηκε στην Ελλάδα όπου εργάστηκε στην αρχή ως καθηγητής και αργότερα ως γυμνασιάρχης σε πολλά σχολεία στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στην Κρήτη, στη Χίο και στην Κέρκυρα αφήνοντας παντού άριστες εντυπώσεις.

 

Παράλληλα ανέπτυξε συγγραφική και κοινωνική δράση. Δημοσίευσε πλήθος επιστημονικά άρθρα στο περιοδικό της Επιτροπής μας «Αρχείον Πόντου», στην «Ποντιακή Εστία» και συνέταξε Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου. Απεβίωσε το 1956 στη Ραφήνα Αττικής.