Βιογραφίες


Τριαντάφυλλος Μιχαηλίδης (1892-1958)

 

 

Ο Τριαντάφυλλος (Ροζάλιος) Παναγιώτη Μιχαηλίδης γεννήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1892 στο Βατούμ της Ρωσίας από Έλληνες γονείς ρωσικής υπηκοότητας. Ο πατέρας του κατάγονταν από την Τραπεζούντα και η μητέρα του από την Κωνσταντινούπολη. Ο Τριαντάφυλλος αφού τελείωσε το γυμνάσιο πήγε στην Πετρούπολη να συνεχίσει τις σπουδές του. Εκεί τελείωσε το Πολυτεχνείο. Το 1914 επιστρατεύτηκε στο ρωσικό στρατό και μετέβη στο μέτωπο του Καυκάσου ως αξιωματικός του τάγματος των Σκαπανέων και εργάστηκε στα οχυρωματικά έργα γύρω από το Βατούμ. Με την προέλαση του ρωσικού στρατού μετατέθηκε στο Ρίζαι και μετά στην Τραπεζούντα, όπου του ανατέθηκε η διεύθυνση ενός τμήματος των οχυρωματικών έργων Τραπεζούντας. Στην Τραπεζούντα γνώρισε τον Μητροπολίτη Χρύσανθο και τον βοήθησε στην καταστολή της ανταρσίας στη Μονή Σουμελά. Με την κατάρρευση του Τουρκικού μετώπου το 1917, επέστρεψε στο Βατούμ κοντά στους γονείς του και εργαζόταν σε διάφορα κοινωφελή έργα.

 

Στην Εθνοσυνέλευση του Πόντου εκλέχτηκε πληρεξούσιος της πόλης της Τιφλίδας και όταν αργότερα ήρθε στην Ελλάδα εργάστηκε στην κατασκευή των προσφυγικών συνοικισμών γύρω από την Αθήνα.

 

Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. και ταμίας της Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών, του συλλόγου Ποντίων «Αργοναύται-Κομνηνοί», του σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, καθώς επίσης και μέλος του Δ.Σ. της Επιτροπής μας και διαχειριστής των εκδόσεών της. Απεβίωσε στις 4 Δεκεμβρίου 1958.

 

 

 

 

Λεωνίδας Ιασονίδης (1884-1959)

 

Γεννήθηκε στην Ορδού το 1884, αλλά όπως αναφέρει ο ίδιος σε μία εργασία του, η Πουλαντζάκη είναι η πατρίδα του. Καταγόμενος από πατριαρχική οικογένεια τα πρώτα γράμματα έμαθε στην Πουλαντζάκη και την Κερασούντα, για να συνεχίσει τις σπουδές του στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας από το οποίο και αποφοίτησε το 1902. Συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης και πήρε το δίπλωμα το 1912. Κατόπιν πήγε στο Παρίσι όπου το 1914 πήρε πτυχίο στις πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες.

 

Από νωρίς άρχισε να ασχολείται με τα κοινά. ΄Ηδη το 1905 συμμετέχει στην «Τετραμελή επί των σχολών Εποπτεία» της Πουλαντζάκης, γεγονός που μαρτυρεί την άμετρη αγάπη προς την ιδιαίτερη πατρίδα του.

 

Κατά τη διάρκεια του α’ παγκοσμίου πολέμου ο Ιασονίδης έφυγε από τη Γαλλία και διαμέσου της Ρουμανίας έφτασε στο Ροστόβ της Ρωσίας για να εμψυχώσει τις ελληνικές κοινότητες του Καυκάσου. Εκεί ίδρυσε και την «Ευξεινοπόντειον ΄Ενωσιν» το 1917. Είναι επίσης από τους ιδρυτές της «Κεντρικής Ενώσεως των Ποντίων» στο Αικατερινοντάρ, 1918. Από το 1917 τόσο στην περιοχή του Καυκάσου όσο και της Κριμαίας κατέφθαναν Πόντιοι πρόσφυγες προκειμένου να σωθούν από τις σφαγές των Τούρκων, ενώ χιλιάδες έφταναν στο Βατούμ ψηφίσματα Ποντίων από όλη τη Νότια Ρωσία για να διακηρύξουν την πίστη τους στην ανεξαρτησία του Πόντου. Έτσι το 1919 συμμετέχει στην Εθνοσυνέλευση των Ποντίων του Βατούμ, της οποίας εχρημάτισε και τελευταίος πρόεδρος, με σκοπό την αποκατάσταση του Πόντου και τη δημιουργία ανεξάρτητης-αυτόνομης Δημοκρατίας.  Το 1920 έρχεται στην Αθήνα συμμετέχοντας στις προσπάθειες της κυβέρνησης Βενιζέλου, επισκέπτεται το Παρίσι και το Λονδίνο αργότερα, επικεφαλής της Επιτροπής Εθνικής Αμύνης και αγωνίζεται με κάθε τρόπο για την ανεξαρτησία του Πόντου. Για όλες αυτές τις προσπάθειες καταδικάστηκε ερήμην στον «δι’ αγχόνης» θάνατο από τα δικαστήρια ανεξαρτησίας της Αμάσειας (20-9-1921).

 

Το Σεπτέμβριο του 1922 έρχεται πρόσφυγας στην Ελλάδα όπου γίνεται θερμός προστάτης των προσφύγων που κατέφυγαν εδώ μετά τη μικρασιατική καταστροφή (1922) και τη συνθήκη της Λωζάνης (1923). Ασχολείται ενεργά με την πολιτική και από το 1923 εκλέγεται συνεχώς Βουλευτής Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε στο Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας όπου για 32 ολόκληρα χρόνια στάθηκε στο πλευρό των προσφύγων, ενώ χρημάτισε και Υπουργός Πρόνοιας επί κυβερνήσεως Φιλελευθέρων από το 1930-1932.

 

Το 1936 κατέφυγε στην Αγγλία, αποστρεφόμενος τη δικτατορία που επιβλήθηκε στη χώρα μας, όπου ερευνώντας πολλές βιβλιοθήκες και μάλιστα του Παν/μίου της Οξφόρδης, διαρκώς αρθρογραφούσε σε διάφορες εφημερίδες για τα δίκαια της Ελλάδας εμψυχώνοντας τους Έλληνες στον αγώνα τους εναντίον των δυνάμεων της γερμανικής κατοχής.

 

Μετά το τέλος του πολέμου και την επιστροφή του στην Ελλάδα πολιτεύθηκε και πάλι, επανεκλέγει Βουλευτής και τέλος διετέλεσε Υπουργός Βορείου Ελλάδος.

 

Υπήρξε απλός και ταπεινός στη ζωή του, αμερόληπτος στις κρίσεις του και δίκαιος, τίμιος στο χαρακτήρα και ευθύς, αλλά πάνω από όλα φλογερός Πόντιος. Παροιμιώδης θα μείνει η φράση του «Ξηρανθήτω ημίν ο λάρυγξ, εάν επιλαθώμεθά σου ω πάτριος Ποντία γη!».Υπήρξε επίσης ένας από τους ιδρυτές της Επιτροπής μας.

 

 

Θεοφύλακτος Θεοφυλάκτου (1885-1961)

 

Γεννήθηκε στο χωριό Τσίτη της Αργυρούπολης το 1885. Αφού τελείωσε το δημοτικό σχολείο του χωριού του γράφτηκε στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας για να συνεχίσει τις γυμνασιακές του σπουδές. Μετά ήρθε στην Αθήνα και γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου, του οποίου το 1907 αναγορεύεται διδάκτωρ Χειρουργικής και Μαιευτικής. Κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, όπου επιδόθηκε στην οφθαλμολογία και ωτορινολαρυγγολογία. Πήρε το δίπλωμά του 1910 και επέστρεψε στην Τραπεζούντα.

 

Το μεγάλο όμως πάθος της ψυχής του ήταν τα γράμματα και η εθνική γενικότερη δράση. Υπήρξε ο εμψυχωτής και ιδρυτής του Λυκείου Γουμεράς (1913) και πρωτοστάτησε στον αγώνα για την ανεξαρτησία του Πόντου στη Ρωσία, την Κωνσταντινούπολη και στην Ελλάδα. Στην Τραπεζούντα και σε ηλικία μόλις 25-30 ετών έγινε πρόεδρος του Φιλεκπαιδευτικού Μορφωτικού Συλλόγου «Ξενοφών», καθώς και γραμματέας της Φιλόπτωχου Αδελφότητας.

 

Με την κήρυξη του α’ παγκοσμίου πολέμου ο Θεοφύλακτος εγκατέλειψε την Τραπεζούντα και πήγε στο Βατούμ της Ρωσίας. Το 1915 τον βρίσκει υποδιευθυντή ρωσικού νοσοκομείου στον Καύκασο. Το 1916 με τη ρωσική κατάληψη της Τραπεζούντας ο Θεοφύλακτος επιστρέφει στην πόλη όπου ξενικά την έκδοση του περιοδικού «Οι Κομνηνοί», δίπλα στις απασχολήσεις του ως δ/ντή του Δημοτικού Νοσοκομείου και αρχίατρου της περιφέρειας Τραπεζούντας.

 

Την ίδια εποχή, με επικεφαλής το Χρύσανθο και με συνεργάτες τον Λεωνίδα Ιασονίδη και τον Βασίλη Ιωαννίδη, αποδύεται σε σκληρούς αγώνες για την ανεξαρτησία του Πόντου. Γίνεται αντιπρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου του Πόντου με έδρα το Βατούμ ενώ παράλληλα εκδίδει την εφημερίδα «Ελεύθερος Πόντος». Το 1920 έρχεται στην Ελλάδα, ως επίσημος απεσταλμένος του Εθνικού Συμβουλίου του Πόντου, συναντιέται με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, όπου με πίκρα πληροφορείται από εκείνον «ο πόθος των Ποντίων δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί».

 

Πρόσφυγας πια εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη. Εκεί αποφασιστική υπήρξε η δραστηριότητά του γύρω στις προσφυγικές ανάγκες. Υπήρξε επίσης ο εμπνευστής της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, η οποία ιδρύθηκε το 1927 με πρόεδρο τον από Τραπεζούντος Χρύσανθο, και το 1928 κυκλοφόρησε τον πρώτο τόμο του επιστημονικού περιοδικού «Αρχείον Πόντου».

 

Το 1928 διορίστηκε από το Βενιζέλο Υπουργός – Γενικός Διοικητής Θράκης και Ανατολικής Μακεδονίας, αλλά ύστερα από 11 μήνες θητείας παραιτήθηκε , γράφοντας : «...Ο θεσμός της Γενικής Διοικήσεως είναι αργομισθία δι’ έναν Γεν. Διοικητήν εκτίοντα τα τελευταία έτη της ζωής του εις Κρατικόν Πρυτανείον. Δι’ αυτό και από της απόψεως της αναδημιουργίας με την σημερινήν του υπόστασιν τον θεωρώ περιττόν και επιζήμιον. Τουναντίον, με την προϋπόθεσιν ότι θα  προικισθή με πραγματικήν εξουσίαν, να επιλύση τα εκάστοτε παρουσιαζόμενα προβλήματα και ως τον φαντάζομαι οργανωμένον, θα αποβή πηγή αναπλάσεως και νέας ζωής δια την Βόρειον Ελλάδα...».

 

Το 1934 ίδρυσε την «Εύξεινο Λέσχη» Θεσσαλονίκης, την οποία το Φεβρουάριο του 1940 κατάφερε να μετατρέψει σε «Λαϊκό Πανεπιστήμιο». Παράλληλα προέβλεπε την ανέγερση στέγης  όπου θα στεγάζονταν το «Λαϊκό Πανεπιστήμιο, τα παραρτήματα Ποντιακής λαογραφίας και Μουσείου, Βιβλιοθήκη, Αναγνωστήριο, Σκηνή Θεάτρου και Στέγη απόρου φοιτητού.

 

Στο διάστημα της Κατοχής μετατρέπει τη Λέσχη σε Κέντρο προστασίας των αναξιοπαθούντων Ποντίων Θεσσαλονίκης. Προσέφερε με άλλους εθελοντές γιατρούς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κατά συνοικίες, έκανε εράνους, έστειλε 100 παιδάκια της Καλαμαριάς που κινδύνευαν από την πείνα, σε ποντιακά χωριά της Μακεδονίας. Βοήθησε τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό, λειτούργησε συσσίτια. Το 1942-43 διέθεσε 150 εκατ. δρχ. της Λέσχης για την περίθαλψη των πολεμοπαθών , για την ενίσχυση του «Οίκου φοιτητού», των φυματικών φοιτητών, για συσσίτια και για τη χρηματοδότηση του «Αρχείου Πόντου».

 

Πέρα από την πολιτική και εθνική του δράση, σημαντική ήταν και η συγγραφική του δραστηριότητα. Στο έργο «Γύρω από την άσβεστη φλόγα» παρουσιάζεται όλος ο προβληματισμός για τα γεγονότα και την ιστορία του Ποντιακού ζητήματος.

 

 

 

 

 

 

Γεώργιος Βαφειάδης (1882-1962)

 

Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 1882. Αφού τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας, μετέβη στην Αθήνα όπου σπούδασε στην «Ακαδημίαν Ρουσοπούλου» χημεία με ειδίκευση στην οινοπνευματοποιεία. Επιστρέφοντας στην Τραπεζούντα ανέλαβε το 1905 τη Διεύθυνση του εργοστασίου οινοπνευματοποιείας του πατέρα του Τριαντάφυλλου. Από τότε έδειξε το ενδιαφέρον του και για τα κοινά.

 

Με την ανακήρυξη του Τουρκικού Συντάγματος και κατόπιν την ρωσική κατοχή της Τραπεζούντας πήρε μέρος σε όλες τις εθνικές εκδηλώσεις. Το 1918-19 πρόσφερε τις υπηρεσίες του και στους ομογενείς της Κοινότητας Κερτς, της οποίας χρημάτισε και πρόεδρος.

 

Μετά την Μικρασιατική καταστροφή και το αφόρητο της καταστάσεως στη Ρωσία με την επικράτηση της Επανάστασης, κατέφυγε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Δείχνοντας μεγάλο ενδιαφέρον στα προσφυγικά ζητήματα υπήρξε ενεργό μέλος σε κάθε σωματείο, οργάνωση και ομάδα που επεδίωκε την διατήρηση των πατρίων και την καλλιέργεια και αξιοποίηση των ποντιακών παραδόσεων καθώς και την υποστήριξη και βοήθεια των συμπατριωτών μας (Ε.Π.Μ., Σύλλογο Ποντίων «Αργοναύται-Κομνηνοί», «Ταμείο Ανταλλαξίμων», «Παναγία Σουμελά» κ.ά.), προσέφερε παντού και πάντοτε ανιδιοτελώς τις υπηρεσίες του στο σύνολο, εν αφανεία, χωρίς προκαταλήψεις και κομματισμούς, ακόμη και σε βάρος των προσωπικών του συμφερόντων. Απεβίωσε στις 2 Ιουλίου 1962.

 

 


Σταύρος Κανονίδης (- 1964)

 

 

Γεννήθηκε στην Κρώμνη του Πόντου.

Ως πρόσφυγας εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Υπήρξε εκλεκτό μέλος της Επιτροπής μας και επί σειρά ετών μέλος του Δ.Σ.