Βιογραφίες

Δέσποινα Κωνσταντινίδου (1914-2009)

 

Η Δέσποινα Βαρβέρη-Κωνσταντινίδου γεννήθηκε στην Αμισό (Σαμψούντα) στις 13 Οκτωβρίου του 1914. Ο παππούς της Θεόδωρος Βαρβέρης, από το Λεωνίδιο της Σπάρτη, ήλθε στην Αμισό, γνώρισε τη γιαγιά της Μαρία και μαζί απέκτησαν έναν υιό, τον Χαράλαμπο, πατέρα της Δέσποινας.

Τα πρώτα της γράμματα έμαθε στο Νηπιαγωγείο της Αμισού (1920-1921).  Τη χρονιά εκείνη (1921) συνέλαβαν τον πατέρα της, τον φυλάκισαν και έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του. Η χήρα πλέον Ελένη, μητέρα της Δέσποινας, μαζί με την πεθερά της Μαρία και τα δύο παιδιά της Δέσποινα και Θεόδωρο ήλθαν στην Ελλάδα το 1922. Στην αρχή έμειναν για 6 μήνες στην Ηγουμενίτσα και μετά εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά.

Η Δέσποινα τελείωσε το Διδασκαλείο Θηλέων Πειραιώς το 1933 με «Άριστα» και της χορηγήθηκε υποτροφία από το κληροδότημα των «Αδελφών Ζωσιμά» για δύο χρόνια (500 δρχ. μηνιαίως). Μετά την αποφοίτησή της εργάσθηκε για δύο χρόνια (1933-1935) ως δασκάλα σε ιδιωτικό σχολείο. Στις 2 Δεκεμβρίου του 1940 ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος της παρέδωσε σταυρό που έγραφε επάνω «Δημοτικό Σχολείο Δ. Κατρανίδου» στα Ταμπούρια.

Ανήσυχη και δημιουργική όπως ήταν άνοιξε δικό της ιδιωτικό σχολείο στη Δραπετσώνα Πειραιά, επί των οδών Ανωνύμου και Μαραγκάκη, σε ηλικία 21 ετών, το οποίο λειτούργησε από το 1935 ως το 1941 (έκλεισε λόγω του πολέμου).

Στις 15 Αυγούστου του 1943 παντρεύτηκε τον Δημοκράτη Κωνσταντινίδη, από τα Σούρμενα του Πόντου, εξαίρετο σύντροφο, με σπουδές στις Προξενικές και Εμπορικές επιστήμες. Μαζί του απέκτησε δύο παιδιά, τον Σάββα και την Ελένη.

Το 1950 άνοιξε νέο ιδιωτικό σχολείο στα σύνορα Καισαριανής-Παγκρατίου, το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1964. Το 1966-1977 εργάσθηκε στο ιδιωτικό σχολείο «Λύκειο Βύρωνος».

Το 1978-1981 εργάσθηκε στο Δημόσιο Δημοτικό Σχολείο Αντίκυρας και από το 1981-1984 στο Δημόσιο Δημοτικό Σχολείο Περιστερίου, απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Συνολικά συμπλήρωσε 39 χρόνια εργασίας αφοσιωμένα στη μεγάλη της αγάπη, «το παιδί».

Η φιλανθρωπική δράση της υπήρξε μεγάλη. Με έγγραφο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών στις 15 Ιουνίου 1939, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος τη διόρισε μέλος του Δ.Σ. του φιλόπτωχου ταμείου της ενορίας του Ιερού Ναού Αγ. Φανουρίου Δραπετσώνας, όπου βοηθούσε φτωχά παιδιά της ενορίας. Στις 2 Δεκεμβρίου του 1940 ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος της παρέδωσε σταυρό που έγραφε επάνω «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ». Τον σταυρό αυτόν παρέδωσε στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών το 1996. Επίσης το Ορφανοτροφείο Αρρένων «Ο Άγιος Γεώργιος» και Θηλέων «Ο Άγιος Πολύκαρπος» Κερατσινίου Πειραιώς της εξέφρασαν τη συγκίνηση και τις ευχαριστίες τους για το ενδιαφέρον της για τα ορφανά και τη δωρεά που τους είχε προσφέρει.

Οι πνευματικές της ανησυχίες την οδήγησαν στην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, στην οποία, ως μέλος, ξεκίνησε να εργάζεται υπό την καθοδήγηση του τότε προέδρου της, αειμνήστου Οδυσσέα Λαμψίδη, με αντικείμενο την αποδελτίωση βιβλίων, στα οποία περιέχονταν η αλληλογραφία της Επιτροπείας Ελλήνων Ποντίων Κωνσταντινουπόλεως. Εφοδιάστηκε με ειδική κάρτα αδείας εισόδου στο «Ιστορικό Αρχείο» του Υπ. Εξωτερικών με σκοπό την έρευνα και συγκέντρωση υλικού, μέρος του οποίου δημοσιεύεται στο «ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΝΤΟΥ» τόμος 40, 1955, σελ. 249-279. Το 1992, το Δ.Σ. της Ε.Π.Μ. τής ανέθεσε τα καθήκοντα της Γεν. Γραμματέως. Από τη θέση αυτή εκπροσώπηση την Ε.Π.Μ. σε πολλές πνευματικές εκδηλώσεις, ενώ έκανε και δικές της ομιλίες, με θέματα που αφορούσαν στον Πόντο.

Απεβίωσε στις 14 Σεπτεμβρίου 2009 σε ηλικία 95 ετών.

 

 


Πάνος Α. Ηλιάδης (1923-2010)

 

 

Γεννήθηκε στη Σεβαστούπολη της Ρωσίας το 1923. Γονείς του ήταν ο Ανέστης Π. Ηλιάδης και η Ελισάβετ Α. Ανδρονίκου. Και οι δύο κατάγονταν από την Τρίπολη του Πόντου. Ο παππούς του ήταν σιτέμπορος και οι αναμνήσεις του από την παιδική ηλικία στη Ρωσία ήταν συγκινητικές.

Τον Μάιο του 1930 αναγκάστηκαν, λόγω του καθεστώτος, να έλθουν στην Ελλάδα. Εδώ τους υποδέχθηκε η οικογένεια του αδελφού του Θεόδωρου, που είχε καταθέσει στην τράπεζα το μερίδιο της αποζημίωσης που δικαιούνταν. Με τη μικρή αυτή αποζημίωση αγόρασαν ένα μικρό σπιτάκι (δωμάτιο και ψευτοκουζίνα) στον συνοικισμό Χαροκόπου, στο προαύλιο της Σχολής. Εκεί μέσα βίωσε τη φτώχεια, αλλά και την αγάπη και αλληλεγγύη των δικών του.

Οι γονείς του, εργαζόμενοι και οι δύο, αγωνίζονταν για την επιβίωση της πενταμελούς οικογένειάς τους και ο ίδιος από 10 ετών εργαζόταν τα καλοκαίρια για να τους βοηθήσει. Αγαπούσε πολύ τα γράμματα και ιδιαίτερα τα μαθηματικά, στα οποία, από τα μαθητικά θρανία του Γυμνασίου Καλλιθέας, διακρίθηκε. Από μαθητής της Γ’ τάξεως έκανε ιδιαίτερα μαθήματα κι έτσι εξοικονομούσε τα έξοδά του.

Το 1940 τους μεταστέγασαν στα προσφυγικά της Άνω Νέας Σμύρνης. Εδώ άρχισαν τα δύσκολα χρόνια της εφηβείας του. Στην Κατοχή φόβος, πείνα, αλλά και αγώνας για επιβίωση και ανθρωπιά. Το πείσμα και η αγάπη του για μάθηση του έδιναν κουράγιο να συνεχίσει. Το 1942 εισήχθη στη Μαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γράφει στο ημερολόγιό του «…καθημερινά πεινασμένος ποδαρόδρομο πήγαινα στο Πανεπιστήμιο, τις πιο πολλές φορές πεινασμένος, πολλές φορές λιποθυμούσα…»

Στη διαδήλωση εναντίον της επιστρατεύσεως τραυματίστηκε, αλλά τον φυγάδευσαν οι Έλληνες γιατροί του Νοσοκομείου και δεν συνελήφθη. Εργαζόταν μαζί με τον πατέρα του στο αεροδρόμιο Χασανίου για να επιβιώσουν και να συντηρήσουν την οικογένειά τους. Τέλος το 1948 πήρε το πτυχίο του και διορίστηκε καθηγητής. Μεσολάβησε η στρατιωτική του θητεία, ως έφεδρος Ανθυπολοχαγός. Τον Αύγουστο του 1949 παντρεύτηκε τη γειτονοπούλα του Αγαθή Κωνσταντινίδου, της οποίας έκανε ιδιαίτερα μαθήματα. Από το 1951 υπηρέτησε σε πολλά σχολεία, στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, στην Αθήνα ως βοηθός Επιθεωρητού, στη Νέα Σμύρνη, στα Τρίκαλα, στην Κεφαλλονιά και στα Γρεβενά. Έφτασε μέχρι το βαθμό του Γεν. Επιθεωρητή και παραιτήθηκε μετά από υπηρεσία 35 ετών. Αγαπούσε πολύ τη δουλειά του και ιδιαίτερα τα παιδιά. Έγραψε ένα εγχειρίδιο για τις σχολικές Εφορείες, υποδειγματικό στο είδος του.

Απέκτησε δύο κόρες, την Ελισάβετ, Φυσικό και την Ελένη, Νηπιαγωγό. Αξιώθηκε στη ζωή του να δει 8 εγγόνια και 2 δισέγγονα, τα οποία υπεραγαπούσε και ήταν υπερήφανος γι’ αυτά. Σ’ όλα τα εγγόνια του μετέδωσε την αγάπη του για τα γράμματα, όλα πήραν πτυχία ανώτατης ή ανώτερης σχολής.

Μετά τη συνταξιοδότησή του ασχολήθηκε με τα σωματεία και τους συλλόγους, όπως το Σύλλογο Προσφύγων και Οικιστών Ν. Σμύρνης, την Εστία, τον Πανιώνιο, τους «Αργοναύτες-Κομνηνούς», την Αδελφότητα Τριπολιτών Πόντου και την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών.

Ήταν υποδειγματικός σύζυγος, εξαίρετος πατέρας και υπέροχος παππούς. Όλοι όσοι τον γνώρισαν θα τον θυμούνται για πολλά χρόνια.

Απεβίωσε στις 4 Μαρτίου 2010.