Βιογραφίες


Νικόλαος Λαζαρίδης (1927-1970)

 

 

Γεννήθηκε στο Βατούμ το 1927 από γονείς που κατάγονταν από τη συνοικία του Τιμίου Σταυρού του χωριού Τσίτη Σουρμένων. Στην πόλη του Βατούμ όπου υπήρχε πολυπληθέστατη Ελληνική Κοινότητα φοίτησε για 2 χρόνια στο Ελληνικό Δημοτικό σχολείο. Το 1938 η οικογένειά του αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

 

Αποφοίτησε από το 10ο Γυμνάσιο Αμπελοκήπων και κατόπιν γράφτηκε στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, όπου περάτωσε τις σπουδές του το 1956 παίρνοντας δίπλωμα του Χημικού Μηχανικού. Τα έτη 1967 και 1968 παρακολούθησε μεταπτυχιακά μαθήματα στην Ανώτατη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών και κατόπιν προσλήφθηκε ως χημικός μηχανικός στην εταιρεία «Λάρκο Α.Ε.»

 

Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. της Επιτροπής μας. Έφυγε ξαφνικά το 1970.

 

 


Ιωάννης  Καραγκιοζίδης (1897-1975)

 

 

Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 1897. Απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ήρθε στην Ελλάδα το 1919 και γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Tο 1924 αποφοίτησε με άριστα και αμέσως εργάστηκε ως βοηθός στο νοσοκομείο «Συγγρού» στο οποίο ήταν επιμελητής μέχρι το 1926, οπότε έφυγε για τη Γαλλία. Εκπαιδεύτηκε για 3 χρόνια στο Saint Louis στο Παρίσι, όπου χρημάτισε εξωτερικός βοηθός υπό τον δάσκαλό του Millian επί ενάμιση χρόνο και στη συνέχεια για 8 μήνες βοηθός στο εργαστήριο επιστημονικών ερευνών του ίδιου νοσοκομείου, και κατόπιν στις Βρυξέλλες στο νοσοκομείο Brukmun.

 

Όταν γύρισε στην Αθήνα, διορίστηκε επιμελητής στον «Ευαγγελισμό», όπου και έμεινε 10 περίπου χρόνια έμμισθος και άλλα 8 χρόνια άμισθος. Στη συνέχεια προσέφερε εθελοντική εργασία δωρεάν στο νοσοκομείο «Συγγρού» το 1955-59 και στο ΠΙΚΠΑ μέχρι το 1966, πάλι χωρίς αμοιβή. Το 1963 του απονεμήθηκε ο αργυρούς Σταυρός του Βασιλικού Τάγματος Γεωργίου Α’. Όλο αυτό το διάστημα δίδασκε Δερματολογία στη Σχολή Αδελφών Νοσοκόμων.

 

Στη διάρκεια του πολέμου έφυγε στη Μέση Ανατολή σαν ανθυπίατρος και έγινε δ/ντής του Δερματολογικού Τμήματος Νοσοκομείου Ξηράς Ρίμινι. Εκεί οργάνωσε τον Αντιαφροδισιακό αγώνα και για τα τρία όπλα, προήχθη σε Λοχαγό και τοποθετήθηκε δ/ντής του νοσοκομείου Αεροπορίας στο Κάιρο.

 

Δημοσίευσε 76 μελέτες και επιστημονικές εργασίες, η σπουδαιότερη από τις οποίες ήταν η Διατριβή του (το 1946) με θέμα «Η πενικιλίνη και η επίδρασις αυτής επί των Αφροδισίων Νόσων».

 

Η επίδοση του Γιάννη Καραγκιοζίδη στην επιστημονική έρευνα και στη συνεπακόλουθη πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα, είχαν τις πρώιμες καταβολές από τα εφηβικά του χρόνια της σπουδής στις δύο τελευταίες τάξεις του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας. Μυημένος ο ίδιος, μαζί με ομάδα προοδευτικών συμμαθητών του, στα νέα ιδεολογικά ρεύματα και στη διαμάχη γύρω από το γλωσσικό ζήτημα, πρωτοστάτησε ενεργά στην αντίθεση στο αυστηρό σύστημα το εφαρμοζόμενο στο Φροντιστήριο. Η συντηρητική κοινωνία της Τραπεζούντας της εποχής εκείνης (1910-1913), η Διεύθυνση του Φροντιστηρίου και η Εφορία αντέδρασαν βίαια, χωρίς όμως να κατορθώσουν να λυγίσουν τους θιασώτες της δημοτικής.

 

Ήταν μέλος της Δερματολογικής και Αφροδιολογικής Ενώσεως, μέλος της Αφροδισιολογικής και Δερματολογικής Εταιρίας, μέλος κοινωνικών σωματείων και συλλόγων και μεταξύ άλλων της «Παμποντιακής Ενώσεως», της «Αθηναϊκής Λέσχης» και της «Επιτροπής Ποντιακών Μελετών» μέλος του Δ.Σ. επί δεκαετία. Απεβίωσε το Σεπτέμβριο του 1975.

 

 

 

 

 

 


Αγησίλαος Ψωμιάδης (1888-1977)

 

 

Γεννήθηκε το 1888 στα Κοτύωρα του Πόντου και σπούδασε στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας. Ασχολήθηκε με το καπνεμπόριο στην Αμερική και την Ελλάδα, όπου εγκαταστάθηκε έπειτα από πολλές περιπλανήσεις.

 

Επίσης ασχολήθηκε ενεργά με τα ποντιακά σωματεία και ανέπτυξε έντονη κοινωνική και πολιτιστική δραστηριότητα. Συνέδραμε με ποικίλους τρόπους διάφορους φιλανθρωπικούς συλλόγους, καθώς και πολλά ποντιακά σωματεία. Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. της Επιτροπής μας. Απεβίωσε στο Π. Φάληρο το 1977.

 

 


Αντώνης Τερζόπουλος (189  - 1979)

 

 

Γεννήθηκε στο χωριό Μουρκάντων των Σουρμένων λίγο πριν τελειώσει ο προηγούμενος αιώνας. Τα πρώτα γράμματα έμαθε στην Κεντρική Σχολή Σουρμένων και κατόπιν συνέχισε την κατάρτισή του στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας. Μετά την αποφοίτησή του από το Φροντιστήριο επέστρεψε στη γενέτειρά του κι έγινε δάσκαλος στο σχολείο της.

 

Όταν ήρθε ο ρωσικός στρατός στα Σούρμενα εργάστηκε στο ρωσικό στρατιωτικό νοσοκομείο και όταν οι Ρώσοι  υποχώρησαν έφυγε και αυτός μαζί τους πηγαίνοντας στο Βατούμ, όπου έμενε ο αδελφός του. Εκεί ίδρυσε τον Πολιτιστικό Σύλλογο «Αι Μούσαι» που έγινε κέντρο περισυλλογής των κατατρεγμένων Σουρμενιτών και των άλλων Ποντίων που έφευγαν από τον Πόντο.

 

Με την Ανταλλαγή των πληθυσμών ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί εργαζόταν στο τελωνείο ως υπάλληλος και τις υπόλοιπες ώρες αφιέρωνε ανιδιοτελώς στους συμπατριώτες του. Μαζί με τον Θεοφύλακτο Θεοφυλάκτου ίδρυσε την «Εύξεινο Λέσχη».

 

Κατόπιν έφυγε για τη Νάουσα μαζί με τον αδελφό του Σταύρο, όπου δούλεψαν μαζί στα εργοστάσια Λαναρά. Εκεί ίδρυσαν το Ποντιακό Σωματείο Νάουσας.

 

Όταν ήρθε στην Αθήνα ο πόλεμος και η κατοχή το βρήκε υπάλληλο στο Υπουργείο Εμπορίου, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε με το βαθμό του Τμηματάρχου.

 

Σημαντικό υπήρξε το ενδιαφέρον για τα κοινά. Πρώτος σε κάθε ποντιακή εκδήλωση, σε κάθε προσπάθεια φιλανθρωπίας και συμπαράστασης στους ενδεείς συνανθρώπους μας. Ίδρυσε την Αδελφότητα Ποντίων το 1946 και επί χρόνια ήταν πρόεδρός της. Πρόεδρος επίσης ήταν και του Καλλιτεχνικού Οργανισμού για αρκετό διάστημα. Στην Παμποντιακή Ένωση διετέλεσε αντιπρόεδρος καθώς  και της Επιτροπής μας (1972-74). Στη Θεσσαλονίκη ίδρυσε την Αδελφότητα Σουρμενιτών και ως πρόεδρός της αξιώθηκε να θεμελιώσει το «Παραδοσιακό Σπίτι των Σουρμενιτών» στο χώρο της ιεράς μονής της «Παναγίας Σουμελά». Τελευταία είχε εκλεγεί κι αντιπρόεδρος της Εθνικής Μνημοσύνης. Απεβίωσε τον Οκτώβριο του 1979.

 

 

 

 

 

 

Ισαάκ Λαυρεντίδης (1911-1997)

 

Γεννήθηκε στο Ορτάκιοϊ του Κυβερνείου Καρς το 1911, όπου είχε μεταναστεύσει ο παππούς του Αβραάμ Λαυρεντίδης, το 1878, όπως και δεκάδες χιλιάδες Έλληνες από τον Πόντο, που είχαν αποικίσει περίπου 80 χωριά της περιοχής.

 

Η οικογένεια του Ισαάκ Λαυρεντίδη μαζί με πολλές άλλες οικογένειες και ύστερα από πολλές ταλαιπωρίες εγκαταστάθηκε το 1923 στο χωριό Λευκώνα Σερρών. Σε ηλικία 7 ετών έμεινε ορφανός. Ο πατέρας του πέθανε στο Βλαδικαύκασο της Οσετίας και η  μητέρα του στο Καραμπουρνού της Θεσσαλονίκης.

 

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και σταδιοδρόμησε ως δικηγόρος στις Σέρρες από το 1938. Στον πόλεμο του 1940-41 υπηρέτησε στη γραμμή των πρόσω ως διοικητής λόχου, με το βαθμό του εφέδρου υπολοχαγού πεζικού, όπου και τραυματίστηκε.

 

Μετά την κατάρρευση του μετώπου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπως και άλλοι πολλοί Σερραίοι. Διετέλεσε γενικός γραμματέας της Επιτροπής Προσφύγων Σερρών, της οποίας πρόεδρος ήταν ο αείμνηστος μητροπολίτης Κωνσταντίνος Μεγγρέλης. Από το 1946 πολιτεύθηκε. Εξελέγη 10 φορές βουλευτής και διετέλεσε κοσμήτωρ και αντιπρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων. Το 1956 πήρε μέρος σε 15μελή κοινοβουλευτική αποστολή στη Σοβιετική Ένωση. Το 1960 εκλέχτηκε πρόεδρος του Κοινοβουλευτικού Ομίλου Ελληνοτουρκικής φιλίας. Διετέλεσε επίσης μέλος πολλών κοινοβουλευτικών Επιτροπών και ως αντιπρόεδρος της Βουλής ήταν επικεφαλής κοινοβουλευτικών αντιπροσωπειών που επισκέφθηκαν την Ουγγαρία, Δανία και τη Βουλγαρία. Ακόμη, αγωνίστηκε με αυταπάρνηση και θάρρος για την υπεράσπιση των εθνικών δικαίων και ιδιαίτερα του Ποντιακού Ελληνισμού.

 

Την ανεκτίμητη παρουσία και προσφορά του εμπλουτίζουν διαλέξεις, άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά και οι περισπούδαστες μελέτες του : «Πρόσφυγες εξ ανταλλαγής και ανταλλάξιμος περιουσία», «Τα πεπρωμένα της φυλής – Νέα ιστορική αφετηρία», «Η κατά το 1895-1907 μετοικεσία Ελλήνων Ποντίων του Καυκάσου εις Ελλάδα» («Αρχείον Πόντου» τ. 31). «Οι εκ της Σοβιετικής Ενώσεως Έλληνες ποντιακής καταγωγής και τα εκ της συνθήκης της Λωζάνης δικαιώματά των» («Αρχείον Πόντου» παράρτημα 15, 1986), «Το χάσμα μεταξύ των γενεών» κ.ά.

 

Διετέλεσε μέλος της Επιτροπής μας, της οποίας χρημάτισε και πρόεδρος. Άοκνος, ακούραστος, έντιμος, αντικειμενικός, υπερασπιστής της αλήθειας και του δικαίου είναι μερικά από τα στοιχεία της προσωπικότητάς του.

 

Για το σπάνιο ήθος και τις ανεκτίμητες υπηρεσίες του στον ποντιακό κόσμο ανακηρύχθηκε επίτιμος πρόεδρος του σωματείου «Παναγία Σουμελά» και της «Επιτροπής Ποντιακών Μελετών», καθώς και άλλων σωματείων.

 

Τιμήθηκε με το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας και με το παράσημο Εθνικής Αντίστασης 1941-44, ως μέλος της Οργάνωσης Αναστάσεως του Γένους (ΟΑΓ). Απεβίωσε τον Ιούνιο του 1997.